ΑΡΙΘΜΟΣ 45/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Α. - Μ. του I., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 10805/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Β. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και 2) Κ. Τ. συζ. Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 683/12. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ. "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράση η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εν όψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε συνειδητή, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγω αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από τον καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Π.Α.Π. 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Τ. Κ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 6 μηνών ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "αποδείχθηκε ότι την 10-9-2004 ο δεκαεπταετής υιός των πολιτικώς εναγόντων Κ. Τ. που έπασχε από χολολιθίαση εισήλθε στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" και αφού προηγήθηκε προεγχειριτικός έλεγχος που επέτρεπε χειρουργική επέμβαση χολοκυστεκτομής, υποβλήθηκε σε τέτοια χειρουργική επέμβαση από τον κατηγορούμενο ιατρό χειρουργό του νοσοκομείου τούτου με την μέθοδο της λαπαροσκόπησης. Συγκεκριμένα αφού τις πρωϊνές ώρες της άνω ημέρας χορηγήθηκε στον εν λόγω ασθενή γενική αναισθησία και διασωληνώθηκε από την αναισθησιολόγο Κ. Ρ., περί ώρα 10.00' ο κατηγορούμενος ιατρός άρχισε την χειρουργική επέμβαση εισάγοντας στην περιτοναϊκή κοιλότητα του ασθενούς την ειδική βελόνη (verres) για εμφύσηση αερίου εντός αυτής (κοιλίας), προκειμένου να εισαχθεί σ' αυτήν το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά του. Στη συνέχεια ο ιατρός (κατηγορούμενος) τοποθέτησε το πρώτο "trocar", που είναι ιατρικό εργαλείο, χρησιμοποιούμενο σε τέτοιες επεμβάσεις, στη θέση του με τομή υπομφάλιο και εισήγαγε το λαπαροσκόπιο στην κοιλιά του ασθενούς και αφήρησε τη χοληδόχο από το σημείο που ευρίσκετο. Στη συνέχεια και ενώ η επέμβαση εξελίσσετο κανονικά, χρειάστηκε να εισαχθεί και δεύτερη φορά "trocar" στην κοιλία του ασθενούς για να συνεχισθεί η διαδικασία της επέμβασης. Ειρήσθω ότι το ιατρικό εργαλείο "trocar" εισάγεται στην κοιλία του ασθενούς για να συνεχισθεί η διαδικασία της επέμβασης. Ειρήσθω ότι αυτό το ιατρικό εργαλείο "trocar" εισάγεται στην περιτοναϊκή κοιλότητα των ασθενών με τη χρήση ειδικού στυλεού που είναι αιχμηρό εργαλείο και φέρει προστατευτική ασπίδα, που ενεργοποιείται κατά την είσοδο αυτόματα για να μην προκαλέσει βλάβες στα εσωτερικά όργανα και αγγεία του ασθενούς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη δεύτερη είσοδο στην κοιλία του άνω ασθενούς ο κατηγορούμενος ιατρός δεν μετήλθε τον ορθό χειρισμό αυτού, αλλά εισήγαγε τούτο βιαίως, χωρίς προσοχή και με αδέξιο χειρισμό στην κοιλία με αποτέλεσμα να προκαλέσει με το εργαλείο αυτό στον άνω ασθενή διάτρηση της κοιλιακής αορτής του, κάτω από το ύψος που εκφύονται οι νεφρικές αρτηρίες με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο σημείο αυτό περιτοναϊκή αιμορραγία. Η διάτρηση (τρώση) αυτή θα είχε αποφευχθεί, αν ο κατηγορούμενος ενεργούσε με προσοχή ως επιβάλλεται από τους ανεγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες, ενεργώντας δηλ. lege artis, εφόσον είχε μεγάλη εμπειρία σε τέτοιου είδους χειρουργικές επεμβάσεις, αφού μέχρι τότε είχε ενεργήσει περί τις 3.000 επεμβάσεις και ενόψει του ότι η αορτή αυτή βρίσκεται σε ικανή απόσταση από το σημείο της επέμβασης αυτής. Εκ της τρώσεως (διατρήσεως) της κοιλιακής αορτής του άνω ασθενούς επήλθε τελικός ο θάνατος τούτου την 2-12-2004, αποτελεί δε αυτή (τρώση της αορτής) τη μόνη ενεργό αιτία του θανάτου του, οφειλομένου σε ενσυνείδητη αμέλεια αυτού αιτιωδώς συνδεομένη με το αποτέλεσμα αυτό, αφού ο ιατρός ασφαλώς προέβλεψε ότι μπορούσε να επέλθει το άνω αποτέλεσμα, πίστευε όμως, ενόψει της εμπειρίας του ότι δεν θα επερχόταν. Οι συνθήκες και τα γεγονότα που ακολούθησαν απλώς κατέτειναν στην αποτροπή του θανάτου του ασθενούς και έχουν ως ακολούθως. Ευθύς μετά την αιμορραγία του ασθενούς εκ της τρώσεως της αορτής (κοιλιακής) ο κατηγορούμενος αφού διήνοιξε την κοιλία του τοποθέτησε ειδική αγγειολαβίδα για τον έλεγχο της αιμορραγίας και ο αγγειοχειρουργός Α. Λ., που εσπευσμένα κλήθηκε τοποθέτησε αγγειοράμματα με εμβάλωμα, ήτοι μόσχευμα από τεφλόν και ο ασθενής μετά τον έλεγχο της αιμορραγίας και τη συρραφή του τραύματος εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου παρέμεινε μέχρι το μεσημέρι της επομένης ημέρας. Την μεθεπομένη ημέρα (12-9-2004 ο ασθενής εμφάνισε δύσπνοια και κυάνωση και αφού διασωληνώθηκε, εισήχθη εκ νέου στη ΜΕΘ, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 17-9-2004 και έκτοτε παρέμεινε νοσηλευόμενος στην κλίνη του. Λόγω όμως του ότι εμφάνισε πυρετό και φλεβική θρόμβωση κατά τις σχετικές αξονικές τομογραφίες που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ψευδοανεύρυσμα στο σημείο της συρραφής και την 1-10-2004 υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης του ψευδοανευρύσματος και σε τοποθέτηση στην αορτή βιολογικού εμβαλώματος από τους αγγειοχειρουργούς Α. Λ. και Ι. Μ.. Μετά την επέμβαση αυτή εισήχθη εκ νέου στη Μ.Ε.Θ., όπου παρέμεινε μέχρι την 7-10-2004 και στη Μ.Α.Φ. (Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας) μέχρι την 18-10-2004. Ακολούθως, ενώ την 27-10-2004 βγήκε από το νοσοκομείο αυτό με τη σύσταση να υποβάλλεται σε έλεγχο της πηκτικότητας του αίματος, την 29-11-2004 ο άνω ασθενής παρουσίασε οξύ πόνο στο στέρνο και στην πλάτη, ως και πυρετό, που δεν υποχωρούσαν παρά τη χορήγηση σ' αυτόν παυσίπονων, κατόπιν οδηγιών του κατηγορουμένου προς τους γονείς του, μέσω τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, αλλ' αντιθέτως η κατάστασή του επιδεινούτο διαρκώς, την 1-12-2004 διεκομίσθη στο εφημερεύον νοσοκομείο "ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ" όπου επειγόντως υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία (χειρουργική επέμβαση), οπότε διαπιστώθηκε η ρήξη της αορτής και περί ώρα 1.40' της 2-12-2004 επήλθε ο θάνατός του από πολυοργανική ανεπάρκεια με αιτία την άνω ρήξη της αορτής, που δημιούργησε τις μετέπειτα μέχρι το θάνατό του επιπλοκές. Η ενσυνείδητη αμέλεια του κατηγορουμένου είναι αποδεδειγμένη, αφού ενήργησε ως άνω, ήτοι εισήγαγε για δεύτερη φορά "trocar" με αδέξιο χειρισμό, βίαια και χωρίς να τηρήσει τους ανεγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες, αφού εκ της εμπειρίας του μπορούσε να προβλέψει τον κίνδυνο θανάτου και να τον αποτρέψει, ενώ ο ίδιος, ως κατέθεσε και ο ιατρός Π. Χ., ότι δηλ. ο κατηγορούμενος σε συνομιλία που είχε μαζί του παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος δηλ. ιατρικό λάθος, γεγονός που αποκλείει να ήταν ελαττωματικό το "trocar" αυτό. 'Αλλωστε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αφού δεν άκουσε το λεγόμενο "κλικ" που υποδηλώνει ότι αυτό λειτουργούσε καλώς, έπρεπε να το αφαιρέσει, σύμφωνα με την κατάθεση του ιατρού Β. Λ., αλλά δεν το αφαίρεσε. Μάλιστα κατά την κατάθεση αυτή οι κινήσεις του χειρουργού έπρεπε να ήσαν ήπιες, αφού η κοιλιακή αορτή βρίσκεται σε απόσταση τριών εκατοστών από το σημείο που πρέπει να μπαίνει το εργαλείο αυτό, ενώ ο ισχυρισμός περί ελαττωματικού "trocar" είναι αβάσιμος αφού και ο πρωτοδίκως καταθέσας διοικητής του νοσοκομείου Α. Κ. κατέθεσε ότι δεν είχε ξανακούσει τέτοια εργαλεία "trocar" να μη δουλεύουν. Εξάλλου οι καταθέσαντες μάρτυρες Β. Λ. και Ι. Μ. δεν ήταν παρόντες κατά την τρώση της κοιλιακής αορτής και δεν μπορούν συνεπώς ασφαλώς να καταθέσουν περί της πορείας της μοιραίας επέμβασης. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενη στο ότι αυτός δεν μετήλθε τον ορθό χειρισμό αυτού "trocar" αλλά εισήγαγε τούτο βιαίως χωρίς προσοχή και με αδέξιο χειρισμό με αποτέλεσμα να προκαλέσει με το εργαλείο αυτό διάτρηση της κοιλιακής αορτής του ασθενούς, κάτω από το ύψος που εκφύονται οι νεφρικές αρτηρίες με επακόλουθο να δημιουργηθεί στο σημείο αυτό περιτοναϊκή αιμορραγία και ότι εκ της τρώσεως αυτής της κοιλιακής αορτής επήλθε τελικώς ο θάνατος, ενώ η διάτρηση αυτή θα είχε αποφευχθεί αν ο κατηγορούμενος ενεργούσε, ως επιβάλλεται από τους ανεγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες, ενεργώντας δηλ. lege artis εφόσον είχε μεγάλη εμπειρία σε τέτοιου είδους επεμβάσεις και εν όψει του ότι η αορτή αυτή βρίσκεται σε ικανή απόσταση από το σημείο της επέμβασης αυτής, και β) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος αιτιώδη σύνδεσμο. Εξέθεσε ακόμη ότι συνέτρεξε ενσυνείδητη αμέλεια αυτού αφού ασφαλώς προέβλεψε ότι μπορούσε να επέλθει το άνω αποτέλεσμα, πίστευε όμως, ότι ενόψει της εμπειρίας του ότι δεν θα επερχόταν. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού 1) δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται η λειτουργία του ιατρικού εργαλείου "trocar" τη βλάβη του οποίου άλλωστε αποκλείει το Δικαστήριο αιτιολογημένα, 2) δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, 3) δεν απαιτείτο να εκθέσει το Δικαστήριο για ποιο λόγο δεν πείσθηκε περί της αθωότητος του αναιρεσείοντος από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ., Β. Λ. και Σ. Δ. ιατρών, 4) δεν υπάρχει αντιφατικότητα μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης, 5) πλήρως αιτιολογείται ο χαρακτηρισμός της αμέλειας του κατηγορουμένου ως ενσυνείδητης και η περί αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη 6) διαλαμβάνεται λεπτομερώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άνω αμέλειας του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος και δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση στις παραδοχές αυτές. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς την κρίση επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 Π.Κ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αυτοί λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων) είναι απαράδεκτοι, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση στις παραδοχές αυτές περί της αμελούς συμπεριφοράς ούτε υπό την έννοια της εκ πλαγίου παράβασης, ενώ αντιθέτως το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Συνεπώς οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. ε' είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 9 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ. αποτελεί ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 85 Π.Κ., ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2δ' Π.Κ. θεωρείται ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.δ 'Π.Κ., που προτείνεται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω αναφερομένης ελαφρυντικής περίστασης (αρθ. 842 δ' Π.Κ.) πρέπει η έμπρακτη μετάνοια "όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλ. να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο κατηγορούμενος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προαναφέρθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια με το ελαφρυντικό του άρθρου 842α' Π.Κ. Το ίδιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το έτερο ελαφρυντικό που ζήτησε ο αναιρεσείων διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και δη εκείνο του άρθρου 842δ' Π.Κ. Ειδικότερα για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμελείας επικαλέσθηκε μόνο τη διάταξη του άρθρου 842 Π.Κ. χωρίς ν' αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (βλ. σελ. 34 των πρακτικών). Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς από τον αναιρεσείοντα ως άνω ισχυρισμός για τη χορήγηση του προαναφερόμενου ελαφρυντικού είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά ειλικρινούς μεταμελείας. Παρά ταύτα όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει λόγω της αοριστίας του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της ως άνω πράξης του, γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί". Κατ' ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 10-5-2012 αίτηση του Π. Α. - Μ. για αναίρεση της με αριθμό 10805/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα Ευρώ (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ