Αριθμός 1666/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Kωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Α., 2)Ε. Η., 3)Π. Ζ., 4)Γ. Ζ., 5)Δ. Δ., 6)Δ. Γ., 7)Π. Γ., 8)Π. Γ. (όπως διορθώνεται), 9)Α. Β., 10)Δ. Β., 11)Ε. Α., 12)Α. Α. (όπως διορθώνεται), 13)Α. Α., 14)Γ. Α., 15)Δ. - Π. Α., 16)Π. Α., 17)Α. Α., 18)Ν. Α., 19)Γ. Α., 20)Κ. Α., 21)Α. Μ., 22)Β. Λ., 23)Θ. Μ., 24)Μ. Μ., 25)Α. Μ. 26)Α. Λ., 27)Α. Λ., 28)Γ. Κ. (όπως διορθώνεται), 29)Β. Κ., 30)Θ. Κ. και 31)Κ. Κ., κατοίκων απάντων ως εκ της υπηρεσίας τους Αθηνών. Οι 3ος, 5η, 8η, 10ος, 13ος, 14ος, 18ος, 19ος, 21ος, 22η και 29η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2η, 4ος, 6ος, 7ος, 9ος, 11η, 12ος, 15η, 16ος, 17η, 20ος, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 30η και 31ος) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 730/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4805/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28-9-2010 αίτησή του και τους από 13-7-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 29-9-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος σε συνδυασμό με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018). Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάσταση του. Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (11-10-2022), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 3ος, 5η, 8ος, 10oς, 13ος, 14ος, 18ος, 19ος, 21ος, 22η και 29η αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με αριθ. 699Θ/20-7-2022 και 707Θ/20-7-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 28-9-2010 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δικηγόρους Αθηνών Ευαγγελία Χαραλάμπους και Βηθλεέμ Σαϊτη Τσαβδαρίδου, αντίστοιχα, ως πληρεξούσιες δικηγόρους όλων των αναιρεσίβλητων, οι οποίες, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρουν την ιδιότητα των αντικλήτων αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της πρωτόδικης με αριθ. 730/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης με αριθ. 4805/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ως άνω δικηγόροι παρέστησαν, η μεν πρώτη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων στην πρωτοβάθμια δίκη, η δε δεύτερη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή τους. Συνακόλουθα, εφόσον οι 3ος, 5η, 8ος, 10ος, 13ος, 14ος, 18ος, 19ος, 21ος, 22η και 29η αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 28-9-2010 και με αριθ. κατ. 155/4-10-2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4805/22-7-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 8-7-2008 και με αριθ. κατ. 139752/2528/2008 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 730/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 27-12-2007 και με αριθ. κατ. 3034/28-12-2007 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι παρέχουν την εργασία τους στο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε οργανικές θέσεις υπαλλήλων, ανήκοντες οι μεν 1ος έως και 20ος στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης Μηχανικών (ΠΕ), εργαζόμενοι ως γραμματείς διοικητικοί υπάλληλοι, οι δε λοιποί στην κατηγορία δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) διοικητικού λογιστικού, εργαζόμενοι ως βοηθητικό προσωπικό, αμειβόμενοι (όλοι) με το προβλεπόμενο στο ν. 2470/1997 και στο ν. 3205/2003 μισθολόγιο. Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2004 έως 31-12-2007, διεκπεραίωναν την ανατιθέμενη σ' αυτούς εργασία με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγραφών του αντικειμένου της εργασίας τους σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αναπληρώνοντας τα καθήκοντα των χειριστών Η/Υ, ελλείψει αντιστοίχων οργανικών θέσεων πληροφορικής. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για το αναλογούν στο παραπάνω χρονικό διάστημα επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003, το οποίο αρνείται να τους καταβάλει, ενώ το λαμβάνουν άλλοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν θέσεις χειριστών Η/Υ, το συνολικό ποσό των 3.687 ευρώ σε κάθε ενάγοντα, κυρίως με βάση τη σύμβαση και τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Επικουρικά δε, ζήτησαν την επιδίκαση του παραπάνω ποσού κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που κριθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες χειριστού Η/Υ στα πλαίσια άκυρης σύμβασης εργασίας, κυρίως λόγω έλλειψης οργανικών θέσεων χειριστού Η/Υ, ισχυριζόμενοι ότι το εναγόμενο κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας τους, καθόσον θα κατέβαλλε το παραπάνω ποσό σε άλλους μισθωτούς που θα προσλάμβανε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας κλάδου χειριστού Η/Υ, οι οποίοι θα είχαν τα ίδια προσόντα και ικανότητες με αυτούς και θα κατείχαν αντίστοιχες οργανικές θέσεις, παρέχοντας την ίδια με αυτούς εργασία, υπό τις ίδιες περιστάσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με τη με αριθ. 730/2008 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε απορρίπτοντας την αγωγή κατά την κύρια βάση της, έσφαλε όμως απορρίπτοντας αυτήν κατά την επικουρική βάση της, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από τους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους από 8-7-2008 έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε την αγωγή και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Επιδίκασε δε σε κάθε ενάγοντα για επίδομα πληροφορικής του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2007 (δεχόμενο ότι οι αξιώσεις του προγενέστερου χρονικού διαστήματος είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 1,3 ν.δ. 496/1974), το ποσό των 2.799 ευρώ, το οποίο αποτελεί, κατά τις παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος των εναγόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 16-9-2010, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Ζ., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 4-10-2010 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022 (Α' 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών. Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε προσθέτους λόγους με το από 13-7-2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. κατ. 72/14-7-2022 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, κατ' άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-10-2022), όπως προκύπτει, αντίστοιχα, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση με αριθ. 700Θ/20-7-2022 και 706Θ/20- 7-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ά. Κ., προς τις ως άνω πληρεξούσιες δικηγόρους των αναιρεσιβλήτων Ευαγγελία Χαραλάμπους και Βηθλεέμ Σαϊτη Τσαβδαρίδου, αντίστοιχα, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, φέρουν την ιδιότητα των αντικλήτων αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα: Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) χειριστές-χειρίστριες Η/Υ διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερομένων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνο εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000). δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους των ανωτέρω επιδομάτων δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας". Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1-4-2004), το, ως άνω, επίδομα πληροφορικής προβλέπεται, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001...". Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι έκτοτε το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα, ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους, που είναι απλοί χρήστες Η/Υ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' του ΑΚ, κατά τις οποίες, αντίστοιχα, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και " ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού. Το ίδιο ισχύει και αν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη από οποιοδήποτε λόγο σύμβαση προς το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή ΟΤΑ, οπότε αν ανατεθεί παράνομα σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων, που εμπίπτουν σε άλλο κλάδο αμειβόμενο με βάση υψηλότερες αποδοχές, το δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον, ως άνω, υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, ισούμενη προς τη διαφορά των αποδοχών την οποία θα κατέβαλλε προς άλλο υπάλληλο, στον οποίο θα ανέθετε νόμιμα τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτών των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για τις λοιπές αποφάσεις) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του παραπάνω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης (ή αναληθούς) προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα περιστατικά, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, μεταξύ των ετών 1999 και 2002 προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, απασχολούμενοι αρχικά σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό στους κλάδους ΠΕ και ΔΕ, αμειβόμενοι σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο που προβλέπεται από τις διατάξεις των Νόμων 2470/1997 και 3205/2003. Από τον Ιούνιο του 2004 μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 οι ενάγοντες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις ου εναγομένου υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Όλοι οι ενάγοντες ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2007 απασχολήθηκαν αποκλειστικά μετά από εντολή του εναγομένου ως χειριστές Η/Υ, εισάγοντας και επεξεργαζόμενοι στοιχεία και εγγραφές σε Η/Υ, μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής λόγω υπηρεσιακών αναγκών καθόλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, ενώ στα τμήματα, στις διευθύνσεις που υπηρετούσαν οι ενάγοντες δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ. Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003, καθώς, παρά το γεγονός ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα και σεμινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλων σπουδών. Κατά συνέπεια η ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες και οι ειδικευμένοι, με τίτλους σπουδών, υπάλληλοι των προαναφερομένων άρθρων δικαιολογεί, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις, τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος μόνο στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα απορρίπτοντας την αγωγή κατά την κύρια βάση της δεν έσφαλε. Ακολούθως όμως αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το παραπάνω επίδομα πληροφορικής για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους.....Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση, έσφαλε..". Με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται του αιτουμένου επιδόματος πληροφορικής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 και κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας και να επιδικάσει στη συνέχεια, σε καθένα από αυτούς, για την, ως άνω, αιτία, το αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 1- 1-2005 ως 31-12-2007, ποσό των 2.799 ευρώ, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 , οι οποίες αποκλείουν από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος τους μισθωτούς που δεν έχουν τα τυπικά προσόντα, που ορίζονται στο π.δ. 194/1988, δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών κάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τη διάρκεια της εργασίας τους για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση αυτής, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να αντίκειται στην αρχή της ισότητας που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία επίσης παραβίασε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της τελευταίας, οι παραδοχές της οποίας εκτέθηκαν παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στην επιδίκαση σε κάθε ενάγοντα του προαναφερόμενου ποσού με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά παραδοχή της επικουρικής (και όχι της κύριας) βάσης της αγωγής, ως βάσιμης κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έσφαλε απορρίπτοντας την αγωγή κατά την κύρια βάση της περί επιδίκασης στους ενάγοντες του επιδίκου επιδόματος, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τα όσα διαλαμβάνονται ως αναιρετική πλημμέλεια στα οικεία I και II τμήματα του μοναδικού λόγου αναίρεσης, αλλά το ακριβώς αντίθετο, ο λόγος αυτός, κατά τα αντίστοιχα τμήματα του στηρίζεται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης και, επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, κατά τη γενόμενη δεκτή κατ' ουσίαν επικουρική βάση αυτής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον δεν θεμελιώνεται πλουτισμός του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, συνιστάμενος, όπως ισχυρίζονται, στο επίδομα πληροφορικής, το οποίο θα κατέβαλλε το τελευταίο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003 σε άλλους μισθωτούς, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας χειριστού Η/Υ και οι οποίοι θα ασκούσαν την ίδια εργασία με τους αναιρεσιβλήτους και θα είχαν τα ίδια με αυτούς προσόντα και ικανότητες, δεδομένου ότι, αν συνέβαινε τούτο, το αναιρεσείον και πάλι δεν θα κατέβαλλε το επίδομα πληροφορικής στους εν λόγω μισθωτούς, αφού και αυτοί, έχοντες τα ίδια προσόντα με τους αναιρεσιβλήτους (οι οποίοι δεν επικαλούνται ότι κατέχουν πτυχίο ή δίπλωμα σπουδών στο αντικείμενο των ειδικοτήτων, στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής), δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους προς τούτο τίτλους σπουδών. Εξάλλου, η απλή ή σε κάθε περίπτωση εν τοις πράγμασι χρήση από τους αναιρεσιβλήτους ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλότριων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο επικαλούμενος πλουτισμός του αναιρεσείοντος σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Κατόπιν των παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αγωγή κατά την, ως άνω, επικουρική βάση αυτής είναι νόμιμη (δεχόμενο αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα προαναφερόμενα ποσά) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε (και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 ν. 3205/2003, που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής). Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 4805/2010 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η 8-7-2008 έφεση, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 730/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η από 27-12-2007 αγωγή κατά την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση αυτής και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.799 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικασθεί αυτή από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 8-7-2008 και με αριθ. κατ. 139752/2528/2008 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος, που αφορά τη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις. Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε. Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται", ενώ κατά το άρθρο 940 παρ.2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος". Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 22/2006, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 2052/2014, ΑΠ 1623/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 7-10-2022, δηλαδή τέσσερις ημέρες πριν την ημερομηνία της δικασίμου (11-10-2022), υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενο ότι σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης με αριθ. 4805/2010 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταβλήθηκαν στο καθένα αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στην ως άνω απόφαση χρηματικά ποσά, αφού παρακρατήθηκαν οι νόμιμες κρατήσεις, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, την από ... μισθοδοτική κατάσταση της ως άνω Υπηρεσίας και το από ... υπηρεσιακό σημείωμα της ως άνω Υπηρεσίας και ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό που καταβλήθηκε από το αναιρεσείον σε έκαστο αναιρεσίβλητο σε εκούσια συμμόρφωση με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσδιορίζεται το συνολικό ποσό οφειλής σε κάθε αναιρεσίβλητο, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας (επιδικασθέν ποσό πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων), ούτε το συνολικό ποσό κρατήσεων για κάθε αναιρεσίβλητο (ασφαλιστικές εισφορές, φόρο και λοιπές κρατήσεις), ώστε, μετ'αφαίρεση του συνολικού ποσού κρατήσεων, να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πράγματι εισέπραξε κάθε αναιρεσίβλητος και δεδομένου ότι δεν αρκεί για το ορισμένο του ως άνω αιτήματος (επαναφοράς) του αναιρεσείοντος η παραπομπή στα προσκομιζόμενα από αυτό έγγραφα. Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ να απορριφθεί ως αόριστη. Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β/11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002 και ήδη σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 1578/2021). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθ. 4805/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 8-7-2008 και με αριθ. κατ. 139752/2528/2008 έφεση των εκκαλούντων, εξαφανίσθηκε η με αριθ. 730/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2007 αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.799 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 8-7-2008 και με αριθ. κατ. 139752/2528/2008 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων κατά της με αριθ. 730/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το ως άνω μέρος. Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ