Αριθμός 1213/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Ε. και 2) Α. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζυγουλιάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/ΕΜ/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επί της από 30-12-2015 αίτησης των ήδη αναιρεσίβλητων, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας κατά του καθ' ου η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με αίτημα τη ρύθμιση του προς αυτό χρέους τους κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 356/2017 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που την απέρριψε κατ' ουσίαν. Μετά από έφεση των αιτούντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/ΕΜ/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε το χρέος των αιτούντων προς το καθ' ου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Ν 3869/2010. Κατά της απόφασης αυτής το καθ' ου άσκησε την από 14-05-2021 αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, ..., 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 του ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παραγράφου Β' του άρθρου 3 του Ν 4336/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης, στις 30-12-2015, της ένδικης, από 30-12-2015 αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 Ν 3869/2010, ορίζεται ότι "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις", ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ. Στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του ΑΚ, εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαίτησης του δανειστή σε νέο δικαιούχο μέσω σύμβασης μεταξύ τους, χωρίς τη συναίνεση που οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαίτησης (ΑΠ 1050/2021). Αντικείμενο εκχώρησης είναι δυνατό να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από τo πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν 2214/1994. Η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης συνεπάγεται, ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απ' ευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου), το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλά τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσης, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της σύνταξής του. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν 2214/1994 προκύπτει, ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφαλείας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαίτησής του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και ειδικότερα αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη, μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ' επέκταση και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη προς το Ταμείο. Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο για να ζητήσει την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (ΑΠ 1031/2015). Κατά τη ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν 3869/2010, οι οποίες λόγω αυτής της φύσης τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στη συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχώρησης, η οποία είναι δυνατό να αναπροσαρμόζεται και δη να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του N 3869/2010. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ρύθμισης του χρέους του κατά το Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 θα εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα, με τη ρύθμιση του Ν 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που θα παρακρατείται, το οποίο προφανώς θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (ΑΠ 606/2023). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με αυτόν το λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (14-05-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) σχετικά με την κύρια κατοικία των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και την αντικειμενική αξία αυτής, τα εξής περιστατικά: "...Περαιτέρω, στα περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων περιλαμβάνεται το υπ' αριθ. τρία (3) διαμέρισμα του τρίτου (3ου) ορόφου του υπ' αριθ. ένα (1) κτηρίου, εμβαδού καθαρής επιφάνειας 94,20 τ.μ. και μικτής (με τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη) 108,38 τ.μ., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 46,04 %ο και αντίστοιχη αναλογία στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις γενικά της οικοδομής, το οποίο αποτελείται από κουζίνα, σαλόνι, δύο (2) υπνοδωμάτια, λουτροαποχωρητήριο, χώλλ και ημιυπαίθριο χώρο. Το ως άνω διαμέρισμα βρίσκεται σε οικοδομή, που κτίστηκε δυνάμει της υπ' αριθ. .../2005 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Βέροιας και αποτελείται από υπόγειο όροφο, ισόγειο όροφο και από τέσσερις πάνω από τον ισόγειο ορόφους και είναι χτισμένη στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο βρίσκεται στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Βέροιας, στη συνοικία ..., επί των οδών ... και .... Περιήλθε στην κυριότητα των αιτούντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς με αγοραπωλησία, η οποία καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. .../...2007 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Νικολάου Τζίμα, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο Βέροιας με αριθμό πρωτοκόλλου εγγραπτέας πράξης .../...2007 και έχει καταχωριστεί στα αρχεία του Εθνικού Κτηματολογίου με Κ.Α.Ε.Κ. .... Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο περιήλθαν στην κυριότητα των αιτούντων, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως παρακολουθήματα αυτού, α) μια αποθήκη του υπόγειου ορόφου του αναφερόμενου υπό τον αριθμό ένα (1) κτηρίου, η οποία έχει διακριτικό αριθμό 1Δ', εμβαδού καθαρής επιφάνειας 2,86 τ.μ., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και αντίστοιχη αναλογία στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις γενικά της οικοδομής και έχει καταχωριστεί στα αρχεία του Εθνικού Κτηματολογίου με Κ.Α.Ε.Κ. ..., καθώς και β) μια θέση στάθμευσης αυτοκινήτου (γκαράζ) της ισογείου πυλωτής της εν λόγω οικοδομής, η οποία έχει διακριτικό αριθμό τέσσερα (4), εμβαδού επιφάνειας 12,50 τ.μ., με το ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο που αντιστοιχεί σε αυτά και την αντίστοιχη αναλογία στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις γενικά της οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου της οικοδομής εξ αδιαιρέτου και αντίστοιχη αναλογία στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις γενικά της οικοδομής, ως ειδικότερα παρακολουθήματα του ανωτέρω διαμερίσματος. Επίσης, στην ακίνητη περιουσία του πρώτου αιτούντος περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα με το υπ' αριθ. .../...2012 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Βέροιας Δημητρίου Τζίμα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα την ...2012 στα αντίστοιχα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας με αριθ. πρωτ. εγγραπτέας πράξης .../2012, ομοίως, ως παρακολούθημα του ανωτέρω ακινήτου - διαμερίσματος και ο υπ' αριθ. έξι (6) κλειστός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου του ισόγειου ορόφου, εμβαδού 16,02 τ.μ., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 2,16%ο και αντίστοιχη αναλογία στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις γενικά της οικοδομής και έχει καταχωριστεί στα αρχεία του Εθνικού Κτηματολογίου με Κ.Α.Ε.Κ. .... Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω ακίνητα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν εν συνόλω, κατά τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, την κύρια κατοικία των αιτούντων, αφού ως τέτοια χαρακτηρίζεται εκείνη που χρησιμεύει για την κάλυψη των βασικών στεγαστικών αναγκών των οφειλετών και της οικογένειάς τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες για την αποθήκευση αντικειμένων, που εξυπηρετείται από την ύπαρξη βοηθητικών χώρων, καθώς επίσης και εκείνες για τη στάθμευση των μεταφορικών μέσων της οικογένειας, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη χρήση της κατοικίας, αφού μέσω αυτών εξυπηρετούνται βασικές καθημερινές ανάγκες των μελών της και καθιστούν αναγκαία την εξασφάλιση χώρου συνήθως επί του ίδιου κτίσματος, που είναι επιτακτική ιδίως στις πόλεις και τους οικισμούς γενικά λόγω της γνωστής στενότητας χώρου (...). Η αντικειμενική τους αξία προσδιορίζεται, σύμφωνα κυρίως με τα προσκομιζόμενα φύλλα υπολογισμού αξιών που υπογράφονται από τον συμβολαιογράφο Βέροιας Δημήτριο Τζίμα, στο ποσό των 59.451,98 ευρώ για το διαμέρισμα, στο ποσό των 1.434,38 ευρώ για την πρώτη θέση στάθμευσης, στο ποσό των 3.472,34 ευρώ για τη δεύτερη θέση στάθμευσης και στο ποσό των 278,96 ευρώ για την αποθήκη. Επομένως, η αξία του ποσοστού κυριότητας εκάστου αιτούντος στην κύρια κατοικία τους ανέρχεται για μεν τον πρώτο στο ποσό των {[(59.451,98 + 1.434,38 + 278,96) Χ 50%] + 3.472,34} 34.055,00 ευρώ, για δε τη δεύτερη στο ποσό των [(59.451,98 + 1.434,38 + 278,96) Χ 50%] 30.582,66 ευρώ...". Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (αληθώς μόνο από τον αριθμό 6), υποστηρίζοντας, ότι διαλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία, όσον αφορά στον τρόπο προσδιορισμού του ύψους της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, η οποία εξαιρέθηκε από την εκποίηση βάσει του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται για ελλιπή αιτιολογία ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου - οικογενειακής στέγης, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρ.561 αρ.1 ΚΠολΔ), ως προς την, περί των πραγμάτων, εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αφού οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται, απαραδέκτως, σε ελλείψεις σχετικά με την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αναφορικά με τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των αναιρεσίβλητων. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, κατά την κατάθεση της αίτησης του δανειολήπτη για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία της επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού κατά το άρθρο 4 του Ν 3869/2010, αυτός οφείλει να συνοδεύσει την αίτησή του με τα έγγραφα, που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε είδους εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνεται και το φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, εφόσον υφίσταται τέτοια (ΥΑ 7534/2015 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015). Επίσης, ο δανειολήπτης οφείλει στην αίτησή του να εξειδικεύσει την κατηγορία του ακινήτου του (ως αστικό ή αγροτικό, το εμβαδόν αυτού, τη θέση, τον όροφο κλπ.), ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας από τον Δικαστή με τη συνδρομή των όρων του νόμου. Ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνει από το Δικαστή ουσίας με βάση τα στοιχεία, που προσκομίζονται ενώπιον αυτού, αρκεί να εξειδικεύεται με αυτά η κατηγορία του ακινήτου (...). Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία, όσον αφορά στον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των αναιρεσίβλητων μετά των παρακολουθημάτων της (αποθήκη και 2 θέσεις στάθμευσης), με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και δη τα οριζόμενα εκ του νόμου Φύλλα υπολογισμού της ισχύουσας αντικειμενικής αξίας του διαμερίσματος των αναιρεσίβλητων και των παρακολουθημάτων του και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβάσιμα αιτιάται το αναιρεσείον, την οποία ορθά εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, και εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογίας, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν 2214/1994, 1 παρ. 1, 4 παρ.1, 8 παρ.2 και 9 παρ. 2 του N. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, στερείται αιτιολογίας σχετικά με το ζήτημα της παρακράτησης από το μηνιαίο μισθό του πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντος, των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα στο Τ.Π.Δ. με τις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 και δεν διέταξε τη συνέχιση της παρακράτησης αυτής. Εντούτοις, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά τις προεκτεθείσες παραδοχές της [με βάση τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αίτηση], διέλαβε ρητά, όσον αφορά στη ρύθμιση του χρέους των αναιρεσίβλητων, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, στο μεν σκεπτικό αυτής (προσβαλλόμενης) ότι πρέπει "να διαταχθεί η απαγόρευση της εκ μέρους του καθ' ου παρακράτησης από το μισθό του πρώτου αιτούντος οποιουδήποτε ποσού πέραν αυτών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση", στο δε διατακτικό της την ακόλουθη διάταξη: "Διατάσσει την απαγόρευση της εκ μέρους του καθ' ου παρακράτησης από το μισθό του πρώτου αιτούντος οποιουδήποτε ποσού πέραν αυτών που ορίζονται με την παρούσα απόφαση". Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το Εφετείο, δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα τη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων υφισταμένη σύμβαση εκχώρησης, αναφορικά με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων [η οποία (καταβολή), συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχώρησης, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου - οφειλέτη], αλλά αντίθετα, στο πλαίσιο της ρύθμισης του χρέους κατά το Ν 3869/2010 των αναιρεσίβλητων - δανειοληπτών, αναπροσάρμοσε μόνο και ειδικότερα περιόρισε (κατά το μέτρο που έκρινε, ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρύθμισης του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες των αναιρεσίβλητων), το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλουν να καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι προς το αναιρεσείον, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, με ρητή πρόβλεψη στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου, των καθορισθεισών πλέον, με τη ρύθμιση του νόμου 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, που εξακολουθεί κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, μετέβαλε το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από το μισθό του πρώτου αναιρεσίβλητου, και όχι, όπως προαναφέρεται, τον με παρακράτηση από το μισθό του, τρόπο καταβολής του, απαγορεύοντας απλώς την παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού πέραν των ορισθεισών δόσεων. Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-05-2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 747/ΑΝΡ/17-05-2021 αίτηση για αναίρεση της 14/ΕΜ/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ