Αριθμός 913/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ........, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της 1476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2006, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1474/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τα άρθρα 4 παρ.1 εδ.γ και 5 παρ.1 περ.Α εδ.δ και παρ.2 του Ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού , ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται " 1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση....... Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης....ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια........ ..3 Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα . Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών..... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών..... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ......... 4. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός..... 5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς....... 7 α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης το κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως ............ 10. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης......". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι προκειμένου για το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκη και μέλη δύο Πρωτοδίκες και αν κάποιος από αυτούς κωλύεται για τους αναφερόμενος στη πιο πάνω διάταξη της παρ.7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.1 του ΚΠΔ στην περίπτωση που είναι αδύνατη η συγκρότηση των ποινικών συνθέσεων του Δικαστηρίου από τον αριθμό των υπηρετούντων σ΄αυτό δικαστών, να τεθούν στην κληρωτίδα και να κληρωθούν και ειρηνοδίκες ή πταισματοδίκες υπηρετούντες στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού, ύστερα από πράξη του Διευθύνοντος το Δικαστήριο, η οποία θα μνημονεύει την αδυναμία συγκρότησης των συνθέσεων. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη πιο πάνω διάταξη της παρ.7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ.7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτής, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι α) υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμετείχε, σε αντικατάσταση κωλυόμενου πρωτοδίκη, ειρηνοδίκης, χωρίς να μνημονεύεται, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 1756/1988, " το μεν ο αριθμός το δε η ιδιότητα του εκδώσαντος αυτή ως διευθύνοντος το δικαστήριο της πράξεως αναπληρώσεως" και β) ότι στα πρακτικά αναφέρεται ο αριθμός μιας πράξεως, πλην όμως δεν αναφέρεται αν η πράξη αυτή αποτελεί ή όχι πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος αν η αναπλήρωση ήταν ή όχι νόμιμη. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, συμμετείχε και η Ανθή Κοπέλλου Ειρηνοδίκης Θεσσαλονίκης, κατόπιν κληρώσεως και επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί και αναπληρωματικοί Δικαστές, σύμφωνα με την 2/2006 πράξη του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου. Θεσσαλονίκης". Από το ίδιο πρακτικό προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε διά του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έτσι, τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και ο συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω πρακτικά, οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού μνημονεύεται σε αυτά, τόσο ο αριθμός της πράξεως αναπληρώσεως (2/2006), καθώς και η ιδιότητα του οργάνου που την εξέδωσε, δηλαδή του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή του οργάνου που διευθύνει το Δικαστήριο. Είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το ότι η πράξη αυτή δεν εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του εν λόγω Συμβουλίου, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.2 του ν. 1756/1988, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης διευθύνεται από Τριμελές Συμβούλιο. ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1476/2006 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ΄ αύξοντα αριθμό, ως εξής "1) Φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. 773/2003 απόφασης του ΑΠ. 2. Φωτοαντίγραφο της από 17.09.1999 επιστολής". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά . Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται επιπλέον προσδιοριστικά στοιχεία ως προς την απόφαση του Αρείου Πάγου που αναγνώσθηκε και ως προς το περιεχόμενο και το αντικείμενο της επιστολής . Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω αριθμούμενα έγγραφα. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της αίτησης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα πιο πάνω επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙII.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης , που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1476/2006 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2000 έως 1-11-2000 έχων την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε με την επωνυμία "ΓΕΔΥ Α.Β.Ε.Ε., που είχε την έδρα της επί της οδού Μοναστηρίου-Θεσσαλονίκης και αντικείμενο δραστηριότητας τα Δομικά υλικά, η οποία (εταιρία) απασχολούσε προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ τουλάχιστον από 1-12-99 και μέχρις 30-9-2000, δεν κατέβαλε εγκαίρως από πρόθεση στον ανωτέρω Ασφαλιστικό οργανισμό τις ασφαλιστικές εισφορές, που την βάρυναν ως εργοδότρια, συνολικού ύψους 135.138.000 δρχ. και τις παρακρατηθείσες από αυτές εργατικές τοιαύτες, συνολικού ποσού 67.569.000 δρχ., εντός μηνός, αφ΄ ότου κατέστησαν απαιτητές. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται να αποδεικνύεται ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι αυτοί, πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας και ποιες οι τακτικές αποδοχές του καθένα (βλ. ΑΠ 46/2005 Ποιν.Χρ. 2005.886). Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γι΄ αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό όμως των μη ταπεινών αιτίων, απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού που προέβαλε (π.ρ.βλ. ΑΠ 1245/2004 Ποιν.Χρ. 2005.530), ότι η ως άνω εταιρία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με το αναγνωσθέν στο ακροατήριο απόσπασμα της υπ΄ αριθμ. 1732/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ο χρόνος τελέσεως της εν λόγω πράξεως περιλαμβάνεται εντός της υπόπτου περιόδου που ορίσθηκε με αυτή και άρα δεν μπορούσε κατά νόμο να πληρώσει. Τούτο δε διότι το ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα περιλαμβάνεται πράγματι εντός της υπόπτου περιόδου που ορίσθηκε με αυτή (απόφαση) δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (π.ρ.βλ. ΑΠ 1209/2004 Ποιν.Χρ. 2005.526) ούτε εμπόδιζε αυτόν κατά νόμο κα καταβάλει τα ως άνω ποσά κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Σημειώνεται ότι αυτός δεν ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να πληρώσει μετά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως (25-10-2000), οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος περί μη συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου (δόλου) αυτού, (άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 635/1937), που όμως, σε κάθε περίπτωση, θα αφορούσε εισφορές μόνο του τελευταίου μηνός του επιδίκου διαστήματος δηλαδή του μηνός Σεπτεμβρίου 2000". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, του ότι στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως εργοδότης, με την προφανή πιο πάνω διευκρινιζόμενη έννοια (νομίμου εκπροσώπου της ΓΕΔΥ Α.ΒΕΕ) , καθυστέρησε την αγορά ενσήμων για καταβολή εισφοράς των μισθωτών, που απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από 12/99 μέχρι 9/00 . (ΠΕΕ ή ΚΔ 1332), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, δηλαδή Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας, προς το οποίο έπρεπε ο αναιρεσείων να καταβάλει για την ασφάλιση του προσωπικού τις προβλεπόμενες εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία)και ειδικότερα Α) Ενώ είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει τις βαρύνουσες τον ίδιο ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές) δρχ 135.138.000, δεν τις κατέβαλε στον ανωτέρω Οργανισμό μέσα σε ένα μήνα κατά τον οποίο έγιναν αυτές απαιτητές και Β) Ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του ατόμων (εργατικές) ποσού 67.559.000 δρχ., με σκοπό να τις αποδώσει στον ανωτέρω οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, διαπράττοντας υπεξαίρεση. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών για κάθε πράξη και συνολική τριών ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προ 4, 40 ευρώ ημερησίως . Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η μερική επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΔΥ ΑΒΕΕ", από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών . Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται για την επάρκεια της αιτιολογίας και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε ο καθένας από αυτούς, το ύψος των αποδοχών τους και άλλα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης με την επιχείρηση του εργοδότη τους και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Επίσης, η αιτίαση του ίδιου ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο λόγος για τον οποίο " ο χρόνος τελέσεως των πράξεων τοποθετείται πολύ αργότερα από το χρόνο απασχολήσεως του προσωπικού και του απαιτητού των οφειλομένων εισφορών", είναι αβάσιμη, αφού ο χρόνος απασχολήσεως του προσωπικού προσδιορίζει μεν το χρόνο τελέσεως, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτόν, εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω διαφορετική τοποθέτηση του χρόνου αυτού δεν είναι ουσιώδης και κρίσιμη, αφού, με οποιαδήποτε εκδοχή, δεν ανακύπτει θέμα παραγραφής των πιο πάνω πράξεων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε ("ΓΕΔΥ ΑΒΕΕ"), είχε πτωχεύσει, και με την 1732/25-10-00 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε, ορίστηκε ημερομηνία παύσεως των πληρωμών η 10-10-1999, οπότε υπήρχε πραγματική αδυναμία και δεν είχε υποχρέωση καταβολής των πιο πάνω εισφορών. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το ΙΚΑ εισφορών της Α.Ε., έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και τίποτε περισσότερο και το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ανεξαρτήτως αυτού, το Δικαστήριο, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ, συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, όπως εκτιμάται, κακής εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 28/6-4-2006 αίτηση αναιρέσεως του ....... και της ........, κατά της 1476/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ