Αριθμός 1733/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μάρκου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑTΕ" (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", πρώην "T BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ASPIS BANK ANΩNYMH ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "POSTCREDIT", μέλος του ομίλου "ΤΤ HELLENIC POSTBANK Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαλάπα, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 2-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και δ.τ. τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας α) επ' ονόματι και για λογαριασμό της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) επ' ονόματι και για λογαριασμό της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως ειδικών διαδόχων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φλώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέων Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 εν μέρει οριστική και 39/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2020 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 24-1-2023 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, η 2η και η 4η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-11-2020 αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις 1η, 3η και 5η αναιρεσίβλητες. Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός, που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται, ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του. Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-01-2023 και επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, την 3η αναιρεσίβλητη και τις προς τις οποίες η κοινοποίηση λοιπές αναιρεσίβλητες (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α. Σ., ..., ..., ..., ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Τ. και ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Λ. Π.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της 3ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός, ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-09-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων και της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων και της από 24-11-2022 σύμβασης συμπλήρωσης αυτής, αντίγραφα των οποίων έχουν νομίμως καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 της έδρας της Τράπεζας Πειραιώς, που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την είσπραξη και διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 11-06-2021 σύμβασης διαχείρισης, όπως έχει νομίμως καταχωρηθεί στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με την αναιρεσείουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ) και εφόσον η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα. Ακολούθως, πρέπει να ερευνηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Επί της από 19-04-2013 αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών κατά των καθ' ων η αίτηση, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτούς χρεών της κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 13/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου και ακολούθως η 39/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με τις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση και ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας προς τους καθ' ων. Κατόπιν άσκησης έφεσης από την 4η αναιρεσίβλητη τράπεζα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22/2019 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκαν οι πρωτόδικες αποφάσεις, διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη, και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 744/2021, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 783/2008). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, παραπονείται, ότι με την προσβαλλόμενη κατά παράβαση του νόμου απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της περί απαραδέκτου της από 20-07-2018 έφεσης κατά της 13/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Η αιτίαση αυτή από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, την οποία η αναιρεσείουσα εσφαλμένως επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, είναι απαράδεκτη, διότι δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560, πέραν του ότι είναι και αβάσιμη, καθόσον η υπ' αριθμ. 13/2015 απόφαση είναι εν μέρει οριστική και δεν υπέκειτο σε έφεση ούτε ως προς την οριστική διάταξή της πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης στη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 περ. β, εδ. γ του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στις αποφάσεις, που εκδίδονται κατά την εκούσια δικαιοδοσία των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα, ήτοι η ανωτέρω απόφαση κατέστη εκκλητή με την έκδοση της υπ' αριθμ. 39/2017 οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία εμπροθέσμως συμπροσβλήθηκε (η υπ'αριθμ. 13/2015) με την από 20-07-2018 έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (ΑΠ 1352/2021). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 787/2022, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 551/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 τουΝ 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10-11-2020), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 673/2022, ΑΠ 1442/2021). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 απέρριψε τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της ένστασης του δόλου, που πρότεινε η 6η καθ' ης και ήδη 4η αναιρεσίβλητη τράπεζα EUROBANK με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε με το 2ο λόγο της έφεσής της, κρίνοντας ορισμένη της ένσταση της τελευταίας. Σχετικά με την ένσταση του δόλου, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι η 4η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου και με το 2ο λόγο της έφεσής της επικαλέσθηκε υπερδανεισμό της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δόλο αυτής κατά την ανάληψη των δανείων και των πιστωτικών καρτών της συνολικού ύψους 269.899,40 ευρώ, καθόσον ως μισθωτή είχε σταθερό μηνιαίο εισόδημα και εξ αρχής τα εισοδήματά της δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της στα πιστωτικά ιδρύματα, γεγονός το οποίο γνώριζε και το είχε αποδεχθεί. Η ένσταση αυτή της 6ης καθ' ης και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες θα την οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: Η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα), γεννηθείσα την 12-11-1966 και ηλικίας 52 ετών σήμερα, είναι υπάλληλος του Γενικού Νοσοκομείου ..., έγγαμη με τον Γ. Α. και έχουν έξι τέκνα, ηλικίας 32, 31, 29, 27, 26, 21 και 13 ετών αντίστοιχα. Ως εκ τούτου τα πέντε εξ αυτών έχουν ήδη ενηλικιωθεί και δεν υφίσταται υποχρέωση της αιτούσας προς διατροφή τους. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται σήμερα (βλ. το σημείωμα αποδοχών 12/2018) σε 878,74 ευρώ. Ο σύζυγος της αιτούσας διέθετε μια κτηνοτροφική επιχείρηση και ειδικότερα ένα εκτροφείο χοιρειδών στο ... του δήμου ..., η οποία παρά τη θετική της πορεία στην αρχή της λειτουργίας της, μετά από ορισμένα επιχειρηματικά ανοίγματα που δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, δημιούργησε πλήθος οφειλών με αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας της οριστικά το έτος 2011. Κατά το έτος 2014 προσελήφθη ως υπάλληλος με σύμβαση αορίστου χρόνου και μερική τετράωρη απασχόληση στην επιχείρηση κάμπινγκ της Α. Κ. με μηνιαίες αποδοχές ποσού 436,85 ευρώ πλην όμως η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του στις 14-4-2015 και έκτοτε παραμένει άνεργος, όπως προκύπτει από το με αριθμό σχετικού 88 αποδεικτικό ανανέωσης δελτίου κάρτας ανεργίας αυτού που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα. Σχετικά δε με τη διαχρονική εξέλιξη των εισοδημάτων της αιτούσας και του συζύγου της, όπως προκύπτουν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα σημειώματα αποδοχών της, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το οικονομικό έτος 2006 το ετήσιο συνολικό εισόδημα του συζύγου της ανερχόταν σε 11.592,36 ευρώ και της αιτούσας σε 16.271 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 το ετήσιο συνολικό εισόδημα ανερχόταν σε 20.505,90 ευρώ για το σύζυγο και 17.617,17 ευρώ για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2008 ανερχόταν σε 25.003,90 για τον σύζυγο και σε 18.481 ευρώ για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2009, ήτοι το έτος 2008, ανερχόταν σε 9.022,47 ευρώ για τον σύζυγο και σε 16.515,99 ευρώ για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2010, ήτοι το έτος 2009 ανερχόταν σε 11.558,01 ευρώ για τον σύζυγο και σε 17.082,09 ευρώ για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2011, ήτοι το έτος 2010 ανερχόταν σε 28.161 ,64 ευρώ για τον σύζυγο και σε 16.409,10 ευρώ για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2012, ήτοι το έτος 2011 ανερχόταν σε 15.045,17 ευρώ μόνο για την αιτούσα ενώ ο σύζυγος της δεν δήλωσε εισοδήματα και αντιστοίχως το οικονομικό έτος 2013, ήτοι το έτος 2012, ανερχόταν σε 10.478,70 ευρώ μόνο για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2014, ήτοι το έτος 2013, ανερχόταν σε 3.464,96 ευρώ μόνο για την αιτούσα, το οικονομικό έτος 2015, ήτοι το έτος 2014 ανερχόταν σε 1.827,13 για τον σύζυγο και 10.575,62 για την αιτούσα και τέλος το φορολογικό έτος 2017 ανερχόταν σε 10,33 ευρώ για τον σύζυγο και 11.160,52 ευρώ για την αιτούσα, σύμφωνα με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα που επικαλείται και προσκομίζει. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ανέλαβε τις παρακάτω δανειακές συμβάσεις: 1) από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η δεύτερη εφεσίβλητη, δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης επισκευαστικού δανείου, το ποσό των 60.000 ευρώ, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου έχει εντούτοις εξοφληθεί καθώς πλέον οφείλεται το ποσό των 3.159,71 ευρώ 2) από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης στεγαστικού δανείου το ποσό των 90.000 ευρώ, από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 100.315,63 ευρώ 3) από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α-Ε.", δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης ανοικτού δανείου αγροτών, το ποσό των 45.000 ευρώ, από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 27.068,02 ευρώ 4) από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης χρεολυτικού δανείου κτηνοπτηνοτρόφων στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, το ποσό των 120.000 ευρώ από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 28.138,21 ευρώ, 5) από το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε.", δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 22.000 ευρώ, από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 18.952,92 ευρώ, 6) από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης δανείου για αγορά μεταφορικού μέσου, το ποσό των 13.600 ευρώ από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 13.116,33 ευρώ, 7) από την "Τράπεζα Πειραιώς A.E." δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 32.684,23 ευρώ από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 39.926,49 ευρώ, 8) από την "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 15.000 ευρώ από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 26.700,38 ευρώ, 9) από την "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 430,89 ευρώ, 10) από την "Alpha Τράπεζα Α.Ε." δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου από το οποίο οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 7.977,96 ευρώ και 11) από την "PostCredit Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων" δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, για την οποία οφείλεται υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης 2.782,40 ευρώ. Από την προαναφερόμενη αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων της πρώτης εφεσίβλητης και του συζύγου της προκύπτει ότι ήδη κατά το έτος 2005 είχαν επιβαρυνθεί με δανειακές υποχρεώσεις καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ και μιας πιστωτικής κάρτας, το επόμενο ωστόσο έτος 2006, με μηνιαίο εισόδημα 3.176 ευρώ έλαβε το προαναφερόμενο με αριθμό 1 στεγαστικό δάνειο ποσού 60.000 ευρώ και το με αριθμό 7 καταναλωτικό δάνειο ποσού 32.184 ευρώ. Το επόμενο έτος 2007, με μηνιαίο εισόδημα 3.623 ευρώ, έλαβε το με αριθμό 2 στεγαστικό δάνειο ποσού 90.000 ευρώ, με το οποίο αποπλήρωσε το παραπάνω αναφερόμενο στεγαστικό δάνειο που είχε λάβει το έτος 2006, το με αριθμό 3 αγροτικό δάνειο ποσού 45.000 ευρώ και το με αριθμό 6 δάνειο για αγορά μεταφορικού μέσου ποσού 13.600 ευρώ. Ήδη δε είχε αναλάβει κατά τον χρόνο αυτό, με συνολικό μηνιαίο εισόδημα 3.623 ευρώ, συνολικές δανειακές υποχρεώσεις ύψους 195.784 ευρώ ενώ είχε και αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις καθώς βαρυνόταν με τα έξοδα συντήρησης και διατροφής των πέντε ανήλικων ακόμη τέκνων της. Εντούτοις, το επόμενο έτος 2008, με μηνιαίο συνολικό εισόδημα ήδη σημαντικά μειωμένο και ανερχόμενο σε 2.128 ευρώ συμβλήθηκε ως εγγυήτρια σε νέο δάνειο, το με αριθμό 4 ποσού 120.000 ευρώ. Κατόπιν, το έτος 2010, με συνολικό μηνιαίο εισόδημα 3.714 ευρώ αντί να προσπαθήσει να καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερο τις υφιστάμενες δανειακές της υποχρεώσεις, οι οποίες ήταν ήδη δυσανάλογες σε σχέση με τις απολαβές της, έλαβε δύο νέα καταναλωτικά δάνεια, τα με αριθμό 5 και 10 συνολικού ποσού 30.000 ευρώ περίπου, τα οποία επιβάρυναν επιπρόσθετα το εισόδημα της οικογένειας της, διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους στο μέλλον και αποδεχόμενη αυτό ως επακόλουθη συνέπεια. Το δε έτος 2011, οπότε και μειώθηκε πλέον δραματικά το οικογενειακό εισόδημα σε μόλις 1.253 ευρώ αδυνατούσε πλέον να καλύψει τις δανειακές της υποχρεώσεις καθώς τα εισοδήματα της δεν αρκούσαν ούτε για την επιβίωση της πολυμελούς οικογένειάς της, όπως άλλωστε και η ίδια ομολογεί στην αίτησή της και τελικά αυτή να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ήδη ληξιπρόθεσμων χρεών της προς την εκκαλούσα και τις λοιπές εφεσίβλητες, αφού τα εισοδήματά της δεν επαρκούσαν, λαμβανομένων υπόψη και των βιοτικών της αναγκών, για την εξυπηρέτηση των παραπάνω δανειακών συμβάσεων. Μάλιστα, η ίδια εκθέτει στην αίτησή της ότι συμβλήθηκε στα με αριθμό 3 και 4 δάνεια για λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης ενώ και ότι τα δάνεια που έλαβε από το έτος 2009 και εντεύθεν ήταν προκειμένου να εξεύρει οικονομικούς πόρους για την κάλυψη των αυξημένων οικογενειακών αναγκών που ήδη δεν μπορούσε να καλύψει (βλ. τα όσα αναφέρονται στη σελ. 5 της επίδικης αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών). Επιπλέον, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι κατά την ανάληψη των οφειλών, κατά το έτος 2010, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού τους εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκούν αυτοί δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων τους θα δύνανται να αποπληρώνουν προσηκόντως τις δανειακές τους υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δεν υπήρχε, πέραν της οικίας τους στα ... ..., κάποιο ακίνητο το οποίο θα μπορούσαν να εκποιήσουν. Παρατηρείται βέβαια σημαντική πτώση στα ετήσια εισοδήματα της αιτούσας από το έτος 2011 κι εντεύθεν, αλλά το Δικαστήριο κρίνει ότι η αδυναμία πληρωμής των ως άνω υποχρεώσεων της αιτούσας ήταν εξ αρχής προδιαγεγραμμένη και δεν οφείλεται στη μετέπειτα μείωση των εισοδημάτων της, αφού και αυτή η μείωση να μην υπήρχε, όπως προαναφέρθηκε, και πάλι η αιτούσα δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις λόγω του ύψους των καταβλητέων μηνιαίων δόσεων (σε συνδυασμό με το ύψος των αποδοχών και των βιοτικών αναγκών τους), οι οποίες ανήλθαν σε αντίστοιχο ύψος με τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές, τα οποία όλα γνώριζε από τον καιρό που λάμβανε τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα κατά τα παραπάνω αναφερόμενα. Η ενδεχόμενη δε παράλειψη από την πλευρά των πιστωτριών της να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ή αιτούσα δόλια περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών της, διότι πραγματικά προέβη σταδιακά σε αλόγιστο δανεισμό, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που το εισόδημά της και οι βιοτικές ανάγκες της οικογένειας της της επέτρεπαν, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσία βάσιμης της προβληθείσας σχετικής ένστασης δόλου εκ μέρους της εκκαλούσας, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της αναιρεί γι' αυτή την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών τους στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010". Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε τις προσβαλλόμενες πρωτόδικες αποφάσεις, διακράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτούσα δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της εξαιτίας του υπερδανεισμού της, καθόσον α) έλαβε από το έτος 2005 έως το έτος 2010 συνολικά έντεκα (11) πιστωτικά προϊόντα (2 στεγαστικά-επισκευαστικά δάνεια, 2 επιχειρηματικά δάνεια για την επιχείρηση του συζύγου της, 5 καταναλωτικά και 2 πιστωτικές κάρτες), συνολικού ύψους 409.475,48 ευρώ (60.000+ 90.000 + 45.000 + 120.000 + 22.000 + 13.600 + 32.684,23 + 15.000 + 430,89 + 7.977,96 + 2.782,40 = 409.475,48 ευρώ), από το οποίο οφειλόταν κατά το χρόνο υποβολής της από 19-04-2013 αίτησης το ποσό των 268.568,94 € (3.159,71 + 100.315,63 + 27.068,02 + 28.138,21 + 18.952,92 + 13.116,33 + 39.926,49 + 26.700,38 + 430,89 + 7.977,96 + 2.782,40 = 268.568,94 €), β) ήδη από τα πρώτα έτη του δανεισμού της αντιμετώπιζε δυσκολίες στην εξόφληση των δανείων της, όπως κατά το 2007, οπότε σύναψε το 2ο στεγαστικό δάνειο ποσού 90.000 €, προκειμένου να εξοφλήσει το 1ο στεγαστικό δάνειο ποσού 60.000 €, που είχε λάβει το 2006, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο (2007) με συνολικό εισόδημα 3.623 ευρώ, είχε ήδη αναλάβει συνολικές δανειακές υποχρεώσεις 195.784 ευρώ, παρότι είχε και αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις, καθώς βαρυνόταν με τα έξοδα συντήρησης και διατροφής των πέντε ανήλικων ακόμη τέκνων της, το επόμενο έτος 2008, με μηνιαίο συνολικό εισόδημα ήδη σημαντικά μειωμένο και ανερχόμενο σε 2.128 ευρώ συμβλήθηκε ως εγγυήτρια σε νέο δάνειο ποσού 120.000 ευρώ, από δε το έτος 2009 και εφεξής λάμβανε δάνεια, προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες οικογενειακές ανάγκες της, που δεν μπορούσε να καλύψει, γ) κατά το χρόνο λήψης των ένδικων δανείων το ύψος των καταβλητέων μηνιαίων δόσεων ανήλθε σε αντίστοιχο ύψος με τις, αναλυόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνολικές μηνιαίες αποδοχές της ίδιας και του συζύγου της, δ) πέραν των οικογενειακών εισοδημάτων και της οικίας της η αιτούσα και ο σύζυγός της δεν είχαν άλλα εισοδήματα ούτε κάποιο άλλο ακίνητο, το οποίο θα μπορούσαν να εκποιήσουν, για να αντιμετωπίσουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους, περιστατικά, τα οποία όλα η αιτούσα γνώριζε από τον καιρό που λάμβανε τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα, διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον και αποδεχόμενη αυτό ως επακόλουθη συνέπεια. Έτσι όπως έκρινε το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της δόλιας περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την ΑΚ 300, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών, γιατί παραβίασαν την καθιερούμενη με την ΚΥΑ Ζ1-699/ΦΕΚ Β'/917/2010 αρχή της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, καθόσον γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής της και εντούτοις τη δανειοδότησαν υπέρμετρα, παραβιάζοντας ευθέως την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. Ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και ο πέμπτος λόγος από τους αριθμούς 1 και 6 του ίδιου άρθρου ως αβάσιμοι. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο, αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 64/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010). Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δεν έλαβε υπόψη, α) ότι για τη χορήγηση των δανείων της Αγροτικής Τράπεζας λήφθηκαν υπόψη όχι μόνο το ατομικό της εισόδημα, αλλά και εκείνο του συζύγου της, ο οποίος συμβλήθηκε το 2008 ως πρωτοφειλέτης στη δανειακή σύμβαση των 120.000 € και κατέβαλε έναντι της εν λόγω οφειλής του μέσα σε 4 έτη το ποσό των 91.861,79 € από τα εισοδήματά του, ενώ έναντι του δανείου ποσού 45.000 ευρώ, που έλαβε μαζί με το σύζυγό της το 2007 από την ίδια τράπεζα κατέβαλαν έως το 2011 το ποσό των 17.931,98 ευρώ, β) τη συνεπεία της οικονομικής κρίσης μείωση των εισοδημάτων και αύξηση του κόστους ζωής και γ) την αύξηση των επιτοκίων, η οποία οδήγησε σε αύξηση των δόσεων των δανείων, με αποτέλεσμα καταβάλλοντας ακόμη και το ίδιο ποσό δόσης, που κατέβαλλε κατά την αρχή του δανεισμού της, να μην καλύπτει το σύνολο της δόσης αλλά μέρος μόνο αυτής και το υπόλοιπο να επιβαρύνεται με επιτόκια υπερημερίας, ώστε αντί να μειώνεται η δόση, να αυξάνεται. Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, διότι δεν ανάγονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναίρεσης, ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 10-11-2020 και με αριθμ. κατάθ. 8/12-11-2020 αίτηση αναίρεσης και την ασκηθείσα υπέρ της 3ης αναιρεσίβλητης από 24-01-2023 και με αριθμ. κατάθ. 13/24-01-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Απορρίπτει την από 10-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 22/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ