Αριθμός 163/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ε., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στο Προξενείο της Ελλάδας στο Αργυρόκαστρο Αλβανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2310/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυσε μέχρι 24-3-1998 (άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998), ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις. Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, όπου υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά, για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια Πράξη, σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Κατά δε το άρθρο 132 του Ν. 419/1976, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για την στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ. 083-58/11-3-1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν. 1288/ 1982, κυρώθηκε δε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊστάμενους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, καθώς και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού, που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων. Με την παράγραφο Γ' της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10%, κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1-7-1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γενικών Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου Βοηθητικού Προσωπικού, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν. 419/1976. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών, που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση, καθορίζεται δε εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών και για τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω Ν. 2594/1998, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται, με προεδρικά διατάγματα, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους, καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται, όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει κατ' αρχήν, ότι το προβλεπόμενο στην προαναφερόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση ποσοστό αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλά προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους, υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση, που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για την αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος αυτού για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Ν. 419/1976. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 22-6-2004 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 8-1-1996 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Διευθύνοντα το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο, ο οποίος ενήργησε με την ιδιότητά του αυτή βάσει του άρθρου 69 παρ. 4 του Ν. 419/1976, ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, που γεννήθηκε στις 9-8-2002 και ότι το εναγόμενο, κατά το επίδικο από 1-1-2001 έως 30-6-2004 χρονικό διάστημα, ενώ του κατέβαλε, όπως και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, το εκάστοτε ισχύον επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.), αρνήθηκε να του καταβάλει και του οφείλει την προσαύξηση του επιδόματος αυτού για δαπάνη στεγάσεως. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στην προσαύξηση αυτή (για δαπάνη στεγάσεως), ανερχόμενο, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2004, σε 26.460 δολάρια Η.Π.Α. ή στο ισόποσό τους σε ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού ο ενάγων - αναιρεσείων α) δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5- 4-1993 Κοινή Υπουργική Απόφαση, β) δεν ελάμβανε την προσαύξηση αυτή κατά την έναρξη της ισχύος (24-3-1998) του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ (Ν. 2594/1998), ώστε να δικαιούται να την λαμβάνει και μετά την 24-3-1998, ως διατηρούμενη μισθολογική παροχή και γ) ως υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου, που προσλήφθηκε στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας και υπηρετούσε εκεί, δηλαδή επιτοπίως, δεν είχε ιδιαίτερες δαπάνες στεγάσεως και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, η οποία αφορούσε τους μόνιμους υπαλλήλους που μετακινούνται στην αλλοδαπή. Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή, ως προς την παραπάνω αξίωση του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι δεν δικαιούται αυτός της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των Ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και του άρθρου 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της ΕΟΚ, ούτε και τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 100 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και αντιστρόφως και της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που έλαβαν προσαύξηση επί του Ε.Υ.Α. για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, έναντι του αναιρεσείοντος, δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από απόψεως προσλήψεως, υπηρεσιακής εξελίξεως κ.λπ.), υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των παραπάνω υπαλλήλων. Επίσης το Εφετείο, κρίνοντας όπως προαναφέρθηκε, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από τις οποίες πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού, ενόψει των εκτεθέντων, η επίδικη αξίωση ουδέποτε κατέστη απαιτητή και δεν δημιούργησε νόμιμη προσδοκία στον αναιρεσείοντα, βάσει του ισχύοντος, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δικαίου, ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Συνεπώς, μετά από αυτά, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τα μέρη Α, Β, Γ και Δ του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντιθέτως, δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως, ως μη νόμιμη, χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος. Από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από την φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από της επιδόσεως της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον παραπάνω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπέρ νομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και προς τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, όπως επίσης δεν βρίσκεται σε αντίθεση και προς τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι των κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από την γέννηση των απαιτήσεών του (ΑΠ 1127/2010). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, ως προς την (άλλη) ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος, που αφορά την καταβολή της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, για προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών, το ισόποσο σε ευρώ 11.592 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, αντί του νομίμου και εξ υπερημερίας οφειλόμενου τόκου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 876/1979 και τις, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσες Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου μετά πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής, είναι αβάσιμος. Όπως ήδη αναφέρθηκε το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής καταψηφιστικής ή και αναγνωριστικής (Α.Ε.Δ. 7/2011). Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, τον οφειλόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ οι ιδιώτες, ως οφειλέτες, καταβάλουν αυτόν και από τότε που έλαβε χώρα εξώδικη όχληση ή από την δήλη ημέρα καταβολής του χρέους, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένων στην περιστολή των από την αιτία αυτή δαπανών του Δημοσίου και την κάλυψη, δια των εξοικονομουμένων, ετέρων δαπανών, αναγκαίων για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 648, 649 και 655 ΑΚ, αλλά ούτε και στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, υπηρετώντας ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δικαιούται, για το χρονικό διάστημα από 9-8-2002 έως 30-6-2004, την προσαύξηση οικογενειακών βαρών (ως πατέρας ανήλικου τέκνου) επί του καταβαλλόμενου σ' αυτόν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, για την αιτία αυτή, το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 11.592 δολαρίων Η.Π.Α., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι, κατά το αίτημα αυτής, από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο το κάθε μηνιαίο ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 22 Ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-1-2010 αίτηση του Κ. Σ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2310/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ