Αριθμός 62/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 12129/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στη διάταξη του άρθρου 310 παρ.1 ΠΚ ορίζεται ότι αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του, τέλος δε στην παράγραφο 3 ότι αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 29 του Π.Κ στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, κατά δε το άρθρο 28 ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Η τελευταία διάταξη, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή της, θεσπίζει, ως μορφή υπαιτιότητος, δυο είδη αμελείας: Ήτοι την ασυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, αν έδινε την οριζόμενη από το νόμο προσοχή και την ενσυνείδητη, κατά την οποία ο δράστης προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του δύναται να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί όπως ενεργεί, γιατί πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 ΠΚ, προκύπτει, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα δεν οφείλεται σε άμεσο δόλο του δράστη, είναι έγκλημα ευθύνης ως απορρέον εκ του αποτελέσματος. Έτσι για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, εκτός από τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης (αρ. 308 ΠΚ) να επέλθει, κατά τον υπό του ως άνω άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ, καθοριζόμενο ενδεικτικό προσδιορισμό των όρων του, βαριά σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του παθόντος, η οποία όμως να δύναται να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη κατά το άρθρο 29 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αυτού εκδοθείσας και προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 12.129/2004 αποφάσεως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί τα πράγματα, τα εξής περιστατικά: "... Στην ..., τη νύχτα της 13 προς 14 Ιανουαρίου 2000, μέσα στο κέντρο διασκεδάσεως ¨...¨, ο κατηγορούμενος, με πρόθεση, χωρίς κάποιο σημαντικό λόγο, έπιασε το αριστερό χέρι της εγκαλούσας ..., με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, το έστριψε με δύναμη και της προκάλεσε βαριά θλάση αριστερού καρπού, με ρωγμώδες κάταγμα και εξάρθρωμα κάτω κερκιδωλενικής αρθρώσεως, με αδυναμία εκτελέσεως πρηνισμού και υπτιασμού του αντιβραχίου. Συγχρόνως, προσέβαλε με λόγο την τιμή της εγκαλούσας, λέγοντας σ' αυτήν την φράση ¨ θα σου γαμήσω ό,τι έχεις αγάμητο ¨ και κατέστρεψε το κινητό τηλέφωνό της. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε ζήσει μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδονται, καθόλα έντιμο βίο, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όλων αυτών των πράξεων και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ.... ". Ακολούθως το ίδιο δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε στο διατακτικό του ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της βαριάς σωματικής βλάβης, της εξύβρισης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών για την πρώτη πράξη και δύο (2) μηνών για κάθε μια των λοιπών. Όμως το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τα υπ' αυτού γενόμενα αποδεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν διαλαμβάνει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του αν το βαρύτερο, σε σχέση με την απλή σωματική βλάβη της εγκαλούσας, επελθόν αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής της βλάβης οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος ούτε και προσδιόρισε, με αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, το είδος της αμέλειας. Συνεπώς η προαναφερόμενη απόφαση, για την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης για την οποία και μόνο εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η υπόθεση, πάσχει από έλλειψη της υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ προβλεπόμενης και απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γι' αυτό πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη του δικαστηρίου έρευνα, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά τούτο και μόνον η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί (άρθρο 519 ΚΠΔ) η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 12.129/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης. Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ