Αριθμός 1072/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Σ. του Κ. και 2. Α. χήρας Κ. Σ. το γένος Δ. Μ., κατοίκων ... εκ των οποίων ο πρώτος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστο Σαχπατζίδη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε δια του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ο. του Α., ανηλίκου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον διορισθέντα επίτροπο αυτού Α. Ο. του Α., κατοίκων ... 2.Ν. Ο. του Α., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον διορισθέντα επίτροπο αυτού Α. Ο. του Α., κατοίκων ... 3. Α. Ο. του Α., ατομικά και με την ιδιότητα του προσωρινού επιτρόπου των ανωτέρω δύο ανηλίκων εγγονών του Α. και Ν. Ο. του Α.,4. Ε. συζ. Α. Ο., το γένος Θ. Χ., 5. Ε. Ο. του Α. συζ. Ι. Τ., 6. Ε. Σ. του Β. συζ. Ν. Π., και 7. Ζ. Π. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 27004/12-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την 23975/9-6-2008 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3070/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2104/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις υπ'αριθ. .../8-1-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης … που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως εν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων. Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά τα τρία μέρη του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) την με αριθ. πρωτ. …/4-6-2008 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ... από την οποία αποδεικνυόταν ότι ο θανών πατέρας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ανηλίκων Α. Ο. κατά το οικονομικό έτος 2005 (χρήση 2004), από την εργασία του ως υδραυλικού είχε μηνιαίο εισόδημα 1353,22€, κατά το επόμενο οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) είχε μηνιαίο εισόδημα 630,57€ και κατά το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006), δεν είχε δηλωθεί κανένα εισόδημα, 2) την με αριθ. .../31-5-2011 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Χ. Γ., από την οποία αποδεικνυόταν ότι η ένδικη σύγκρουση οφειλόταν στην αποκλειστική άλλως συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και 3) το έντυπον Ε3 της φορολογικής δήλωσης του πρώτου αναιρεσείοντος δικηγόρου για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), από το οποίο προέκυπτε ότι τ' ακαθάριστα έσοδα του πρώτου αναιρεσείοντος ανέρχονταν στο ποσό των 3.814,55€, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για ν'αποδείξουν αντίστοιχα: 1) το ποσό της διατροφής που εδικαιούντο οι δύο πρώτοι ανήλικοι ενάγοντες ως αποζημίωση από το θάνατο του πατέρα τους, 2) ότι στο ένδικο ατύχημα συνετέλεσε αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, και 3) για την απόδειξη της οικονομικής κατάστασης του πρώτου αναιρεσείοντος ως στοιχείο για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των αναιρεσιβλήτων. Σ την προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ'ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 2.8.2006 και περί ώρα 13:20' ο πρώτος των εναγομένων στην πρώτη αγωγή, Ι. Σ., οδηγούσε στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που στην οδήγηση αυτού τον είχε προστήσει η δεύτερη, ιδιοκτήτρια και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Η εθνική αυτή οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και στο σημείο, όπου συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα, το ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη έχει συνολικό πλάτος 12,00 μέτρων, ενώ στα δεξιά του οδοστρώματος υπάρχει έρεισμα, πλάτους 1,20 μέτρων. Τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας της εθνικής αυτής οδού χωρίζονται μεταξύ τους με σιδερένια στηθαία. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, ενόψει του ότι η εθνική οδός στο σημείο εκείνο είναι αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας,ανέρχεται για τα επιβατηγά αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες άνω των 125 κ.ε. σε 120 χιλιόμετρα ανά ώρα και για τα φορτηγά αυτοκίνητα σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα. Στο 481° χιλιόμετρο αυτής ο πρώτος εναγόμενος Ι. Σ. οδηγούσε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο στη δεξιά κατά την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας με ταχύτητα 150 χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ. σχετικά και την από 11.6.2007 τεχνική έκθεση του Π. Α.), ενώ προπορευόταν του οχήματος του ο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ελκυστήρας που έφερε και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... επικαθήμενο και τον οποίο οδηγούσε ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος (Γ. Γ.) με ταχύτητα 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, όπως προέκυψε και από τον ταχογράφο αυτού. Μόλις ο πρώτος εναγόμενος Ι. Σ. προσέγγισε το 481° χιλιόμετρο της εθνικής αυτής οδού και πλησίασε σε πολύ κοντινή απόσταση τον παραπάνω ελκυστήρα με το επικαθήμενό του, αυτός (Ι. Σ.) επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το τελευταίο αυτό όχημα και να καταλάβει τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Πλην, όμως, από αδέξιο χειρισμό του και από απροσεξία του δεν εισήλθε εγκαίρως στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά προσέκρουσε με το μπροστινό δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε, στο πίσω αριστερό τμήμα του παραπάνω επικαθήμενου, ενώ στη συνέχεια απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο μετά από πλάγια ολίσθηση 38,5 μέτρων στο οδόστρωμα της εθνικής οδού και αφού διέσχισε τη μεσαία και την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, περιστρεφόμενο δεξιόστροφα, προσέκρουσε με το πίσω τμήμα του στο σιδερένιο στηθαίο, που χωρίζει τα δύο ρεύματα πορείας της εθνικής οδού και τελικά το αυτοκίνητο αυτό, που οδηγούσε ο Ι. Σ., ακινητοποιήθηκε κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού. Τη στιγμή εκείνη ο Α. Ο. οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω εθνικής οδού και με την ίδια κατεύθυνση με τα δύο προαναφερόμενα οχήματα, ήτοι με κατεύθυνση από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη, την, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, αποκλειστικής κυριότητας του ιδίου, στην οποία κατά το χρόνο εκείνο επέβαινε και η σύζυγος του Ε. Τ.. Η ταχύτητα της μοτοσικλέτας αυτής δεν προέκυψε με ακρίβεια, πλην όμως από τα ίχνη σύρσεως αυτής στο οδόστρωμα και το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεως, σε καμία περίπτωση δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο γι' αυτή όριο ταχύτητας των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ. σχετικά και την από 11.6.2007 τεχνική έκθεση του Π. Α.). Μόλις ο Α. Ο. αντιλήφθηκε τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του Ι. Σ. με το φορτηγό του Γ. Γ. και την εν συνεχεία πλάγια ολίσθηση του πρώτου στο οδόστρωμα της εθνικής οδού, τροχοπέδησε τη μοτοσικλέτα του, πλην όμως μετά από απόσταση 16,40 μέτρων έχασε τελικά τον έλεγχο αυτής, η οποία ανατράπηκε στο οδόστρωμα και στη συνέχεια τόσο αυτή όσο και οι δύο αναβάτες της (Α. Ο. και Ε. Τ.) σύρθηκαν στο οδόστρωμα και προσέκρουσαν στο αυτοκίνητο του Ι. Σ., το οποίο έχοντας κάθετη θέση στο οδόστρωμα είχε αποκλείσει ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας. Τα πιο πάνω περιστατικά επιβεβαιώνονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ενώ ο ισχυρισμός των εναγομένων της πρώτης αγωγής, ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενο του προαναφερόμενου ελκυστήρα μετατοπίστηκε από τη δεξιά λωρίδα προς τα αριστερά, καταλαμβάνοντας μέρος της μεσαίας λωρίδας τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος βρισκόταν σε αυτή (μεσαία λωρίδα) και ότι συνεπεία της συμπεριφοράς αυτής του οδηγού του ελκυστήρα προκλήθηκε το επίδικο τροχαίο ατύχημα, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, που συντάχθηκε αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα και στο οποίο αποτυπώνονται όλα τα ίχνη στο οδόστρωμα από τη σύγκρουση των οχημάτων, αποδεικνύεται ότι το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του Ι. Σ. στο πίσω αριστερό τμήμα του ελκυστήρα του Γ. Γ. βρίσκεται αποκλειστικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού και σε απόσταση ενός μέτρου από το αριστερό άκρο αυτής. Κατά συνέπεια, η σύγκρουση έγινε τη στιγμή που το αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Ι. Σ. βρισκόταν μέσα στο δεξιό ρεύμα πορείας. Επίσης, τα ίχνη επί του οδοστρώματος από την πλάγια ολίσθηση του αυτοκινήτου του Ι. Σ. ξεκινούν από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων της πρώτης αγωγής, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του Ι. Σ. τη στιγμή της σύγκρουσης του με τον ελκυστήρα ήταν 90 χιλιόμετρα την ώρα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στα δύο οχήματα από τη σύγκρουση αποδεικνύουν, ότι το αυτοκίνητο του Ι. Σ. κινούνταν κατά το χρόνο εκείνο με ταχύτητα 150 χιλιομέτρων ανά ώρα περίπου. Ειδικότερα, από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων προκλήθηκε ολική παραμόρφωση και στρέβλωση του κλωβού του αυτοκινήτου του Ι. Σ., το δεξιό μέρος του οποίου μετατοπίστηκε βίαια προς τα πίσω, ενώ το επικαθήμενο που οδηγούσε ο Γ. Γ. έπαθε σημαντικές ζημίες στο πίσω αριστερό μέρος και συγκεκριμένα αφού πρώτα στράβωσε ο πίσω αριστερός προφυλακτήρας του στη συνέχεια έσκασε το ελαστικό του πίσω αριστερού τροχού. Από τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρώτη αγωγή, Ι. Σ., καθώς αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, αλλά αντίθετα παραβιάζοντας το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, που ανερχόταν στο σημείο όπως ήδη αναφέρθηκε στα 120 χιλιόμετρα ανά ώρα, έβαινε με ταχύτητα 150 χιλιομέτρων ανά ώρα και μάλιστα κατά την προσπάθεια του να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας (από την δεξιά στη μεσαία λωρίδα) δεν υπολόγισε την απόσταση του από το προπορευόμενο φορτηγό που οδηγούσε ο Γ. Γ., με αποτέλεσμα να προσκρούσει το όχημα αυτού στο προπορευόμενο όχημα-επικαθήμενο και στη συνέχεια το αυτοκίνητο του Ι. Σ. μετά από πλάγια ολίσθηση 38,5 μέτρων να ακινητοποιηθεί στο αριστερό ρεύμα πορείας, όπου τη στιγμή εκείνη διερχόταν η μοτοσικλέτα του Α. Ο. Αντίθετα, δεν συντρέχει εν προκειμένω καμία συνυπαιτιότητα του Γ. Γ., όπως ήδη αναφέρθηκε, αλλά ούτε και του οδηγού της μοτοσικλέτας Α. Ο., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός τους ότι η μοτοσικλέτα κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε αναπτύξει ταχύτητα, υπερβαίνουσα τα 170 χιλιόμετρα ανά ώρα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει αυτό, ενώ αντίθετα από τα ίχνη πάνω στο οδόστρωμα και από το σημείο ανατροπής της μοτοσικλέτας αποδεικνύεται ότι η ταχύτητα αυτής δεν ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα (βλ. σχετικά και την από 11.6.2007 τεχνική έκθεση του Π. Α.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της αιφνιδιαστικής εισόδου του αυτοκινήτου του Ι. Σ. στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν ο Α. Ο. με τη μοτοσικλέτα του και της κατάληψης από αυτό ολόκληρου του αριστερού ρεύματος πορείας, ο Α. Ο. δεν μπορούσε να επιχειρήσει κανένα άλλο αποφευκτικό ελιγμό παρά μόνο να τροχοπεδήσει την μοτοσικλέτα του, όπως και έκανε σύμφωνα με τα παραπάνω. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του θανόντα Α. Ο. σχετικά με την πρόκληση του επίδικου τροχαίου, η σχετική ένσταση του άρθρου 300 ΑΚ, που προβλήθηκε από τους εναγόμενους της πρώτης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη με αριθμό κατάθεσης 23.975/9.6.2008 παρεμπίπτουσα αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση της δεύτερης εναγομένης στην πρώτη αγωγή για τον περιορισμό της ευθύνης της μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου οδηγού-συζύγου αυτής υφίσταται σχέση προστήσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το επίδικο τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκαν θανάσιμα οι δύο αναβάτες της μοτοσικλέτας, ήτοι ο Α. Ο. (πατέρας των δύο πρώτων ανηλίκων εναγόντων, υιός του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων, αδελφός της πέμπτης ενάγουσας) και η Ε. Τ. (μητέρα των δύο πρώτων ανηλίκων εναγόντων, νύφη του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων, θυγατέρα της έκτης ενάγουσας και ετεροθαλής αδελφή της έβδομης ενάγουσας). Ειδικότερα, ο Α. Ο., υπέστη συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και συγκεκριμένα συνεπεία της πτώσης του στο οδόστρωμα και της εν συνεχεία πρόσκρουσης του στο αυτοκίνητο του Ι. Σ. βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θωρακική κάκωση, από την οποία στη συνέχεια προκλήθηκε ο θάνατος του. Επίσης, η Ε. Τ., ηλικίας 25 ετών, υπέστη συνεπεία του επίδικου τροχαίο ατυχήματος και συγκεκριμένα συνεπεία της πτώσης της στο οδόστρωμα και της εν συνεχεία πρόσκρουσης της στο αυτοκίνητο του Ι. Σ. βαριά κοιλιακή κάκωση σε συνδυασμό με βαριά κρανιοαυχενική κάκωση και θωρακική κάκωση, από την οποία στη συνέχεια προκλήθηκε ο θάνατος της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Α. Ο., ηλικίας 35 ετών και απόλυτα υγιής, από το νόμιμο γάμο του με την επίσης θανούσα στο ίδιο επίδικο ατύχημα Ε. Τ. είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τον Α. Ο.-πρώτο ενάγοντα (ημερομηνία γέννησης 6.12.2000) και τον Ν. Ο.-δεύτερο ενάγοντα (ημερομηνία γέννησης 6.3.2002), των οποίων επίτροπος διορίσθηκε ο τρίτος ενάγων-παππούς τους με την υπ' αριθμό 28.447/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Ενόψει της ηλικίας του και της καταστάσεως της υγείας του θα ζούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα οπωσδήποτε μέχρι την ενηλικίωση των δύο αυτών τέκνων του, ήτοι τουλάχιστον μέχρι την 6.3.2020. Στην οικογένεια τους ο θανών ήταν ο μόνος ασχολούμενος επαγγελματικά, δεδομένου ότι τα ανήλικα ήταν μαθητές, ενώ η σύζυγος του Ε. Τ. δεν εργαζόταν, αλλά είχε αναλάβει την ανατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων της. Τα καθαρά εισοδήματα του ανέρχονταν κατά το χρόνο του θανάτου του μηνιαίως στο ποσό των 2.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, εργάζονταν ως υδραυλικός, αναλαμβάνοντας κάθε είδους υδραυλικές εργασίες και εργασίες τοποθέτησης καλοριφέρ, έχοντας και δικό του κατάστημα με είδη υγιεινής. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, χωρίς να υπάρχε ι καμία αντίθετη απόδειξη. Από το σύνολο των εισοδημάτων του ο θανών, Α. Ο., διέθετε για τη διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του το ποσό των 500,00 ευρώ για καθένα από αυτά και συνολικά και για τα δύο το ποσό των 1.000,00 ευρώ. Αν λοιπόν ζούσε ο θανών, τα δύο ανήλικα τέκνα του θα διατηρούσαν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, αξίωση διατροφής μέχρι την ενηλικίωση τους, ήτοι μέχρι την 6.12.2018 ο πρώτος ενάγων και μέχρι την 6.3.2020 ο δεύτερος ενάγων. Πιο συγκεκριμένα, καθένα από τα δύο αυτά ανήλικα τέκνα του θανόντα, ήτοι καθένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες, θα λάμβανε διατροφή από τον θανόντα πατέρα τους ποσό 500,00 ευρώ το μήνα, προς κάλυψη των προσωπικών του αναγκών (για ένδυση-υπόδηση, διατροφή, ψυχαγωγία, κάλυψη εξόδων εκπαίδευσης) ποσά τα οποία ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες του υπόχρεου (θανόντα) με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής. Εξ αιτίας του θανάτου του πατέρα τους στερήθηκαν την διατροφή αυτή και συνεπώς για την αναπλήρωση της πρέπει να λάβουν ισόποση αποζημίωση από την επόμενη μάλιστα ημέρα του θανάτου του πατέρα τους (2.8.2006). Έτσι, οι δύο πρώτοι των εναγόντων δικαιούνται να απαιτήσουν από τους εις ολόκληρο ευθυνόμενους εναγομένους στην πρώτη αγωγή το ποσό των 500,00 ευρώ μηνιαίως για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως έναντι του κατά το αμέσως προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου ποσού, δεδομένου ότι αφενός μεν oι ανάγκες των δύο αυτών εναγόντων (κυρίως σε ένδυση και σε δαπάνες για την εκπαίδευση τους) θα αυξάνονται κάθε έτος, αφετέρου δε η αύξηση του κόστους ζωής επιβάλει την αναπροσαρμογή αυτή. Πάντως, το αίτημα των δύο πρώτων εναγόντων για εφάπαξ επιδίκαση του ποσού της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε σπουδαίος λόγος που να επιβάλλει την εφάπαξ καταβολή. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής είχαν στενότατες σχέσεις με τους θανόντες (Α. Ο. και Ε. Τ.) και έτρεφαν γι' αυτούς αισθήματα αγάπης. Δικαιούνται, επομένως, οι ενάγοντες αυτοί να ζητήσουν από τους εναγομένους της πρώτης αγωγής, οι οποίοι ενέχονται έναντι αυτών εις ολόκληρο, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που τους προξένησε ο θάνατος του Α. Ο. και της Ε. Τ., η οποία (χρηματική ικανοποίηση), αφού ληφθεί υπόψη ο συγγενικός δεσμός των εναγόντων αυτών με τους θανόντες, η ηλικία αυτών, οι συνθήκες του ατυχήματος, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (Ι. Σ.) και γενικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, πρέπει να οριστεί: 1) για τον πρώτο ενάγοντα Α. Ο. ποσό 100.000,00 ευρώ για το θάνατο του πατέρα του Α. Ο. και ποσό 100.000,00 ευρώ για το θάνατο της μητέρας του Ε. Τ., 2) για το δεύτερο ενάγοντα Ν. Ο. ποσό 100.000,00 ευρώ για το θάνατο του πατέρα του Α. Ο. και ποσό 100.000,00 ευρώ για το θάνατο της μητέρας του Ε. Τ., 3) για τον τρίτο ενάγοντα Α. Ο. ποσό 40.000,00 ευρώ για το θάνατο του υιού του Α. Ο., 4) για την τέταρτη ενάγουσα Ε. Ο. ποσό 40.000,00 ευρώ για το θάνατο του υιού της Α. Ο., 5) για την πέμπτη ενάγουσα Ε. Ο. ποσό 30.000,00 ευρώ για το θάνατο του αδελφού της Α. Ο., 6) για την έκτη ενάγουσα Ε. Σ. ποσό 40.000,00 ευρώ για το θάνατο της κόρης της Ε. Τ. και 7) για την έβδομη ενάγουσα Ζ. Π. ποσό 20.000,00 ευρώ για το θάνατο της ετεροθαλούς αδελφής της Ε. Τ." Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία κρίθηκε 1) ότι για τα εισοδήματα του θανόντος πατέρα των δύο πρώτων ανηλίκων αναιρεσιβλήτων αποδείχθηκε ότι ανέρχονταν σε 2000€ το μήνα από την κατάθεση μάρτυρα χωρίς να προσκομίζεται κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο (σελ. 25 της προσβαλλόμενης), 2) ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και η έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού των αναιρεσιβλήτων αποδεικνύονται από την από 16-6-2007 τεχνική έκθεση του Π. Α. και 3) ότι με βάση την οικονομική δυνατότητα των διαδίκων πρέπει να επιδικασθούν υπέρ των αναιρεσιβλήτων λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος. Μετά απ'αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ.580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων ( 176 και 18 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2104/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείοντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ