Αριθμός 313/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γεωργίου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σαράντη Τόλια και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1. Δ. Α. του Α., κατοίκου …, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα, Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εκπροσωπείται νόμιμα, υποκατασταθέν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που επροσωπείται νόμιμα, λόγω οριστικής ανάκλησης άδειας λειτουργίας της, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. κατάθεσης 14341/2008 ευθεία καθώς και πλαγιαστική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:30922/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2220/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2011 αίτηση του. Με την με αριθ. κατάθεσης 271/25-10-2011 αίτηση του στο Εφετείο Θεσσαλονίκης παραιτείται της προηγούμενης αιτήσεως αναιρέσεως και επανέρχεται για αναίρεση της, με την από 19-10-2011 νέα του αίτηση αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 16-9-2012 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ…,/30.11.2011 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικαστικού επιμελητή …, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Δ. Α. του Α. κυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο εν λόγω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτού.- ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή ( Ολ.ΑΠ 1187/1981). Συνεπώς, η γενομένη με το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 25.10.2011 στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφετείο Θεσσαλονίκης) και επιδόθηκε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στις 30.11.2011 και στον δεύτερο τούτων στις 23.11.2011 (βλ. υπ' αριθμ. …/30.11.2011 και …/23.11.2011 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Αθήνας … και …., αντίστοιχα), παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο προηγουμένης, από 12.9.2011 και με αριθμό κατάθεσης 236/16.9.2011, μη συζητηθείσας αίτησης αναίρεσης κατά της και ήδη προσβαλλόμενης απόφασης, είναι νόμιμη και η προηγούμενη αυτή αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, η δε παρούσα είναι παραδεκτή, αφού εχώρησε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερης αίτησης (ΑΠ 25/2005 Α' Τακτική Ολομέλεια). Αντιθέτως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δεύτερο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης αναίρεσης, που έγινε με το δικόγραφο των από 25.9.2012 προτάσεών του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της αναίρεσης, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομο αποτέλεσμα.- ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα, περιληπτικώς εκτιθέμενα, και ειδικότερα : Ο πατέρας του ήδη αναιρεσείοντος, Γ. Κ. του Δ., ενεργών υπό την ιδιότητα του ως μόνου ασκούντος την γονική μέριμνα επί του τότε ανηλίκου αναιρεσείοντος υιού του Δ. Κ., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 36983/2004 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι ο τότε πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ. Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην τότε δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια ΑΕΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ως άνω ανηλίκου υιού του, κατά το τροχαίο ατύχημα που έγινε κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή αυτή συνθήκες, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ανηλίκου, το ποσό των 55.087,18 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 15818/2006 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, για το ποσό των 21.656,97 ευρώ. Στη συνέχεια, οι κατά της απόφασης αυτής ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των προαναφερομένων διαδίκων απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 1625/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν τούτων, στις 5.10.2007, δηλαδή μετά την έκδοση της εφετειακής αυτής απόφασης, η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, ενεργώντας προς το συμφέρον και για λογαριασμό και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Δ. Α., προέβη με τον κατ' αμφότερες τις παραπάνω δίκες τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του ήδη αναιρεσείοντος Δ. Ι., σε εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς για τον καθορισμό της συνολικής αξίωσης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησής του (αναιρεσείοντος). Έτσι λοιπόν καταρτίσθηκε η υπό την ιδία ως άνω ημερομηνία (5.10.2007) εξοφλητική απόδειξη, δυνάμει της οποίας ο ως άνω δικηγόρος έλαβε από την ασφαλιστική εταιρία, πέραν του ποσού των 10.000 ευρώ που είχε ήδη λάβει, και το ποσό των 16.739,90 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν με την ως άνω υπ' αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στην απόδειξη αυτή αναφέρεται ότι "Ο υπογράφων την παρούσα Γ. Κ. κάτοικος ..,...έλαβα σήμερα από την ασφαλιστική εταιρία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια ΑΕΓΑ...το ποσόν των ευρώ...σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ποσών τα οποία επιδικάστηκαν με την υπ' αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Δηλώνω ότι εξοφλήθηκα πλήρως και ουδέν τακτικό ή ένδικο μέσο προτίθεμαι να ασκήσω κατά της υπ' αριθμ. 15818/2006 απόφασης του Μονομ. Πρωτ. Θεσ/κης, παραιτούμαι δε παντός νομίμου δικαιώματός μου. Δηλώνω ρητά ότι ικανοποιούνται πλήρως και ολοσχερώς οι απαιτήσεις μου που αφορούν το ένδικο ατύχημα και παραιτούμαι κάθε ενδίκου μέσου και κάθε δικαιώματός μου για κάθε παρούσα ή μέλλουσα θετική και αποθετική ζημιά για κάθε απαίτηση μου ακόμα και από αυτές που δύναται να γεννηθούν στο μέλλον και για χρόνο που αφορά μεταγενέστερη περίοδο από αυτή του ατυχήματος". Περαιτέρω, ο ήδη αναιρεσείων, ενηλικιωθείς πλέον, ήγειρε κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων την με αριθμό κατάθεσης 14341/2008 ευθεία και πλαγιαστική αγωγή του, με την πρώτη των οποίων, επικαλούμενος το απορρέον από την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο και εκθέτων στη συνέχεια ότι εξαιτίας του τραυματισμού του υποχρεώθηκε να προβεί σε περαιτέρω έξοδα για την αποκατάσταση της σωματικής του βλάβης και γενικότερα για την αντιμετώπιση της διαμορφωθείσας έκτοτε κατάστασης, καθώς επίσης ότι προκλήθηκε σ' αυτόν παραμόρφωση και αναπηρία που επιδρούν και επηρεάζουν δυσμενώς το οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, προς αποκατάσταση της κατ' αυτό τον τρόπο επελθούσης ζημίας του, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 16.036,04 ευρώ για γεγενημένες και μέλλουσες δαπάνες νοσηλείας του και, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλλουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 931 ΑΚ χρηματική παροχή, υπολογιζόμενη από αυτόν στο ποσό των 500.000 ευρώ, και το ποσό των 441.000 ευρώ ως αποζημίωση για μερική απώλεια εισοδήματος του χρονικού διαστήματος από 11.2.2008 έως 11.2.2053. Με την δεύτερη δε εξ αυτών (πλαγιαστική αγωγή), επικουρικά σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με την ευθεία αγωγή, επικαλούμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος Δ. Α. αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της δεύτερης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρίας, ζήτησε το μεν να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ως άνω ποσό των 16.036,04 ευρώ, το δε να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει στον εναγόμενο αυτό, εντόκως, τα προαναφερόμενα ποσά των 500.000 και 441.000 ευρώ. Επί των σωρευομένων στο ίδιο δικόγραφο αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30922/2009 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που τις απέρριψε και κατά της οποίας άσκησε ο ήδη αναιρεσείων την με αριθμό κατάθεσης 4836/25.11.2009 έφεσή του. Το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και με την αιτιολογία ότι αποδείχθηκε η κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", απέρριψε την μεν ευθεία αγωγή ως άνευ αντικειμένου, την δε πλαγιαστική ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το αποδεικτικό του δε πόρισμα περί της ύπαρξης εξωδίκου συμβιβασμού και εντεύθεν απόρριψης της ευθείας και της πλαγιαστικής αγωγής στήριξε το εφετείο κατά κύριο λόγο στην προαναφερόμενη από 5.10.2007 εξοφλητική απόδειξη. Ήδη με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο με το να παραθέσει στην απόφασή του μόνο το τμήμα της ως άνω απόδειξης στο οποίο αναγράφεται ότι "Δηλώνω ρητά ότι ικανοποιούνται πλήρως και ολοσχερώς οι απαιτήσεις μου που αφορούν το ένδικο ατύχημα και παραιτούμαι κάθε ενδίκου μέσου και κάθε δικαιώματός μου για κάθε παρούσα ή μέλλουσα θετική και αποθετική ζημιά για κάθε απαίτηση μου ακόμα και από αυτές που δύναται να γεννηθούν στο μέλλον και για χρόνο που αφορά μεταγενέστερη περίοδο από αυτή του ατυχήματος" και όχι και το υφιστάμενο στην αρχή αυτής τμήμα το οποίο αναφέρει ότι "Ο υπογράφων την παρούσα Γ. Κ....", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, το οποίο συνίσταται στο ότι δέχθηκε ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Ινέγλης όταν ελάμβανε το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη, υπέγραφε αυτήν και δήλωνε τα περί παραίτησης από τα ένδικα μέσα και από μελλοντικές απαιτήσεις, ενεργούσε για λογαριασμό αυτού (αναιρεσείοντος), ενώ πράγματι αυτός (δικηγόρος Δημήτριος Ινέγλης) ενεργούσε για λογαριασμό του πατέρα του. Αυτό δε το λάθος οδήγησε το δικαστήριο στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα της απόρριψης τόσο της ευθείας όσο και της πλαγιαστικής αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο εκείνο σωστά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, διέγνωσε το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου και δεν δέχθηκε περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.- ΙV.- Κατά την έννοια της διάταξης της περιπτ. γ' του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως αίτηση, της οποίας η άφεση αδίκαστης είναι λόγος αναίρεσης, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής (συνολικά ή κατά κεφάλαια), της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι ενώ ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με την προαναφερόμενη δεύτερη αγωγή του να του επιδικασθεί ως αποζημίωση, μεταξύ άλλων, και κονδύλιο 7.136,04 ευρώ, που αφορούσε παρελθούσα και μη αναζητηθείσα με την πρώτη αγωγή του δαπάνη νοσηλείας του, εν τούτοις το εφετείο με το να δεχθεί ότι ο καταρτισθείς μεταξύ αυτού και της ασφαλιστικής εταιρίας εξώδικος συμβιβασμός αφορούσε μόνον μελλοντικές ζημίες του, θετικές και αποθετικές, άφησε αδίκαστο το παραπάνω αγωγικό του αίτημα. Από την επισκόπηση, όμως, της εφετειακής απόφασης, στην οποία παρατίθεται αυτολεξεί και το επίμαχο περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού (βλ. 25η σελίδα απόφασης), προκύπτει αβιάστως ότι το εφετείο δέχθηκε ότι αυτός (συμβιβασμός) αφορούσε κάθε παρούσα και μέλλουσα θετική και αποθετική ζημία του αναιρεσείοντος που είχε αφορμή το συγκεκριμένο τροχαίο ατύχημα και όχι μόνο μέλλουσα ζημία του (θετική και αποθετική), και, συνεπώς, το παραπάνω αγωγικό αίτημα αυτού, περιλαμβανόμενο στην συνολικά απορριφθείσα αγωγή του, δεν έμεινε αδίκαστο αλλά απορρίφθηκε. Γι' αυτό ο τα αντίθετα υποστηρίζων λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- V.- Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά ή για δωρεά, εάν υφίστανται οι γι' αυτήν απαιτούμενοι όροι (άρθρ. 496, 498 ΑΚ), ή για άφεση χρέους (άρθρ. 454 ΑΚ). Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλόμενους αμφισβητεί την νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποία έκταση. Περαιτέρω, αν για την έννομη σχέση έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, δεν χωρεί συμβιβασμός, διότι ελλείπει ουσιώδες στοιχείο αυτού. Είναι δε το στοιχείο αυτό η φιλονικία ή η αβεβαιότητα για την ύπαρξη της έννομης σχέσης που κρίθηκε. Εντούτοις, είναι δυνατή σύναψη συμβιβασμού και μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, όταν αμφισβητείται είτε η ύπαρξη είτε η ισχύς του δεδικασμένου και η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αναψηλάφιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, όχι δε όταν πρόκειται για ελλείψεις ή αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, ή στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, όταν το πόρισμα από αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στην υπ' αριθμ. ΙΙΙ σκέψη της παρούσας παραδοχές του, δέχθηκε ότι, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1625/31.7.2007 εφετειακής απόφασης, καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας εξώδικος συμβιβασμός και με βάση την παραδοχή του αυτή έκανε δεκτή την προταθείσα από την ασφαλιστική εταιρία σχετική ανατρεπτική ένσταση και απέρριψε την αγωγή. Μολονότι δε ο εν λόγω συμβιβασμός έλαβε χώρα μετά την έκδοση της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης και κατά συνέπεια είχε παύσει να υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα για την ύπαρξη της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης έννομης σχέσης, εν τούτοις δεν περιέχονται στην εφετειακή απόφαση σκέψεις - αιτιολογίες, πηγάζουσες έστω και από ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης συμβιβασμού, από τις οποίες να προκύπτει σε τι συνίσταται η υποχώρηση της ασφαλιστικής εταιρίας προκειμένου να καταρτισθεί αυτός, ως τοιαύτης (υποχώρησης) μη δυναμένης να θεωρηθεί της καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος χρηματικού ποσού, αφού αυτό, λόγω ακριβώς της τελεσίδικης επιδίκασής του, έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να καταβληθεί από αυτήν (ασφαλιστική εταιρία). Έτσι όμως, δηλαδή με την έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού από αυτό θα κριθεί η κατάρτιση ή μη της σύμβασης του συμβιβασμού, το εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ο επί του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενος και ταύτα υποστηρίζων τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης - κατά το δεύτερο σκέλος αυτού - πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το τείνον να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο σκέλος του, πρέπει, με βάση τα όσα παραπάνω έγιναν δεκτά ως προς το δεύτερο σκέλος του, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 § 1, 98 περ. β' Κ.Πολ.Δ., 229, 236 και 238 ΑΚ, συνάγεται με σαφήνεια ότι σύμβαση συμβιβασμού καταρτισθείσα με αντιπρόσωπο μη έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, στερείται κύρους και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, εκτός αν αυτός ενέκρινε την σύμβαση. Η έγκριση, αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για την σύμβαση που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για την σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη την βούληση της έγκρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο απέρριψε τον προταθέντα από τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι ουδέποτε είχε παράσχει στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του ειδική πληρεξουσιότητα για να προβεί για λογαριασμό του σε κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού και σε παραίτηση από τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις του που συνδέονται με το ατύχημα, διαλαβόν περί τούτου τα ακόλουθα : "Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρείχε ειδική πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του για να προβεί - όπως πράγματι προέβη - για λογαριασμό του στην παραίτηση από τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις του που συνδέονται με το ατύχημα, χωρίς ωστόσο να επικαλεσθεί ή να προσκομίσει κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Από την άλλη, και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτή η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας, η ανεπιφύλακτη από μέρους του είσπραξη του προαναφερόμενου ποσού που του επιδικάσθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, γεγονός που δεν αμφισβητεί αλλά μάλλον ομολογεί ο ενάγων - προς εκπλήρωση της σύμβασης συμβιβασμού και εξόφληση των απαιτήσεών του, αποτελεί εκ των υστέρων έγκριση των ανωτέρω ενεργειών του δικηγόρου του, όπως αναφέρεται και στην μείζονα σκέψη. Επομένως, η προβαλλόμενη από τον ενάγοντα αντένσταση έλλειψης πληρεξουσιότητας (229 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε ότι ναι μεν ο τότε δικηγόρος του ήδη αναιρεσείοντος που προέβη στην κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού και στην παραίτηση από τις απαιτήσεις του δεν είχε κατά τον χρόνο εκείνο ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, πλην όμως με την ανεπιφύλακτη από αυτόν είσπραξη του προαναφερομένου χρηματικού ποσού ενέκρινε τον γενόμενο συμβιβασμό. Με αυτό τον τρόπο δε δεν παραβίασε ως προς το σημείο τούτο καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του κατά τούτο από νόμιμη βάση και διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και, συνεπώς, η με το τρίτο σκέλος του ίδιου παραπάνω λόγου προβαλλομένη περί του αντιθέτου αιτίαση, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγους της, να αναιρεθεί η πληττόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιό της (μόνον) με το οποίο έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της ασφαλιστικής εταιρίας - στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. - περί κατάρτισης σύμβασης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Τέλος, το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που έχει καταθέσει και προτάσεις (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2220/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α Κ.Πολ.Δ.- Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.- Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ