Αριθμός 2055/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ένωσης Ηλεκτροτεχνιτών Ευβοίας ΣυνΠΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Καλαβρό και Χρήστο Καυκούλα. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Ε. Κ., το γένος Θ. Γ., 2 Κ. Ν. του Α., θετού υιού του Α. Ν., 3Π. Γ. του Ζ., 4 Α. Γ. του Ζ., 5Α. χήρας Ε. Γ., 6.Κ. Γ. του Ε., 7Ν. Γ. του Ε., 8Μ. χας Ζ. Ε. Γ., το γένος Δ., ως νομίμου εκπροσώπου του ανηλίκου υιού της Ζ. Γ. του Ζ., ο οποίος εχει ενηλικιωθεί και παρίσταται ο ίδιος, 9. Α. Ν. του Κ., 10Χ. Ν. του Κ., ήδη συζ. Κ. Κ., 11Α. Ν. και της συζύγου του Μ. Ν. ως νομίμων εκπροσώπων του ανήλικου τέκνου τους Ι. Ν. του Α., ο οποίος εχει ενηλικιωθεί και παρίσταται ο ίδιος, 12.Π. Κ. του Κ., 13Ά. θυγ. Κ. Κ., 14Κ. Ν. του Α. και 15.Ι. Ν. του Α., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τριανταφύλλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 49/2003, 63/2005 μη οριστικές και 78/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών (συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1736/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (78/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) εξέδωσε την 64/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την 27 Ιουνίου 2011 αίτησή του, με τους με ιδιαίτερα από 25 Οκτωβρίου 2011 και 1 Οκτωβρίου 2012 δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 536/1-7-2011 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερα, α) 198/25-10-2011 και β) 111/1-10-2012, δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 64/5-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση αυτής. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά αντιδίκου του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τον οποίο, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ηλεκτροτεχνικών Εύβοιας", απευθύνει την από 27-11-2011, αίτηση αναίρεσης, και τους με ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, κατά της κατά της υπ' αριθ. 64/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος), εκτός άλλων, και κατά: 1) Κ. Ν., 2) Α. Ν. και 3) Χ. Ν., (2ο , 9ο και 10η, αντίστοιχα, των αναιρεσίβλητων). Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης υπ' αρ. 157/2002 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ' αρ. 441/1998 εν μέρει οριστικής και προδικαστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, έφεση απορρίφθηκε ως προς τους ως άνω αναφερόμενους εναγόμενους-αναιρεσίβλητους (2ο, 9ο και 10η) ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου της ασκήσεώς της. Συγκεκριμένα, με την αγωγή επιδιωκόταν, εκτός των άλλων και η διάρρηξη της δικαιοπραξίας, που περιεχόταν στο υπ' αρ.../31-12-1990 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ανδρομάχης Γκουλία - Κούρου, με την οποία, λόγω γονικής παροχής ο 2ος αναιρεσίβλητος, μεταβίβασε σους λοιπούς, ως άνω το περιγραφόμενο σ' αυτήν (αγωγή ακίνητο). Με την 411/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αγωγή για το συγκεκριμένο αίτημά της, απορρίφθηκε ως αόριστη και κατά τούτο κατέστη οριστική, για τους διαδίκους αυτούς. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν αποδίδεται πλημμέλεια, για το εν λόγω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, με συνέπεια η αίτηση αυτή να είναι απαράδεκτη καθόσον απευθύνεται κατά των συγκεκριμένων αναιρεσίβλητων. 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το 653/26-10-1995 δικόγραφο, στο οποίο σωρεύονταν τρείς επί μέρους αγωγές, με ενάγοντα τον "Οικοδομικό Συνεταιρισμό Ένωσης Ηλεκτροτεχνικών Ευβοίας Συν. ΠΕ" και εναγομένους τους 1) Θ. Ζ. Γ., 2) Κ. Α. Ν., 3) Π. Ζ.Γ., 4) Ε. Ζ.Γ., 5) Α. Ζ. Γ., 6) Α. Κ. Ν., 7) Χ. Κ. Ν., 8) Κ. Α. Ν., 9) Ι. Α.Ν., 10) Π. Κ. και 11) Ά. Κ., των τελευταίων (8ος έως 11ος) παρισταμένων, λόγω της ανηλικότητάς τους, με τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς τους, ιστορείτο, ιδία, (ι) ότι ο Ζ. Γ., που δεν υπήρξε διάδικος, και ο δεύτερος των εναγομένων, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων ακινήτων, με τις διατυπούμενες στα …- …/1967 συμβόλαιο του συμβ/φου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη προσυμβάσεις ανέλαβαν την υποχρέωση πωλήσεως και μεταβιβάσεώς τους κατά κυριότητα στον ενάγοντα, με την αποπληρωμή του πιστωθέντος τιμήματος, συμβατική του υποχρέωση, στην οποία και ανταποκρίθηκε και (ιι) ότι παρά ταύτα Α. ο Ζ. Γ. (α) με την διατυπούμενη στο .../1990 συμβόλαιο της συμ/φου Χαλκίδας Ανδρομάχης-Γκουλία Κούρου σύμβαση επώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το αναφερόμενο ιδανικό μερίδιο των ακινήτων στους έκτο και έβδομο των εναγομένων και (β) με την διατυπούμενη στο .../1990 συμβόλαιο της αυτής συμ/φου σύμβαση επώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου το περιγραφόμενο διαιρετό τμήμα των ακινήτων στα τέκνα του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμους, μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 1991 θάνατο αυτού, πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων. Β. ο δεύτερος των εναγομένων (α) με την διατυπούμενη .../31-12-1990 συμβόλαιο της αυτής συμ/φου σύμβαση μεταβίβασε κατά κυριότητα, αιτία γονικής παροχής, το αναφερόμενο ιδανικό μερίδιο των ακινήτων στα τέκνα του έκτο και έβδομη των εναγομένων και (β) με την διατυπούμενη στο ...31-12-1990 συμβόλαιο της ιδίας συμ/φου σύμβαση μεταβίβασε κατά κυριότητα, αιτία δωρεάς, το περιγραφόμενο διαιρετό τμήμα των ακινήτων στους όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο των εναγομένων, εγγονούς του και Γ. Αμφότεροι οι αρχικοί συγκύριοι, Ζ. Γ. και δεύτερος των εναγομένων με την διατυπούμενη στο .../30-11-1990 συμβόλαιο της αυτής συμ/φου σύμβαση επώλησαν και μεταβίβασαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου τα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα των ακινήτων στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά εδιώκετο η διάρρηξη, κατά την έννοια των άρθρων 939 επ ΑΚ, των χαρακτηριζομένων με στοιχ Α-Γ συμβάσεων. Επί των εν λόγω αντίστοιχων παραδεκτώς σωρευομένων υποκειμενικώς και αντικειμενικώς με στοιχ. Α-Γ αγωγών (ΚΠολΔ 74,218 παρ.1), με υπεισέλευση στην δικονομική θέση του αποβιώσαντος πρώτου των εναγομένων της Α. Κ. (πρώτη των αναιρεσειόντων) και ενηλικιώσεως της δεκάτης των εναγομένων (δωδέκατη των αναιρεσειόντων) εκδόθηκε αρχικά η 7/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς την δεκάτη των εναγομένων και αναβλήθηκε η εκδίκαση αυτής ως προς τους λοιπούς, και στη συνέχεια η 411/1998 απόφαση αυτού. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε, όπως αναφέρθηκε και στην προηγούμενη σκέψη, η με στοιχ. Β(α) αγωγή ως αόριστη και τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως σε βάρος των διαδίκων ως προς τις λοιπές, μετά την διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η 157/2002 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την 164/20-5-2002 έφεση, με τους με ιδιαίτερο, 245/26-8-2002, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η 49/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας), η οποία, δεχθείσα ότι ο εκκαλών ομολόγησε ότι δεν κατέβαλε (7) από τις (40) δόσεις του πιστωθέντος τιμήματος, ποσού εκάστης 40.000 δρχ., με άμεσο κατά νόμο αποτέλεσμα την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, η οποία είχε τεθεί με σχετικό όρο των προσυμβάσεων, έταξε σε βάρος του εκκαλούντος, θέμα αποδείξεως για τον προβληθέντα κατ' αντέστανση, κατά την αξιολόγησή της, ισχυρισμό του ότι την πλήρωση της αιρέσεως προκάλεσαν οι εναγόμενοι αντίθετα προς την καλή πίστη (ΑΚ 207 παρ.2), της οποίας επακολούθησε η 63/2005 απόφαση αυτού. Με την τελευταία απόφαση αξιολογήθηκε ως ορισμένη και νόμιμη η με στοιχ. Β(α) αγωγή και κατ' αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και εξαφάνιση κατά τούτο της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, έταξε το σχετικό σε βάρος του εκκαλούντος (ενάγοντος) θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της εν λόγω αγωγής πραγματικά περιστατικά. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων επακολούθησε η έκδοση της 78/2006 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής 157/2002 οριστικής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγιναν δεκτές οι με στοιχ. Α-Γ αγωγές κατ' αποδοχή της ερειδόμενης στο άρθρο 207 παρ.2 ΑΚ αντενστάσεως του ενάγοντος. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι (εναγόμενοι) με την από 24-12-2006 αίτηση αναιρέσεως, με τους από 16-10-2008 πρόσθετους αυτής λόγους, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 1736/2009 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τις αιτιολογίες της το δικαστήριο της ουσίας με την 78/2006 οριστική του απόφαση παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση του ενάγοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του κεφαλαίου της οριστικής κατά τούτο 411/1998 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η με στοιχ. Β (α) αγωγή αξιολογήθηκε ως αόριστη και απορρίφθηκε, και επομένως κατά την κατεύθυνσή της κατά των με την εν λόγω αγωγή εναγομένων - εφεσιβλήτων (ΚΠολΔ 559 αρ 14), λόγo για τον οποίο και ανήρεσε την εν λόγω οριστική απόφαση και τις συμπροσβαλλόμενες κατά τούτο 49/2003 και 63/2005 μη οριστικές αποφάσεις, και παράλληλα ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για τις λοιπές με στοιχ. Α, Β (β) και Γ αγωγές και αντίστοιχα αυτής κεφάλαια αναφορικά με την επί του άρθρου 207 παρ.2 ΑΚ ερειδομένη αντένσταση του ενάγοντος-εκκαλούντος (ΚΠολΔ 559 αρ19). Παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο σύνολο της προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, επί της οποίας στη συνέχεια εκδόθηκε η 64/2011 απόφαση. Με την εν λόγω απόφαση η έφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, κατά την απεύθυνσή της κατά των με στοιχ Β (α) εναγομένων και κατ' ουσίαν κατά την απεύθυνσή της κατά των λοιπών, περί πραγμάτων κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Δυνάμει των με αρ. …- …- …/19-1-1967 προσυμφώνων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ν.Καραστάθη, ο εκ των εναγομένων Κ. Ν. και ο πατέρας του ετέρου Θ.Γ., Ζ. Γ. υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα-Συνεταιρισμό, με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ένωσης Ηλεκτ/των Ευβοίας ΣΥΝΠΕ", εκ μείζονος εκτάσεως τους, έκταση 53.814 τ.μ. συνολικώς, άγονο βουνώδη και πετρώδη (38.604 τ.μ. 5070 τ.μ. και 10.140 τ.μ. αντιστοίχως), κειμένη στη θέση "Βαθροβούνι" ή "Δύο Δένδρα" της Κτηματικής Περιφέρειας Δοκού Χαλκίδας. Και ειδικότερα: α) αμφότεροι από κοινού και κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντιστοίχως, δυνάμει του αριθμ. …/19-1-1967 προσυμφώνου, υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα Συνεταιρισμό έκταση 38.604 τ.μ. β) ο Ζ. Γ. δυνάμει του αριθμ. …19-1-1967 προσυμφώνου, έκταση 5.070 τ.μ. και γ) ο Κ. Ν., δυνάμει του αριθμ. …/19-1-1967 προσυμφώνου, έκταση 10.140 τ.μ., αντί 44 δραχμών ανά τ.μ. και συνολικού τιμήματος αντιστοίχως ανά έκταση 1.530.760, 223.080 και 446.160 δραχμών. Επίσης, ως αρραβών συμφωνήθηκαν ανά έκταση τα ποσά, των 450.000, 50.000 και 100.000 δραχμών αντιστοίχως, το δε υπόλοιπο του τιμήματος ανά έκταση, πιστώθηκε. Στα ανωτέρω προσύμφωνα, κατά τρόπον πανομοιότυπον έχουν αποτυπωθεί οι όροι και οι συμφωνίες ολοκληρώσεως των μεταβιβάσεων, οι οποίοι κατά το ενδιαφέρον την παρούσα υπόθεση μέρος τους, προέβλεπαν τα εξής: α) Το υπόλοιπο του τιμήματος θα κατεβάλετο σε 40 μηνιαίες δόσεις, και ειδικότερα για το πρώτο προσύμφωνο, ποσού 27.100 δραχμών των 39 πρώτων και 23.860 της τελευταίας, για το δεύτερο προσύμφωνο ποσού δραχμών 4.300 των 39 πρώτων και δραχμών 5.380 της τελευταίας, και για το τρίτο προσύμφωνον, δραχμών 8,600 των 39 πρώτων δόσεων και δραχμών 10.760 της τελευταίας, αρχής γενομένης των καταβολών από 28-2-1967, των δε υπολοίπων, την τελευταία ημέρα εκάστου των 39 συνεχών μηνών, ατόκως, πασών δε των καταβολών αποδεικνυομένων, δι εγγράφου αποδείξεως, β) Σε περίπτωση μη καταβολής κάποιας εκ των δόσεων, ο αγοραστής καθίσταται υπερήμερος, χωρίς άλλη όχληση ανατρέπεται η σύμβαση αυτή, των πωλητών απαλλασσομένων κάθε υποχρέωσης τους που απορρέει από τη σύμβαση αυτή, ο δε αρραβώνας και κάθε άλλο χρηματικό ποσόν, που μέχρι τότε έχει καταβληθεί, έναντι του τιμήματος, καταπίπτει υπέρ των πωλητών, γ) Όταν εξοφληθεί και η τελευταία δόση του τιμήματος, οι πωλητές υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, προς σύνταξη και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως των πωλητών, προ 10 τουλάχιστον ημερών. Σε περίπτωση δε μη εμφάνισης των τελευταίων, ο αγοραστής δικαιούται να προβεί δι' αυτοσυμβάσεως στη σύνταξη του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, για την οποία οι πωλητές δια των προσυμφώνων αυτών, παρέχουν στον ενάγοντα αγοραστή την ανέκκλητη εντολή και το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, να υπογράψει αυτός το οριστικό συμβόλαιο ως αντιπρόσωπος τους. δ) Η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε - από την ημέρα υπογραφής των προσυμφώνων και πριν την εξόφληση του τιμήματος, εφόσον το ζητήσει τούτο ο ενάγων συνεταιρισμός, καλώντας προς τούτο εγγράφως τους εναγομένους πωλητές, προ 15 ημερών, υποχρεουμένων τούτων να προσέλθουν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Όμως οι πωλητές δεν υποχρεούνται να πράξουν αυτό, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε παύσει η ενέργεια του προσυμφώνου, λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής κάποιας δόσεως εκ του υπολοίπου τιμήματος. Εφόσον δε κατά τα ανωτέρω καταρτιστεί το οριστικό συμβόλαιο (πριν δηλαδή την εξόφληση των δόσεων του υπολοίπου τιμήματος και εφόσον μέχρι τότε δεν υπήρξε ουδεμία καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων), θα τεθεί σ' αυτό (οριστικό συμβόλαιο) όρος, σύμφωνα με τον οποίο η πώληση, θα τελεί υπό την διαλυτική αίρεση, της πλήρους καταβολής του τιμήματος, και επομένως, εφόσον εντός των άνω συμφωνηθεισών προθεσμιών, δεν γίνει η καταβολή κάποιας δόσεως τούτου (τιμήματος), θα πληρούται η αίρεση, με αποτέλεσμα την παύση της ενεργείας του οριστικού συμβολαίου, την ανατροπή των αποτελεσμάτων αυτού και την αυτοδίκαια επάνοδο της κυριότητας των μεταβιβασθέντων στους πωλητές. Στην περίπτωση δε αυτή, οι μέχρι της ανατροπής καταβολές δόσεων του τιμήματος, θα καταπίπτουν υπέρ των πωλητών, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ή αποζημιώσεως. Με βάση λοιπόν τους ως άνω όρους, η τελευταία (40ή) δόση του τιμήματος ήταν καταβλητέα στις 31-5-1970. Ο ενάγων συνεταιρισμός όμως, μη συμμορφούμενος προς τους όρους αυτούς, δεν κατέβαλε τις επτά τελευταίες δόσεις μέχρι και την 22-11-1990, ήτοι για χρονικό διάστημα είκοσι ετών. Τότε μόνο, μετά από νομότυπη και προσήκουσα προσφορά του υπολοίπου τιμήματος εκ δρχ. 280.000 μετά των τόκων και την άρνηση των εναγομένων να το εισπράξουν, ο ενάγων προέβη σε δημόσια κατάθεση. Επομένως, πληρωθείσης της αιρέσεως, έπαυσαν να υφίστανται τα ανωτέρω τρία προσύμφωνα, σύμφωνα με τους προεκτεθέντες όρους και ουδεμία υποχρέωση των εναγομένων απέρρεε εξ αυτών, αφού ο ενάγων δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα των ακινήτων. Νομίμως, συνεπώς, στη συνέχεια ο εκ των (αρχικώς) εναγόντων, Θ. Ζ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος του πατέρα του Ζ. Γ., δυνάμει του αριθμ.../1986 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ν. Καραστάθη, μεταβίβασε προς τον εαυτό του, στους τρεις συνεναγομένους αδελφούς του, Π., Ε. και Α. Γ., καθώς και στα ανήλικα, Κ. και Ι. Ν., τέκνα των Α. και Μ. Ν., και στα επίσης ανήλικα Π. και Ά. Κ., τέκνα Κ. και Χ. Κ., τα κατωτέρω ακίνητα που βρίσκονται όλα στην τοποθεσία "Βαθροβούνι" ή "Δύο Δένδρα" της κτηματικής περιφέρειας του Δ. Χαλκιδέων ήτοι: 1) Με το αριθμ. .../1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Χαλκίδος, Ανδρομάχης Γκουλία-Κούρου, που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Χαλκίδας (τόμος …αριθμός …) πώλησε στους Α. Κ. Ν. και Χ. συζ. Κ. Κ. το γένος Κ. Ν., το 1/3 εξ αδιαιρέτου τριών διαιρετών τεμαχίων, επιφανείας του μεν πρώτου 10.400 τ.μ., του δευτέρου 10.093 τ.μ. και του τρίτου 2.700 τ.μ. κατ' ισομοιρίαν, κοινά και αδιαίρετα. Τα ως άνω τεμάχια εμφαίνονται στο από 27¬11-1990 τοπογραφικό σκαρίφημα που έχει επισυναφθεί στο εν λόγω συμβόλαιο, και δη το μεν πρώτο τεμάχιο, με τα στοιχεία Τ-Υ-Φ-Σ-Τ, το δεύτερο, υπό τα στοιχεία Ι-Χ-Λ-Ν-2-1 και το τρίτο υπό τα στοιχεία Ω-Η-Θ-Ι-Κ-Ω. 2) Με το αριθ. .../1990 πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, Ανδρομάχης Γκουλία-Κούρου, που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Χαλκίδας (τόμος .., αριθμός …), πώλησε προς τον εαυτό του και τους προαναφερθέντες συνεναγομένους τρεις αδελφούς του, ένα διαιρετό τεμάχιο επιφανείας 5.070 τ.μ. στην αυτήν ως άνω τοποθεσία κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν. Το τεμάχιο αυτό εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου Μηχανικού Δ. Μ. Ο εκ των εναγομένων Κ. Ν. επίσης, με σχετικές εκποιητικές δικαιοπραξίες προέβη στις κατωτέρω μεταβιβάσεις ακινήτων στην ίδια ως άνω περιοχή "Βαθροβούνι" ή "Δύο Δένδρα" του Δ. Χαλκιδέων, ήτοι; 1) Με το αριθμ.../31-12-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής (άρθρο 1509 ΑΚ), της ίδιας Συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στα τέκνα του Α. και Χ. Ν. (σύζυγο Κ. Κ.), τα 2/3 εξ αδιαιρέτου, κοινά αδιαίρετα κατ' ισομοιρίαν: α) Ενός τεμαχίου διαιρετού, επιφάνειας 10.400 τ.μ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Τ-Υ-Φ-Σ-Τ, στο από 27-11-1994 επισυναφθέν Τοπογραφικό σκαρίφημα, β) ενός τεμαχίου διαιρετού επιφανείας 10.093 τ.μ, υπό τα στοιχεία 1-Χ-Λ-Μ-Ν-2-1 του ιδίου ως άνω σκαριφήματος , γ) ενός τεμαχίου διαιρετού επιφάνειας 2.700 τ.μ., υπό τα στοιχεία Ω-Η-Θ-Ι-Κ-Ω του αυτού σκαριφήματος. Το ως άνω συμβόλαιο, μετεγράφη στον τόμο … και στον αριθμό …., του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας. 2) Με το αριθμ. ...31-12-1990 συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου, ο ανωτέρω εναγόμενος (Κ. Ν.), εδώρησε στα εγγόνια του Κ. και Ι. Ν. και Π.-Ά. Κ. - που εκπροσωπήθηκαν στη μεταβίβαση από τους γονείς τους - ένα τεμάχιο διαιρετό, επιφάνειας 10.140 τ.μ. εμφαινόμενο υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α, του επισυναφθέντος σχεδιαγράμματος, του Μηχανικού Δ Μ. κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν. Το συμβόλαιο δε αυτό, μετεγράφη νομίμως, στο Υποθηκοφυλακείο Χαλκίδος, τον τόμο … και με τον αριθμό …. Επίσης οι δύο πρώτοι των εναγομένων (Θ. Ζ. και Κ. Ν.) με το αριθμ. .../30-11-1990 συμβόλαιο της αυτής πάντοτε Συμβολαιογράφου, το οποίο νομίμως μετεγράφη (τόμος …αριθμός …) πώλησαν, ο πρώτος κατά το 1/3 και ο δεύτερος κατά τα 2/3 εξ αδιαιρέτου, προς τους αδελφούς και συνεναγόμενούς τους Γ. (Π.- Ε. και Α.) - και προς τον εαυτό του ο πρώτος - κοινά και αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν, δυο διαιρετά τεμάχια επιφανείας 9.657 τ.μ. το πρώτο και 1.900 τ.μ. το δεύτερο, εμφαινόμενα, το μεν πρώτο εξ αυτών, υπό τα στοιχεία Ρ-1-2-Ξ-Ο-Π-Ρ, και το δε δεύτερο από τα στοιχεία 3-Ε-2-Ψ-3, του από 27-11-1990 επισυναφθέντος στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, τοπογραφικού διαγράμματος. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος Συνεταιρισμού ότι την ως άνω πλήρωση της αιρέσεως προκάλεσαν οι εναγόμενοι αντίθετα προς την καλή πίστη, οπότε αυτή θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε (άρθρο 207 εδ. β' ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι ούτε η έλλειψη αδείας κατατμήσεως των επιδίκων εκτάσεων αρχικά, ούτε η αποστολή από τον ενάγοντα στους εναγομένους των από 8-4-1978, 7-8-1978, 14-5-1981 και 19-6-1984 εξώδικων διαμαρτυριών-προσκλήσεων, ούτε και τα από 3-1-1981, 26-6-1984, 5-3¬-1985 και 15-5-1985 εξώδικα των εναγομένων προς τον ενάγοντα, με τα οποία αυτοί είτε υποσχόταν να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικών συμβολαίων, είτε προσφερόταν να επιστρέψουν το καταβληθέν μέρος του τιμήματος, αρκούν για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του αυτό, όπως κρίνει η ως άνω 1736/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων άλλωστε δεν δικαιολογεί τη μακρόχρονη αδράνεια του ενάγοντος και την καθυστέρηση αυτού να προβεί εξ αρχής, σε κάθε περίπτωση, στη δημόσια κατάθεση του ανεξόφλητου υπολοίπου του τιμήματος, ενέργεια στην οποία δεν εμποδιζόταν να προβεί και τελικά προέβη μετά την πάροδο εικοσαετίας". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Σημειώνεται ότι η 1 των αναιρεσειόντων και οι 5η έως 8ος των αναιρεσειόντων υπεισήλθαν, ως καθολικοί διάδοχοι, στην δικονομική θέση των αρχικώς πρώτου και τετάρτου των εναγομένων, αντίστοιχα, πλην, για λόγους εξυπηρετικούς της δομής της παρούσης, η υπόθεση θα ερευνηθεί με βάση την δικονομική ιδιότητα των διαδίκων κατά την πρωτοβάθμια δίκη. 3. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και δεν απαιτείται να γίνεται διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δηλαδή να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία είναι μόνον η γενόμενη προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, ενώ οι γενόμενες ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν ομολογίες εξώδικες οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Η προϋπόθεση, κατά τα ως άνω, της επικλήσεως απαιτείται και επί δικαστικής ομολογίας παρά το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Με τους πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη α) τις (9) αποδείξεις καταβολής των δόσεων Μαΐου-Ιουλίου 1969 και (3) των μηνών Αυγούστου-Οκτωβρίου 1969, β) την από 14-4-1970 αίτηση των εναγομένων προς το Υπουργείο Γεωργίας (Διεύθυνση Δασών) και το Δασαρχείο Χαλκίδας, με την οποία αναγνώριζαν την υποχρέωσή τους να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα τα ακίνητα στον ενάγοντα, λόγο για τον οποίο και ζητούσαν την κατάτμηση της συνολικής ενιαίας εκτάσεώς τους, γ) τα .., .../1974 και ..., .../1974 πωλητήρια και διανεμητήρια αντίστοιχα συμβόλαια του συμ/φου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη, στα οποία οι περιγραφόμενες εκτάσεις των εναγομένων φέρονται να συνορεύουν με ιδιοκτησία του ενάγοντος, δ) την 663/12-7-1994 αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων από την οποία προκύπτει ότι θεωρούσαν, κατά δικαστική τους ομολογία, ότι ο επίμαχος όρος των προσυμβάσεων προέβλεπε δικαίωμά τους υπαναχωρήσεως σε αντιδιαστολή με την διαλυτική αίρεση, αποδεικτικά μέσα από τα οποία δεν προκύπτει ότι μέχρι το έτος 1974 δεν είχε πληρωθεί η διαλυτική αίρεση και ε) την 2500/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο δεν διατείνεται ότι επικαλέσθηκε (ΚΠολΔ 562 παρ.2), ότι οι εναγόμενοι είχαν συνομολογήσει την υποχρέωσή τους συντάξεως των οριστικών συμβάσεων, ότι αθέτησαν επανειλημμένως τις υποχρεώσεις τους και ότι η συμπεριφορά τους αυτή ήταν προπετής. Πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος προεχόντως αξιολογείται ότι δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της προβαλλόμενης αποφάσεως που στηρίζουν το απορριπτικό της πόρισμα και το αντίστοιχο απορριπτικό της διατακτικό, ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση καταβολής στο σύνολο του πιστωθέντος τιμήματος, εξακολουθητικά για μια εικοσαετία από το 1970 και μέχρι τις 22-11-1990, καίτοι θα μπορούσε να προβεί σε δημόσια παρακατάθεση του οφειλόμενου τιμήματος πολύ ενωρίτερα. Επομένως, οι πιο πάνω αποδιδόμενες αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι και ουσιαστικά αβάσιμες. Τούτο διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι "... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην με αρ. 8/2000 Εισηγητική Έκθεση, καθώς και εκείνες που περιέχονται στα με αριθμούς 49/2003 και 63/2005 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, καθώς επίσης και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητά ή όχι στην παρούσα αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών. Εξάλλου, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ομολογίες των αντιδίκων του, που περιέχονται στα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), καθώς και σε διαδικαστικά έγγραφα, άλλων μεταξύ τους διαφορών που απασχόλησαν τα δικαστήρια της ουσίας, δεν είναι δικαστικές, αφού δεν έγιναν προφορικώς ή εγγράφως, ενώπιον των ουσιαστικών δικαστηρίων, που δίκασαν την ένδικη αγωγή, , και συνακόλουθα ως εξώδικες εκτιμώνται ελεύθερα, λήφθηκαν δε υπόψη, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία των εγγράφων, που τις περιέχουν και αξιολόγηση αυτών, υπό την έννοια της ανεπάρκειάς τους για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του αναιρεσείοντα από το άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ. Διαλαμβάνεται επιπρόσθετα, στον ίδιο αναιρετικό λόγο, που ερευνάται εδώ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε τις αποδείξεις με την διατύπωση ίδιας περί πραγμάτων κρίσεως, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στις αιτιολογίες της αναιρετικής 1736/2009 αποφάσεως, πλημμέλεια η οποία εμπίπτει στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. Από τις αιτιολογίες όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη της ερειδόμενης στο άρθρο 207 παρ.2 ΑΚ ενστάσεως του ενάγοντος, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς παράλληλα η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από την παράλληλη, πλεοναστική αναφορά της, στις αιτιολογίες της αναιρετικής αποφάσεως, ως επιβεβαιωτικό επιχείρημα του καταληκτικού αποδεικτικού αυτής πορίσματος. Επομένως και ο λόγος αυτός (αρ. 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ)είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιγραφόμενο έγγραφο, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση, η οποία αναφέρεται σε αποδεικτικού χαρακτήρα έγγραφα, σε αντιδιαστολή προς τα διαδικαστικά, τα οποία, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επιτρεπτώς εκτιμώνται, χωρίς τούτο να θεμελιώνει ίδιο λόγο αναιρέσεως, μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Επιπροσθέτως, την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε. Προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου δικογράφου, κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλος του προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αναιρετικής 1736/2009 αποφάσεως, ενώ δεν ανέγνωσε το συνολικό περιεχόμενο των εξώδικων εγγράφων δηλώσεων, που απηύθηναν σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) οι αντίδικοί του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, τούτο διότι η εν λόγω απόφαση αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο, χωρίς αποδεικτική αξία επί της ουσίας της υποθέσεως, και επομένως δεν εμπίπτει στο πραγματικό του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως. Όσον αφορά τις εξώδικες δηλώσεις, την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του δεν σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα συγκεκριμένα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεκτικά στοιχεία. Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμος, ο έκτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ, ότι δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική 1736/2009 απόφαση, πλημμέλεια η οποία αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου για τα κριθέντα νομικά ζητήματα, προϋπόθεση η οποία προφανώς δεν συντρέχει επί αναιρέσεως για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ19 ΚΠολΔ λόγο, όπως στην ερευνώμενη υπόθεση. 5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.ΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτικά δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων και όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Τέλος, κατά το άρθρο 445 ΚΠολΔ, με το οποίο ρυθμίζεται η αντικειμενική αποδεικτική δύναμη των ιδιωτικών εγγραφών, εφόσον έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους και αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε η γνησιότητά τους, αποτελούν κατ' αρχήν πλήρη απόδειξη, ως προς το γεγονός ότι η περιεχόμενη στο ιδιωτικό έγγραφο δήλωση προέρχεται από τον εκδότη του (τυπική ή εξωτερική αποδεικτική δύναμη), όταν δε περιέχουν δικαιοπρακτικές δηλώσεις ότι είναι αληθές και το περιεχόμενο τους (ουσιαστική ή εσωτερική αποδεικτική δύναμη). Με τους αναφερόμενους στη συνέχεια κατά περίπτωση λόγους διατυπώνεται επικουρικώς η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απέδωσε την δεσμευτική για εκείνο κατά νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα που αναφέρονται στο λόγο αυτό. Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες. Ειδικότερα: Α) Όπως προαναφέρθηκε, οι έγγραφες αποδείξεις και τα συμβόλαια για τα οποία έγινε μνεία στην υπό στοιχείο 3 σκέψη της παρούσης, αναφέρονται σε ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στο σύνολο τους δε, πρόκειται για έγγραφα, ιδιωτικά ή δημόσια, μαρτυρίας, ως προς το πρόσωπο προελεύσεως της δηλώσεως, στην οποία δεν αναφέρεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, εκτιμώμενα κατά τα λοιπά ελεύθερα, όπως και η περιεχόμενη εξώδικη ομολογία (ΚΠολΔ 352 παρ.2). Β) στα …- …/1969 συμβόλαια του συμ/φου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η διαλυτική αίρεση λειτούργησε μέχρι το έτος 1990 και ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση καταβολής των επτά (7) τελευταίων δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος κατά το εν λόγω (1970-1990) χρονικό διάστημα, με άμεση κατά νόμο συνέπεια την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, η οποία, κατά τον ενάγοντα, με αναφορά του στα άρθρα 361, 201-202 ΑΚ, έληγε κατ' ανώτατο όριο στις 31-5-1970 (2ος λόγος προσθέτου δικογράφου). Προφανές είναι ότι πρόκειται για πλημμέλεια, η οποία δεν συνδέεται με την αποδεικτική δύναμη των εν λόγω δημοσίων εγγράφων, αλλά με την έννοια και την λειτουργία της διαλυτικής αιρέσεως. Γ) στην 1736/2009 αναιρετική απόφαση (β' σκέλος του τρίτου λόγου του προσθέτου δικογράφου), η οποία αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο, χωρίς παράλληλα να διαθέτει αποδεικτική δύναμη ως προς την ουσία της υποθέσεως και Δ) στην από 5-3-1985 εξώδικη δήλωση των εναγομένων (δ' σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου). Πρόκειται για ιδιωτικό έγγραφο μαρτυρίας, με πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς το γεγονός ότι η δήλωση προέρχεται από τους εναγομένους, στο οποίο δεν αναφέρεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, εκτιμώμενη κατά τα λοιπά ελεύθερα. Επομένως οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν. 5. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη η μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 207 παρ. 2 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της προκάλεσε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα τον ωφελούσε η πλήρωση της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πλήρωση της αιρέσεως δεν απαιτείται να έγινε από πρόθεση και αδικαιολόγητα, αλλά με συμπεριφορά εκ μέρους του ωφελουμένου αντίθετη προς την καλή πίστη. Η συμπεριφορά δε αυτή, από την οποία απαιτείται να επήλθε η πλήρωση της αιρέσεως, είναι δυνατόν να εκδηλώνεται όχι μόνο με θετική πράξη, αλλά και με παράλειψη. Όμως θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ετέρου μέρους και της ματαιώσεως της αιρέσεως. Με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 (α' σκέλος τρίτου και β' σκέλος του πέμπτου λόγου του κυρίου δικογράφου και 19 ΚΠολΔ (β' σκέλος του τρίτου, τέταρτος α' σκέλος πέμπτου του κυρίου δικογράφου και τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου), με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 207 παρ.2 ΑΚ. Ο έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγω αυτών αναιρέσεως πραγματώνεται με βάση τον παραδεκτώς προβληθέντα κατ' αντένσταση ισχυρισμό του ενάγοντος, κατά την κυριαρχική του εκτίμηση από τα δικαστήρια της ουσίας, η οποία δεν πλήττεται με τον προσήκοντα στην περίπτωση αυτή και προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η αυτεπάγγελτη πρόταση του οποίου δεν είναι παράλληλα δικονομικώς επιτρεπτή (ΚΠολΔ 562 παρ.4), και το αντίστοιχου περιεχομένου σε βάρος αυτού θέμα αποδείξεως. Ειδικότερα, κατά τις αιτιολογίες της 49/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (ι) οι εναγόμενοι ενιστάμενοι υπεστήριξαν ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση καταβολής των επτά (7) τελευταίων από τις σαράντα (40) δόσεις του πιστωθέντος τιμήματος, ποσού εκάστης 40.000 δρχ. και (ιι) ότι η παράλειψη του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως των συνομολογηθεισών μεταξύ των διαδίκων προσυμβάσεων, με ανατροπή έκτοτε των αποτελεσμάτων αυτών (ΑΚ 202). Περαιτέρω, (ιιι) με την προσθήκη στις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 411/1998 μη οριστικής κατά τούτο αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ομολόγησε ο ενάγων την μη καταβολή των επτά (7) δόσεων και παράλληλα παραδεκτά αντέτεινε κατ' αντένσταση ότι "η πλήρωση της αιρέσεως προκλήθηκε εκ μέρους των πωλητών με συμπεριφορά τους αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού τον διαβεβαίωσαν εγγράφως ότι δεν αρνούνται τις συμφωνίες που είχαν προβεί με τα προσύμφωνα ως και ότι η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων θα ελάμβανε χώρα ευθύς ως διευθετείτο το πρόβλημα κατάτμησης των εκτάσεων και αναγνωρίζετο η ιδιωτική φύση τους από το Συμβούλιο Δασών, οπότε και θα κατέβαλε εις αυτούς ο ενάγων το υπόλοιπο των επτά (7) δόσεων". Σημειώνεται ότι τα πραγματικά αυτά πληρούν το πραγματικό του άρθρου 342 ΑΚ και με την έννοια αυτή αναιρούν την υπερημερία του ενάγοντος από μόνη την παρέλευση της δήλη ημέρας πληρωμής εκάστης των επτά (7) δόσεων (ΑΚ 340), προϋπόθεση για την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως. Σε συνέπεια με την εκτίμησή της αυτή έταξε το οικείο σε βάρος του ενάγοντος θέμα αποδείξεως, που παρέλειψε να τάξει η 411/1998 απόφαση, για τα θεμελιωτικά του κατ' αντένσταση ισχυρισμού του αυτού, τον οποίο επαναδιατύπωσε με σχετικό λόγο εφέσεως, με το ακόλουθο κατ 'ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της περιεχόμενο, " Ότι οι πωλητές Ζ. Γ. και δεύτερος εναγόμενος (Κ. Ν.), σε αντίθεση με την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται στην κοινωνική συμβίωση, προκάλεσαν την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως που έχει τεθεί με τον όρο 2 των υπ' αριθ. .., …, και .., /1967 προσυμφώνων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικ. Καραστάθη. Συγκεκριμένα ότι από τις αρχές του έτους 1970 μέχρι και το έτος 1988 αυτός (ενάγων) τους προσέφερε κάθε μήνα τα ποσά των τελευταίων επτά (7) δόσεων που είχαν συμφωνηθεί για την αποπληρωμή του τιμήματος που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, για την πώληση των σε αυτά (προσύμφωνα) αναφερομένων εκτάσεων. Πλην όμως αυτοί τον διαβεβαίωναν ότι δεν ήτο αναγκαία η καταβολή τους, αφού δεν θεωρούσαν ότι κινδυνεύει η απαίτησή τους και ανέβαλαν συνεχώς την είσπραξή τους με τη διαβεβαίωση ότι αυτός (ενάγων) θα τους κατέβαλε και αυτοί θα εδέχοντο να εισπράξουν το συνολικό ποσόν των ως άνω δόσεων κατά την κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων. Αυτή θα ελάμβανε χώρα ευθύς ως θα ελάμβαναν οι πωλητές από τη διεύθυνση δασών του Νομού Ευβοίας την άδεια κατάτμησης της ένδικης μεγαλύτερης έκτασης της οποίας τμήματα ήσαν οι εκτάσεις που συμφωνήθηκε να πωληθούν στον ενάγοντα με το προσύμφωνο και την άδεια αναγνωρίσεως της κυριότητας τους επί των ως άνω εκτάσεων". Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι το τίμημα πωλήσεως θα κατεβάλλετο σε (40) μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη στις 28-2-1967 και η κάθε μία από τις υπόλοιπες (39) την τελευταία ημέρα εκάστου των επομένων κατά συνέχεια μηνών, με καταβλητέα την τελευταία δόση στις 31¬5-1970, (β) ότι σε περίπτωση μη καταβολής οποιασδήποτε δόσεως ο ενάγων καθίσταται υπερήμερος χωρίς άλλη όχληση, ανατρέπεται η σύμβαση και οι εναγόμενοι απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση τους απορρέουσα από τη σύμβαση, (γ) ότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση καταβολής των τελευταίων επτά (7) δόσεων μέχρι και την 22α -11-1990, όταν μετά από νομότυπη και προσήκουσα προσφορά του υπολοίπου τιμήματος των 280.000 δρχ. με τους τόκους και την άρνηση των εναγομένων εισπράξεώς του, προέβη σε δημόσια κατάθεσή του, διαλαμβάνοντας επιπρόσθετα (δ) ότι η περί πραγμάτων αυτή κρίση της δεν διαφοροποιείται από την έλλειψη αρχικά αδείας κατατμήσεως των επίδικων εκτάσεων και τις από 8-4-1978 έως 15-5-1985 εξώδικες δηλώσεις των διαδίκων και ιδία εκείνων των εναγομένων, με τις οποίες κατά περίπτωση υπόσχονταν είτε να συμπράξουν στην σύνταξη των οριστικών συμβάσεων είτε σε επιστροφή του καταβληθέντος μέρους του πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως, χωρίς παράλληλα να δικαιολογείται η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, με χορήγηση στο μεταξύ της αδείας κατατμήσεως, με επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αυτού πορίσματος της επιχείρημα ότι ευχερώς ηδύνατο να προβεί, σε κάθε περίπτωση, σε δημόσια κατάθεση του οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος, όπως έπραξε στις 22-11-1990. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 207 παρ.2 ΑΚ απόρριψη της επ' αυτής θεμελιούμενης αντενστάσεως του ενάγοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια οι ερευνώμενες αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. 6. Τέλος με στοιχ. (β) πρόσθετο δικόγραφο, με αναφορά στην πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "όπως κρίνει η ως άνω 1736/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου" προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.18,14,8 και 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας: α) παραβίασε την απορρέουσα από την 1736/2009 αναιρετική απόφαση δέσμευσή του, ότι τα επικαλούμενα κατ' αντένσταση από το ήδη αναιρεσείον πραγματικά περιστατικά αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, αντιθέτως δε δέχθηκε β) ότι υφίσταται ενδοδιαδικαστική δέσμευση απαραδέκτου της εν λόγω αντενστάσεως, επικουρικώς, γ) ανταποκρινόμενο στην εν λόγω εσφαλμένη ενδοδιαδικαστική του δέσμευση παρέλειψε να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα των θεμελιωτικών της αντενστάσεως πραγματικών περιστατικών και (δ) ότι οι διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του ουσιαστικές παραδοχές δεν δικαιολογούσαν την απόρριψη της ερειδόμενης στο άρθρο 207 παρ.2 ΑΚ αντενστάσεως του αναιρεσείοντος, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου συνέτρεχαν. Όμως, με την εκτίμηση ότι στο καταληκτικό αυτό αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά από αξιολόγηση του υπάρχοντος στην διάθεσή του αποδεικτικού υλικού και ότι τα διαλαμβανόμενα στις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του λοιπά πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 207 παρ.2 ΑΚ κατ' ουσίαν απόρριψη της θεμελιούμενης επ' αυτού αντενστάσεως του αναιρεσείοντος, δεχόμενο, ιδία, ότι η αρχική έλλειψη της απαιτουμένης αδείας κατατμήσεως των ακινήτων και η εν γένει συμπεριφορά των μετ' αυτού συμβληθέντων με τις προσυμβάσεις πωλήσεως δεν δικαιολογούσε την μακροχρόνια, μέχρι 22-11-1990, παράλειψη αυτού, καταβολής του οφειλομένου υπολοίπου του πιστωθέντος τιμήματος, έστω και με δημόσια παρακατάθεση, την οποία τελείως καθυστερημένα και μόλις το 1990 επεχείρησε, οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Σημειώνεται, ότι, όπως και προηγουμένως αναφέρθηκε, η αναφορά στην περικοπή της πιο πάνω αρεοπαγιτικής αποφάσεως, αποτελεί επιβεβαιωτικό επιχείρημα του καταληκτικού του πορίσματος, περί του ότι οι περιεχόμενες, στα αναφερόμενα εκεί έγγραφα, δηλώσεις των αναιρεσίβλητων δεν ήταν από μόνες τους επαρκείς για τη θεμελίωση της αντενστάσεως του (αναιρεσείοντα), για το λόγο δε αυτό (ανεπάρκεια αιτιολογιών), αναιρέθηκε, με την τελευταία πιο πάνω απόφαση (ΑΠ 1736/2009), η αντιθέτως κρίνασα υπ' αρ. 78/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδος), κρίνοντας τότε επίσης, στο αναιρετικό πλαίσιο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ότι οι ίδιες δηλώσεις δεν οδηγούσαν επί της ουσίας στην παραδοχή του αντίστοιχου ισχυρισμού, χωρίς αναφορά στην απόφαση (που τότε δεν υπήρχε) σε ποιο χρονικό σημείο εικοσαετίας εντοπίστηκε η αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά των εναγομένων πωλητών. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-6-2011 αίτηση και τους με τα ιδιαίτερα: α) από 1-10-2011 και β) από 21-10-2011, δικόγραφα πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αρ. 64/5-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδος). Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ