Αριθμός 468/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου Ν.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δεμερούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Γ. του Δ., κατοίκου Ε. Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαδογιαννάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ..... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2020 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 του ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία όμως περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί την δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στην δικαιοπραξία (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 480/2019). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης κατά κυριότητα ακινήτου, η οποία εικονικότητα αφορά στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή. Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση είναι άκυρη και γι' αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ (ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 2306/2009, ΑΠ 1.../2003). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ρόδου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) ασκούσε το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, ενώ είχε αναπτύξει και επιχειρηματική δράση, μετείχε δε μεταξύ άλλων και στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Φ. Ρ. ... - εμπορική ανώνυμη εταιρία", η οποία αναλάμβανε μεγάλα τεχνικά έργα, κατέχοντας μετοχές που αντιπροσώπευαν το 6,25% του καταβεβλημένου μετοχικού της κεφαλαίου. Δυνάμει της από ... σύμβασης ο ενάγων προέβη σε πώληση των μετοχών του αυτών προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία Ό. ΑΕ' έναντι τιμήματος ποσού 550.000 ευρώ. Παράλληλα ο ενάγων και ο νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρίας συνήψαν το με ημερομηνία ... ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι στο ανωτέρω πραγματικό τίμημα (αντάλλαγμα) για την πώληση των μετοχών του ενάγοντος θα συμπεριλαμβάνεται και η μεταβίβαση προς αυτόν κατά πλήρη κυριότητα - μεταξύ άλλων - και του ποσοστού των 15/20 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 13.280 τ.μ. στη θέση "Μ. «Π., με κτηματολογική μερίδα ... γαιών Κ., νομικής φύσης αρζί - μιρί και ήδη ελευθέρας ιδιοκτησίας "μουλκ", αντικειμενικής αξίας 20.976 ευρώ. Σε επικύρωση της εν λόγω συμφωνίας τους, ο ενάγων υπέγραψε με την ιδιοκτήτρια ακινήτου ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Φ. Ρ. ... ανώνυμη εταιρία", ο κατασκευαστικός κλάδος της οποίας είχε εισφερθεί, μετά από απόσχιση, στην εταιρία "Ο. Α.Ε", το με αριθ. ... προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Χαρίκλειας Σερβετά, δυνάμει του οποίου η ως άνω εταιρία υποσχέθηκε κι ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στον ενάγοντα ή σε οποιονδήποτε τρίτο που αυτός θα υποδείκνυε το ιδανικό μερίδιο των 15/20 εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω αγρού. Στις ... συνήφθη το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Περίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (αριθ. πραξ. ...), δυνάμει του οποίου η πωλήτρια εταιρία "Ο. Α.Ε" μεταβίβασε λόγω πώλησης την κυριότητα των 15/20 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου στις κόρες του ενάγοντος από τον πρώτο του γάμο Ν. και Η. Κ., σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε έκαστη, και στην εναγόμενη Ι. Γ. (αναιρεσίβλητη), σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Στο εν λόγω οριστικό συμβόλαιο αφενός συμβλήθηκαν ο Ν. Μ., ως εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας και αφετέρου η Ν. Κ. και ο ίδιος ο ενάγων ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της κόρης του Η. Κ. καθώς και της εναγομένης Ι. Γ., δυνάμει ειδικών πληρεξουσίων που του είχαν παρασχεθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω ακίνητο είχε αγοραστεί κατά το έτος … από τον ίδιο τον ενάγοντα, τον Ν. Μ. και τον Ι. Κ., το έτος 1995 μεταβιβάσθηκε στην εταιρία 'Φ. ΑΕ', ήδη δε τμήμα αυτού από το έτος … ήταν μισθωμένο για την εγκατάσταση κεραίων κινητής τηλεφωνίας προς την εταιρία 'Π. ΑΕ'. Μετά τη σύναψη του από ... προσυμφώνου πώλησης, ο ενάγων είχε ο ίδιος τη διαχείριση του ακινήτου αυτού και μίσθωσε τμήμα του και στην εταιρία 'C. ΑΕ', έναντι ετησίου μισθώματος 13.000 ευρώ, ενώ έκτοτε ο ίδιος εισέπραττε τα μισθώματα από τις συμβάσεις μίσθωσης προς τις ως άνω εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, εξακολούθησε δε να διαχειρίζεται το ακίνητο και να εισπράττει τα μισθώματα, και μετά τη σύναψη του επίδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει ειδικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων που του χορήγησαν οι κόρες του Ν. και Η. Κ. και η εναγόμενη Ι. Γ.. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι το ετήσιο μίσθωμα που λάμβανε από την εταιρία ‘V. - Π. ΑΕ' κατά το έτος 2008 ανήλθε σε 25.000 ευρώ (σχετ. το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης-τροποποίησης της μίσθωσης), ενώ ακολούθως από ... ορίσθηκε στο ποσό των 5.416,66 ευρώ μηνιαίως. Με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει της επίδικης από ... σύμβασης αγοραπωλησίας ο ίδιος σκοπούσε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (του ιδανικού μεριδίου των 15/20) του μεταβιβαζόμενου ακινήτου να περιέλθει πράγματι στην κυριότητα των δύο θυγατέρων του, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό να περιέλθει στην κυριότητα της εναγομένης φαινομενικά μόνο, ενώ η συμφωνία όλων των συμβαλλομένων ήταν να περιέλθει στον ίδιο κατά κυριότητα κατά το ως άνω ποσοστό, προκειμένου να το διασώσει από επικείμενη κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων, πρόθεση δε αυτού ήταν στο μέλλον να μεταβιβάσει και αυτό το ποσοστό στις δύο θυγατέρες του. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο πως η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έγινε εικονικά προς το πρόσωπο της εναγομένης. Ειδικότερα, όπως ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει, με την εναγόμενη γνωρίσθηκε κατά το έτος …. Κατά το χρόνο εκείνο η εναγόμενη διήγε το 29ο έτος της ηλικίας της και διέμενε σε μισθωμένη κατοικία στην Ν. Σ. Α., ενώ ο ενάγων διήγε το 44ο έτος της ηλικίας του, ήταν έγγαμος με δύο τέκνα και διέμενε με την οικογένειά του στη Ρ.. Όπως ακόμα ο ίδιος αναφέρει η γνωριμία του με την εναγόμενη σύντομα εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση, για το λόγο αυτό διέκοψε οριστικά κατά το έτος …την έγγαμη συμβίωσή του με τη σύζυγό του, προκειμένου να συμβιώσει ελεύθερα με την εναγόμενη, λόγω δε της μεγάλης αγάπης που είχε για αυτήν κάλυπτε όλα της τα έξοδα, της πρόσφερε δώρα μεγάλης αξίας και ενίσχυε οικονομικά την ίδια και την οικογένειά της. Κατά το έτος … ο ενάγων, όπως ισχυρίζεται, αγόρασε με δικά του χρήματα ένα διαμέρισμα στο όνομα της εναγομένης στο ..., το οποίο ο ίδιος επίπλωσε και εξόπλισε πλήρως και στο οποίο διαβιούσε με την εναγόμενη. Μετά τη λύση του γάμου του με την πρώτη του σύζυγο και λίγες ημέρες προτού αναχωρήσει για τα Η. Α. Ε., προκειμένου να εργασθεί εκεί ως πολιτικός μηχανικός, συνήψε με την εναγόμενη την ... πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Ε. Α.. Την προηγούμενη ημέρα, στις ..., έλαβε χώρα η σύναψη του επίδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας. Με αυτό, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, o ενάγων, o οποίος δεν γνώριζε για πόσο χρονικό διάστημα θα διέμενε στα Α. Ε., προφανώς διασφάλιζε πως η εναγόμενη, σύζυγός του πλέον, η οποία δεν είχε άλλα εισοδήματα, θα λάμβανε σε κάθε περίπτωση ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα από την εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου για να καλύπτει τις ανάγκες της. Ο ενάγων ισχυρίζεται πως δεν επιθυμούσε να εμφαίνεται ως κύριος του ακινήτου κατά το ποσοστό που μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη, προκειμένου να προστατευθεί το ακίνητο από επικείμενη κατάσχεση εναντίον του, λόγω των οφειλών που εκείνο το διάστημα είχε προς την Τ. Π. και το ΤΣΜΕΔΕ. Από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα προκύπτει ότι το ασφαλιστικό ταμείο ΤΣΜΕΔΕ είχε εκδώσει σε βάρος του στις ... τη με αρ. πρωτ. ... ατομική ειδοποίηση - βεβαίωση για οφειλές ποσού 162.568 ευρώ, εναντίον της οποίας ο ενάγων άσκησε την από ... αίτηση αναστολής της διοικητικής εκτέλεσης με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενος και την έκδοση προσωρινής διαταγής, καθώς και την από ... (ορθόν: …) ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Με την από ... προσωρινή διαταγή, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε έως την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής, ανεστάλη η κατά του ενάγοντος εκτέλεση, ενώ η αίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή με τη με αρ. 1534/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αρ. καταθ. .../... ανακοπής του. Ακολούθως με τη με αρ. 30/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δημοσιεύθηκε στις 9.3.2009, έγινε δεκτή η ανακοπή του ενάγοντος και ακυρώθηκε η βεβαίωση περί της ως άνω οφειλής του ενάγοντος προς το ΤΣΜΕΔΕ. Το ..., ως διάδοχος του ΤΣΜΕΔΕ άσκησε έφεση κατά της με αρ. 30/2009 απόφασης και εκδόθηκε η με αρ. 274/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε την 10.11.2010, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εναντίον της τελευταίας το εκκαλούν ... άσκησε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η με αρ. 963/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε την 1.6.2012, που την απέρριψε. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, δυνάμει της με αρ. ... διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Τ. Π., ως εγγυητής σε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού υπέρ του πιστούχου αδελφού του Κ. Κ., το ποσό των 100.569,33 ευρώ, ενώ η Τ. Π. προέβη κατά το έτος ..σε αναγκαστική κατάσχεση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του για το ποσό των 264.127,35 ευρώ. Κατόπιν δε άσκησης της από … αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η με αρ. 136/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίσθηκε πως η οφειλή του ενάγοντος εκ της ως άνω σύμβασης εγγύησης ανερχόταν στις 4.8.2004 στο ποσό των 145.234,25 ευρώ και η Τ. Π. υποχρεώθηκε να υπάγει την οφειλή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3259/2004. Πέραν των ως άνω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης διατηρούσε άλλες οφειλές σε τρίτους. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων διέθετε σημαντική ακίνητη περιουσία. Ο ενάγων δεν προσκομίζει σχετικά στοιχεία, προκειμένου να αντικρούσει τον ως άνω ισχυρισμό της, ενώ από τα προσκομιζόμενα από την εναγόμενη αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι αυτός διέθετε το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος επιφάνειας ισογείου 130 τ.μ. μετά υπογείου 100 τ.μ. επί των οδών Η. Π. 3 και Ι. Κ. (βλ. σχετ. την από ... επιστολή του ενάγοντος προς την εταιρία 'Β. ΑΒΕΕΤ', στην οποία, στα πλαίσια μελλοντικής τους συνεργασίας, μνημονεύει ότι ανήκουν στην πλήρη 'ιδιοκτησία τους' ακόμα δύο καταστήματα σε κεντρικές οδούς της πόλης της..), το 1/3 εξ αδιαιρέτου μίας ισόγειας οικίας επιφάνειας 48 τ.μ. επί της οδού Λ. 1 στα Κ. Π. στην Α., το 1/3 εξ αδιαιρέτου μίας ισόγειας οικίας επιφάνειας 31 τμ στο Α. Θ. (σχετ. το Ε2 του ενάγοντος για το έτος …), διαμέρισμα του 1ου ορόφου, επιφάνειας 70 τ.μ. και ισόγειο κατάστημα επιφάνειας 95 τ.μ. στην οδό Ε. 12 στην Α.. Ακόμα, από το ως άνω από ... αντέγγραφο που είχε συνάψει με την εταιρία 'Ο. ΑΕ' προκύπτει ότι ο ενάγων θα λάμβανε ως αντάλλαγμα από την πώληση των μετοχών του ένα κατάστημα ισογείου ορόφου, επιφάνειας 106,40 τ.μ. επί της οδού Λ. Φ. 3 στη Ρ., αντικειμενικής αξίας 191.200 ευρώ, ένα κατάστημα επιφάνειας 48,13 τ.μ. στο εμπορικό κέντρο Μ. στην Ι. Ρ., αντικειμενικής αξίας 60.138 ευρώ και ένα κατάστημα επιφάνειας 59,60 τ.μ. επί των οδών Κ. και Α.. Ι. στη Ρ., αντικειμενικής αξίας 62.814 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, η επιχειρηματική δράση που είχε αναπτύξει και η ενασχόληση του υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού με μεγάλα τεχνικά έργα ήταν τέτοια που θα μπορούσε ευχερώς να καλύψει τις ως άνω οφειλές του. Ούτε όμως αποδείχθηκε πως σε οιοδήποτε χρονικό σημείο έως τη διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων κατά το έτος …, ο ενάγων προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια για να ανακτήσει στο όνομά του ή για να μεταβιβασθεί προς τις δύο θυγατέρες του το ως άνω ποσοστό της εναγομένης επί του προαναφερόμενου αγρού, παρόλο που από το έτος … είχε λήξει αμετακλήτως υπέρ αυτού η δικαστική αντιδικία του με το ΤΣΜΕΔΕ. Από δε το απόσπασμα του προσωπικού ημερολογίου που ο ενάγων ιδιοχείρως τηρούσε και το οποίο προσκομίζεται από την εναγόμενη προκύπτει πως τον Νοέμβριο του …, αφού ενημερώθηκε για την απόρριψη της έφεσης του ΤΣΜΕΔΕ, εκδηλώνει τη βούλησή του να μεταβιβάσει μετοχές που κατείχε στην εναγόμενη και στις δύο θυγατέρες του. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η επίδικη σύμβαση δεν ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός πως στο επίδικο συμβόλαιο, στο οποίο συμβλήθηκε ο ίδιος ο ενάγων ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της εναγομένης, διαλήφθηκε όρος περί παραίτησης των συμβαλλομένων από κάθε δικαίωμα προσβολής, διάρρηξης ή ακύρωσης για οιονδήποτε λόγο ή αιτία, όρος που προδήλως δεν θα διαλαμβανόταν ή θα είχε άλλο περιεχόμενο εάν η μεταβίβαση προς την εναγόμενη ήταν φαινομενική. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος πως δυνάμει των με αρ. ... και ... συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Δέσποινας Λιασίδου και Βασιλικής Καλογεροπούλου που του παρέσχε η εναγόμενη, διαχειριζόταν και εκμεταλλευόταν το ως άνω ακίνητο ως αληθής κύριος, συνεχίζοντας να το εκμισθώνει στις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας και να εισπράττει ο ίδιος τα μισθώματα, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η μεταβίβαση ως προς αυτήν ήταν εικονική, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον πληρεξουσιότητα με το ίδιο περιεχόμενο είχαν παράσχει προς τον ενάγοντα και οι δύο θυγατέρες του Η. και Ν. Κ., ως προς τις οποίες ο ενάγων αποδέχεται πως η μεταβίβαση του ακινήτου δεν έγινε φαινομενικά. Άλλωστε εάν ο ενάγων πράγματι επιθυμούσε όλο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο να περιέλθει στις δύο κόρες του, δεν υπήρχε λόγος να μεταβιβάσει το 1/2 αυτού στην εναγόμενη, καθόσον, όπως ο ίδιος αναφέρει, εξακολούθησε να έχει την αποκλειστική διαχείριση του ακινήτου και μετά την επίδικη σύμβαση. Ο ενάγων ισχυρίζεται ακόμα πως ουδέποτε καταβλήθηκε το οιοδήποτε τίμημα από τις φερόμενες ως αγοράστριες, καθόσον άλλωστε η εναγόμενη δεν είχε ποτέ δικά της εισοδήματα και ο ίδιος συντηρούσε αποκλειστικά την ίδια και την οικογένειά της. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι μόνο το γεγονός της μη καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν καθιστά εικονική την δικαιοπραξία..., κρίσιμο δε εν προκειμένω είναι εάν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν ή όχι να συμβληθεί η εναγόμενη ως πραγματική αγοράστρια κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και όχι αν αυτή είχε τη δυνατότητα να καταβάλει και αν κατέβαλε το τίμημα. Η κρίση τού Δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του Π. Σ., επαγγελματικού συνεργάτη του από το έτος…, ο οποίος κατέθεσε πως η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, γεγονός που τελούσε σε γνώση τόσο των δύο θυγατέρων του ενάγοντος όσο και του εκπροσώπου της πωλήτριας εταιρίας Ν. Μ., χωρίς ωστόσο η κατάθεση αυτού να ενισχύεται από άλλα επαρκή αποδεικτικά μέσα. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και μεταξύ αυτών και της πωλήτριας εταιρίας πως η συμμετοχή της εναγομένης στο επίδικο συμβόλαιο ως αγοράστριας του μεταβιβαζόμενου ιδανικού μεριδίου σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ήταν εικονική και πως τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν και ήθελαν η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του ιδανικού μεριδίου των 15/20 του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου να ισχύει για τον ενάγοντα και όχι για την εναγόμενη, φαινόμενη απλώς ως αγοράστρια. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η συναλλακτική πρόθεση και βούληση τόσο των διαδίκων όσο και της πωλήτριας εταιρίας ήταν να μεταβιβασθεί η κυριότητα του ιδανικού μεριδίου του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην εναγόμενη και κατά το υπόλοιπο ποσοστό στις δύο κόρες του ως αληθινές αγοράστριες. Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε δεκτή την αγωγή, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς, πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικώς βάσιμοι, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί στην ουσία, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε αυτός να αναγνωρισθεί ότι η αγορά με το προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου του μεταβιβασθέντος ιδανικού μεριδίου του ως άνω αγρού είναι εικονική και άρα άκυρη ως προς το πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και ότι ο ίδιος είναι ο αληθής αγοραστής του ποσοστού αυτού, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη της πωλήσεως του επίδικου ακινήτου ως προς το πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αγοράστριας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 139 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων, μετά τη σύναψη του από ... προσυμφώνου πώλησης, είχε ο ίδιος τη διαχείριση του επίδικου ακινήτου και μάλιστα εκμίσθωσε τμήμα αυτού στην εταιρία "C. ΑΕ" έναντι ετησίου μισθώματος 13.000 ευρώ, και επίσης ότι εξακολούθησε να διαχειρίζεται το ακίνητο και να εισπράττει τα μισθώματα και μετά τη σύναψη του επίδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει ειδικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων που του χορήγησαν οι κόρες του και η εναγομένη, στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι η σύναψη του επίδικου συμβολαίου αγοραπωλησίας στο όνομα της εναγομένης έγινε για να διασφαλίσει ο ενάγων ότι θα λάμβανε αυτή σε κάθε περίπτωση ένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα από την εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου για να καλύπτει τις ανάγκες της, επιτείνεται δε η αντίφαση αυτή και με την έτερη παραδοχή ότι ο ενάγων εξ αρχής κάλυπτε όλα τα έξοδα της εναγομένης, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με το τι δέχεται το Δικαστήριο ως το αίτιο που κίνησε τον ενάγοντα να υποδείξει την εναγομένη ως αγοράστρια του άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του επίμαχου ακινήτου και, συνακόλουθα, να μη μπορεί να κριθεί, εάν ο αναιρεσείων σκοπούσε πράγματι να περιέλθει στην κυριότητα της εναγομένης το άνω ποσοστό του ακινήτου ή αντίθετα αν σκοπούσε να περιέλθει σ' αυτήν φαινομενικά μόνο, προκειμένου να το διασώσει από επικείμενη κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων. Πέραν αυτών, ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι πράγματι κατά το χρόνο της καταρτίσεως της επίδικης σύμβασης υπήρχαν οφειλές εις βάρος του ενάγοντος συνολικού ποσού 307.802,25 ευρώ και δη ότι το ασφαλιστικό ταμείο ΤΣΜΕΔΕ είχε εκδώσει σε βάρος του στις ... τη με αρ. πρωτ. ... ατομική ειδοποίηση - βεβαίωση για οφειλές ποσού 162.568 ευρώ και ότι δυνάμει της με αρ. ... διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Τ. Π. το ποσό των 100.569,33 ευρώ, η οποία και προέβη κατά το έτος … σε αναγκαστική κατάσχεση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του για το ποσό των 264.127,35 ευρώ, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η ύπαρξη των οφειλών αυτών δεν ήταν αποτρεπτική της βούλησης του ενάγοντος να μεταβιβασθεί στο όνομά του το εν λόγω ακίνητο, λόγω του κινδύνου κατασχέσεώς του από τους τότε δανειστές του, όπως είχε ήδη γίνει, με βάση τις άνω παραδοχές, από την Τ. Π. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του και γιατί η οικονομική του κατάσταση θα απέτρεπε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τη στιγμή που δεν το απέτρεψε στην περίπτωση της οφειλής του προς την Τ. Π.. Τέλος, ενώ δέχεται ότι, κατόπιν άσκησης της από ... αγωγής εκ μέρους του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η με αρ. 136/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωρίσθηκε πως η οφειλή του εκ της ως άνω σύμβασης εγγύησης ανερχόταν στις 4.8.2004 στο ποσό των 145.234,25 ευρώ και η Τ. Π. υποχρεώθηκε να υπάγει την οφειλή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3259/2004, πράγμα που σημαίνει ότι η εκκρεμότητα με την Τ. Π. έληξε κατ' αρχήν με την έκδοση της άνω απόφασης του 2015 και άρα μέχρι τότε παρέμενε ο κίνδυνος κατάσχεσης από την τράπεζα και του επιδίκου ακινήτου, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσείων μέχρι και τη διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων κατά το έτος … δεν προέβη σε οιαδήποτε ενέργεια για να ανακτήσει στο όνομά του ή για να μεταβιβασθεί προς τις δύο θυγατέρες του το ως άνω ποσοστό της αναιρεσίβλητης επί του προαναφερόμενου αγρού, παρόλο που από το έτος … είχε λήξει αμετακλήτως υπέρ αυτού η δικαστική αντιδικία του με το ΤΣΜΕΔΕ, παραγνωρίζοντας έτσι τη μη λήξη της εκκρεμότητας με την Τ. Π. και μη αιτιολογώντας γιατί αυτή η εκκρεμότητα δεν δικαιολογούσε την έως τότε μη άσκηση της ένδικης αγωγής, τη στιγμή που δεν υφίσταται και παραδοχή περί διευθετήσεως της σχετικής οφειλής του αναιρεσείοντος προς την άνω Τράπεζα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 183/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ