Αριθμός 1067/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Α. συζ. Δ., και 2. Μ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νου Μπότσαρη και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ι. του Ν., ενεργούντος για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Ε. Ι. του Α., ως ασκών την γονική μέριμνα αυτού, 2. Ε. Ε. του Κ., 3. Κ. συζ. Ε. Ε., το γένος Α., 4. Κ. Ε. του Ε., 5. Μ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Σ., 6. Α. Χ. του Α., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Γούναρη και κατέθεσαν προτάσεις και 7. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" τέως "ALFA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Πέτσα και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-9-2006 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (ΑΠ (Ολ.) 1/1999). Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών (ΑΠ 1006/1994). Εξ άλλου, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 484/1997) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 715/1995). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο ανωτέρω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 422/1993). Με τον δεύτερο υπό στοιχ. στ' λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για τον προσδιορισμό του ύψους των διατροφικών αναγκών του ανηλίκου υιού της, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, της αποβιωσάσης Ο. Ε. και τη συμβολή του εν διαζεύξει συζύγου αυτής και ήδη του υφ' ήν ιδιότητα παρίσταται πρώτου αναιρεσιβλήτου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 15-9-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού-πρακτικού συμβιβασμού που καταρτίσθηκε εν όψει της λύσεως του γάμου κατ' άρθρο 1441 ΑΚ. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει αφενός μεν ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του αναφορικά με το ύψος των διατροφικών αναγκών του ανηλίκου και τη συμβολή σε αυτές του πατρός του, συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και με τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων, αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, αλλά απέδωσε σε αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμό 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, διότι έχει ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ) πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις και όχι αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση και από ποια μέρη της αιτιολογίας προκύπτουν (Ολ.Α.Π.. 20/2005, ΑΠ 1875/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο υπό στοιχ.β' λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι τις δαπάνες διατροφής του υιού της αποβιωσάσης Ο. Ε. είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο πατήρ του και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με συνέπεια αυτός να μην έχει απαίτηση διατροφής από την αποβιώσασα μητέρα του. Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται ποία η νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, καθώς και οι συγκεκριμένες παραδοχές του Εφετείου αναφορικά με την παραβίαση της ανωτέρω διάταξης. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 περ.α' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος κι' εντεύθεν απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια της παραπάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 789/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία: α)ότι οι κακώσεις που έφερε στο σώμα της η Ο. Ε. προκλήθηκαν από βιαία πρόσκρουση στο ταμπλό, παρμπρίζ, καθώς και στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, και β)ότι εξ αιτίας των κακώσεων αυτών δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την ώρα της πρόσκρουσης δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας με συνέπεια να μην έχει καμία απολύτως προστασία. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου η την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009). Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 13/2002 ΑΠ 1715/2010 ΑΠ 71/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με το τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως επικαλούμενες τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 70.000, 50.000, 50.000, 20.000, 10.000, 10.000 ευρώ, αντίστοιχα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Εξ άλλου, βάσει των αναφερομένων στη νομική σκέψη, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος (2001) δεν εφαρμόζεται ευθέως στη προκειμένη περίπτωση και συνεπώς η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει, είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και συγκεκριμένα στον παραπάνω όρο. Αρκεί και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την άνω υπουργική απόφαση. Αν στην πρόταση που απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος περιέχεται ο όρος του μνημονεύθηκε, για να καταστεί αυτός περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται και αρκεί αποδοχή του από τον ασφαλιστή του, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενο από τον τελευταίο στον αντισυμβαλλόμενο. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο, που είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο. Οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο. Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφάλισης υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Στην ουσία πρόκειται για όρους που επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικά στα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή, αλλά διατυπώνονται στην άνω Κ4/585/1978 ΑΥΕ. Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους με συμφωνία των μερών ή μονομερώς από τον ασφαλιστή (ΑΠ 1964/2006). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, υστέρα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε και τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η Μ.-Σ. Σ., ιδιοκτησίας των Χ. και Μ. Α. κατά ποσοστό 50%, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο στην παρεμπιπτούτως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το από 12-2-2005 έως 12-2-2006 χρονικό διάστημα, το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976 της ΥΑ 585/1976 και τους γενικούς και ειδικούς όρους που επισυνάπτονται στο πρωτοεκδιδόμενο συμβόλαιο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους. Στο άρθρο 9 παρ.8 του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται ρητά, ως γενικός όρος της ασφαλιστικής συμβάσεως ότι δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν, εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση του οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πιο πάνω ασφαλιστήριο, τούτο δεν φέρει την υπογραφή των ασφαλισμένων παρά μόνο της ασφαλιστικής εταιρείας. Η αποδοχή εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του ασφαλιστηρίου και κατ' επέκταση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να εκδηλώνεται και σιωπηρώς άνευ υπογραφής στο ασφαλιστήριο. Ακόμη σε περίπτωση ατυχήματος η δήλωση του αντισυμβαλλόμενου στον επιληφθέντα τροχονόμο ότι είναι ασφαλισμένος της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς επίσης και όταν ο ασφαλισμένος, στηρίζοντας αυτός ίδιες αξιώσεις στο ασφαλιστήριο, επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο σημαίνει αποδοχή όλων των όρων αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι ασφαλισμένες παρέλαβαν το ειδικό σήμα και την ειδική βεβαίωση ασφάλισης του άρθρου 25 της ως άνω Υπουργικής απόφασης τα προέβησαν στη δήλωση του ατυχήματος στην ασφαλιστική εταιρεία και επομένως αποδέχθηκαν την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους ως άνω γενικούς όρους, των οποίων έλαβον γνώση, μεταξύ των οποίων και τον όρο του άρθρου 25 παρ.8 της ως άνω 114/585/1978 ΑΥΕ, κατά τον οποίο η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημίες προκαλούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες και δεν παραβίασε. Επίσης, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες διατάξεις των άρθρων 361, 158, 160, 162 και 11 παρ.1 Ν. 489/1976. Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τις αναιρεσείουσες με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, περί μη υπάρξεως έγκυρης συμφωνίας περιέχουσας τον απαλλακτικό για την ασφαλιστική εταιρεία όρο της μέθης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεως βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 841/2011 ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα της πρόστησης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η οδηγός του οχήματος εργαζόταν ως υπάλληλος-πωλήτρια στο εμπορικό κατάστημα ειδών ρουχισμού που διατηρεί η δεύτερη των παρεμπιπτόντως εναγομένων και είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα τους ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις και συχνά παραχωρούσε το αυτοκίνητό της σ' αυτή για τις προσωπικές της ανάγκες. Στις 13-11-2004 η εκ των συνιδιοκτητών Μ. Α. λόγω των φιλικών τους σχέσεων παραχώρησε το αυτοκίνητο της στη Μ.-Σ. Σ. για τη βραδινή της έξοδο και έτσι ήταν προστήσασα τον δράση της ανωτέρω αδικοπραξίας. Η ανωτέρω πρόστηση βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της Ο. Ε., αφού αυτό οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια ενέργεια της προστηθείσας κατά την παραχωρηθείσα (ανατεθείσα) σ'αυτήν οδήγηση του αυτοκινήτου της. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης Μ. Α. ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου στις 15-11-2005 αλλά και από την 17-11-2004 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος, την οποία υπέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία όπου καταθέτει ότι η ίδια παραχώρησε το αυτοκίνητό της, στις 13-11-2004, στην Μ.-Σ. Σ., όπως έκανε και στο παρελθόν, χωρίς τα ανωτέρω να αναιρούνται από το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων και τη κατάθεση της μάρτυρος Ι. Α., οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η οδηγός του οχήματος Μ.-Σ. Σ. επελήφθη της χρήσεως και της οδήγησης του αυτοκινήτου, χωρίς να έχει προς τούτο τη συναίνεση της ιδιοκτήτριας και εν αγνοία της, αφού αυτό παραχωρήθηκε στην οδηγό της από την αδελφή της Ι. Α., στην οποία η ιδιοκτήτρια το είχε εμπιστευτεί, επιχειρούν να περιορίσουν στην αστική ευθύνη της ως ιδιοκτήτριας, τα οποία κρίνονται αναληθή, σε κάθε δε περίπτωση και αληθή υποτιθέμενα αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού ο υποπροστηθείς θεωρείται προστηθείς του αρχικού προστήσαντος, ο οποίος και φέρει την ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ. Σχέση, όμως, πρόστησης υπάρχει επίσης μεταξύ της οδηγού και της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης, καθόσον αυτή, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν συγκάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εφόσον διατηρούσε την συνεκμετάλλευση του και είχε οικειοθελώς παραχωρήσει, εξ ολοκλήρου, τη χρήση του στην κόρη της και συνιδιοκτήτρια Μ. Α., η οποία ως προστηθείσα με τη σειρά της το είχε εμπιστευτεί στην οδηγό Μ.-Σ. Σ. υποπροστηθείσα και συνεπώς ευθύνεται και αυτή για ολόκληρη της ζημία σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ...". Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο ορθώς δεν προσέφυγε στον γενικό ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ αφού δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό η αμφιβολία σχετικά με την έννοια και της ύπαρξη της σχέσεως της πρόστησης. Επομένως, ο πέμπτος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα, με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-6-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 87/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ και στους λοιπούς αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ