Αριθμός 2397/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Τσιάρα, περί αναιρέσεως της 477/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 30 Μαΐου 2006 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο , τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1055/05. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1περ.α'του ν.2408/1996, εκείνος, ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας, που εκπροσωπείται απ' αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη, χωρίς να εξετάζεται το έγκυρο ή άκυρο ή υποστατό της υποκειμένης σχέσεως. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενικής υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ.1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Το αξιόποινο δε του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι μη αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου ή παράνομου της αιτίας. Αρκεί η επιταγή ως αξιόγραφο να έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Εξάλλου, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής περιλαμβάνει μια πράξη, ήτοι την έκδοση της επιταγής, και μια παράλειψη, ήτοι την έλλειψη αντιστοίχων διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Το δεύτερο στοιχείο σκοπείται σε δύο χρόνους, που προβλέπονται από την πιο πάνω διάταξη κατά τρόπο υπαλλακτικό. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και ατελής, χωρίς δηλαδή , να έχει τεθεί χρονολογία εκδόσεως με τη συμφωνία ότι η συμπλήρωση της χρονολογίας αυτής θα γίνει από τον λήπτη (άρθρο 13 ν.5960/1933). Στην περίπτωση αυτή η κατά το άρθρο 29 παρ.1 του ίδιου νόμου οκταήμερη προθεσμία εμφανίσεως προς πληρωμή αρχίζει από τη συμπλήρωση της χρονολογίας. Όταν, επομένως, ο κομιστής συμπληρώνει δικαιωματικώς, βάσει εξουσιοδοτικής συμφωνίας, την πιο πάνω χρονολογία μετά την έκδοση και εμφανίζει την επιταγή για να πληρωθεί μέσα στην οκταήμερη προθεσμία από τη χρονολογία αυτή, ο εκδότης οφείλει να έχει διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο αυτό. Αν κατά το χρόνο αυτό δεν διατηρεί κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρόνο αυτό τελεί το έγκλημα. Η μη διατήρηση κατά το χρόνο αυτό διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή της επιταγής αποτελεί την τέλεση του εγκλήματος, αφού κατ' αυτόν το χρόνο "όφειλε να ενεργήσει" κατά το άρθρο 17 του ΠΚ (ΟλΑΠ 462/1992). Περαιτέρω, από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933,συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006) δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιούμενου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 του ν.5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του ν.2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (ΟλΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε και Η περ. δ του Κ.Ποιν.Δ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α)η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, και β) η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 46 Κ.Ποιν.Δ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Ποιν.Δ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει ότι με βεβαιότητα έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Εξάλλου, η απόφαση επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει την ανωτέρω αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο εγκαλών έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του υπαιτίου ή κάποιου από τους συμμετόχους της. Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, δηλαδή όταν η έγκληση έχει υποβληθεί μέσα στην αναφερόμενη τρίμηνη προθεσμία, είναι αυτή οπωσδήποτε εμπρόθεσμη και δεν γεννάται ζήτημα γνώσεως της τελέσεως της πράξεως εκ μέρους του δικαιούμενου να υποβάλλει την έγκληση. Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 477/2005 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας " ........" συνήψε στις ..... (βλ. ιδιωτικό συμφωνητικό που αναγνώσθηκε και υπογράφει ο ίδιος) συμφωνία με τον εγκαλούντα Ψ1, κατά την οποία, μεταξύ των άλλων, του παρέδωσε μία επιταγή 30.000.000 δραχμών, έκδοσης της εταιρίας, της οποίας η επωνυμία αναγράφεται στην επιταγή και την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος (ως εκπρόσωπός της), πληρωτέα από τη Γενική Τράπεζα σε διαταγή του Ψ1, ως εγγύηση για την απόδοση των μηχανών καφέ που παρέδωσε ο εγκαλών στον κατηγορούμενο και για το υπόλοιπο της οφειλής, που πιθανόν θα προέκυπτε σε βάρος του από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία εμπορίας καφέ. Στην επιταγή δεν αναγράφηκε χρόνος έκδοσης και συμφωνήθηκε να μη μεταβιβαστεί σε τρίτο και ο συμβαλλόμενος Ψ1 να μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη ποσού ίσου με την αξία των μηχανών που δεν αποδόθηκαν. Δεν αναγράφεται ρητά ότι είναι δυνατή η επιδίωξη της είσπραξης και οφειλής από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία, αλλά τούτο δεν είναι αναγκαίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον αναγράφεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επιταγή καλύπτει και " υπόλοιπο οφειλής που πιθανόν θα προκύψει σε βάρος της (εταιρίας) από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία εμπορίας καφέ". Ο κατηγορούμενος έχει αναγνωρίσει οφειλή προς τον εγκαλούντα 19.620.460 δραχμών (βλ. κατάθεση εγκαλούντος και από ..... έγγραφο αναγνώρισης οφειλής που αναγνώστηκε), από τις οποίες κατέβαλε 2.500.000 δραχμές, όπως όλοι δέχονται, αλλά δεν έχει εξοφλήσει μέχρι σήμερα το υπόλοιπο ποσό των 17.120.460 δραχμών (50.243 ευρώ)". Ο εγκαλών στις 6-7-2001 συμπλήρωσε το μοναδικό στοιχείο της επιταγής που δεν είχε συμπληρωθεί, δηλαδή το χρόνο έκδοσης, και εμφάνισε, στις 9-7-2001 την επιταγή προς πληρωμή στην Τράπεζα Eurobank Ergasias. Η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω " κλειστού ανύπαρκτου λογαριασμού" (βλ. σχετική επισημείωση στην επιταγή). Με τα ανωτέρω δεδομένα αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για ποσό όμως όχι 30.000.000, αλλά 17.120.460 δραχμών (50.243 ευρώ), εφόσον η συμπλήρωση του χρόνου έκδοσής της έγινε κατά τη συμφωνία του εκδότη και του λήπτη, υπάρχει υπογραφή του εκδότη και δεν είχε οριστεί προθεσμία συμπλήρωσης του χρόνου έκδοσης, οπότε μπορούσε να συμπληρωθεί οποτεδήποτε, ενώ η εξουσιοδότηση προς συμπλήρωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είναι αμετάκλητη, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν (από 12-7-1995, 2-2-2001, 19-3-2001, 26-6-2001, 27-6-2001 έγγραφα αλληλογραφίας των διαδίκων) ότι συνέστησε στον εγκαλούντα να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, αλλά εκείνος δεν το έπραξε, είναι αβάσιμος. Η επιταγή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα στην Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ, όπως είχε δικαίωμα ο εγκαλών, και σφραγίστηκε, γιατί ο λογαριασμός του κατηγορουμένου ήταν κλειστός - ανύπαρκτος και, επομένως, δεν υπήρχαν κατατεθειμένα κεφάλαιαπρος πληρωμή και αυτό το γνώριζε ο κατηγορούμενος. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για το ποσό των 17.120.460 δραχμών ( 50.243 ευρώ)". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρ. 79 του ν.5960/1933, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους ( μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα πρακτικά δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Δικαστήριο της ουσίας προς αντίκρουση της εις βάρος του κατηγορίας αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως αβάσιμα αυτός διατείνεται, ενώ, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το αξιόποινο του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από λόγους που ανάγονται στην αιτία της εκδόσεως της επίμαχης πιο πάνω επιταγής και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο αν δόθηκε αυτή στην προκείμενη περίπτωση από τον αναιρεσείοντα στον εγκαλούντα Ψ1 ως εγγύηση. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωσης αυτών. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως η ιδιότητα του άνω εγκαλούντος ως τελευταίου κομιστή της επίμαχης επιταγής με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι αυτός, που ήταν και εκείνος σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω επιταγή (δηλαδή ο λήπτης), συμπλήρωσε σ'αυτή δικαιωματικώς, βάσει της αναφερόμενης εξουσιοδοτικής συμφωνίας του με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, στις 6-7-2001 το μοναδικό στοιχείο της που δεν είχε συμπληρωθεί, δηλαδή το χρόνο εκδόσεως, και στη συνέχεια εμφάνισε την επιταγή εμπρόθεσμα για πληρωμή στην Eurobank, και δη στις 9-7-2001, ότε και τελέσθηκε εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού δεν πληρώθηκε η επιταγή αυτή, λόγω " κλειστού - ανύπαρκτου λογαριασμού" και συνακόλουθα λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Ενόψει τούτων, ο εγκαλών είχε, ως τελευταίος κομιστής της άνω επιταγής, δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του εκδότη της επιταγής αυτής και ως εκ τούτου η βάσει της από 17-9-2001 ένδικης εγκλήσεώς του - που υποβλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, και δη στις 21-9-2001, ήτοι μέσα στην οριζόμενη από το νόμο τρίμηνη προθεσμία από το χρόνο τελέσεως της άνω πράξεως (9-7-2001) ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή και συνακόλουθα νομίμως παρέστη ο εγκαλών ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο του επιδίκασε το αιτηθέν ποσό των 45 ευρώ, λόγω χρηματικής ικανοποιήσεώς του για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτός συνέπεία της άνω πράξεως του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μη κηρύξει τη με βάση την ειρημένη έγκληση ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη απαράδεκτη, ενώ δεν επήλθε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Μεβάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε', Α'και Η' περ. δ'του Κ.Ποιν.Δ της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και δ) της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Ύστερα απ' αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30-5-2006 προσθέτους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2005 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30-5-2006 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της 477/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ