Αριθμός 114/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κατασκευή Αντεκρηκτικών Πλεγμάτων Αλουμινίου ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο ΚΑΠΑΜ ΑΕ πρώην "ΤΕΧΟGΑ" που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Δαλιάνη. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "FOLKESTONE INTERATIONAL LTD" που εδρεύει στα βρετανικά νησιά Βritish Virjin Islands και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Χάρη Ιεροδιακόνου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5525/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2341/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-6-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2341/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 16-12-2005 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 5525/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 14-9-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, οι οποίοι και υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν, νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που της όφειλαν από αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, ενώ αναγνωρίστηκε ότι της οφείλουν για την ίδια αιτία τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, "Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση, αμφιβολίας, ότι έγινε με αυτό το σκοπό." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δι' αυτής θεσπιζόμενη αυτοτελής και, κατ' αρχήν, ετεροβαρής σύμβαση από αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους δημιουργείται όταν τα μέρη αποσκοπούν στη δημιουργία υποχρέωσης ανεξάρτητα από την αιτία της υπόσχεσης ή της αναγνώρισης. Το πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Από της 23ης Μαρτίου 1998 οι διάδικοι υπέγραψαν αλλεπάλληλα ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες (η δεύτερη εκπροσωπούμενη από τον πρώτο) αναγνώριζαν τη μέχρι τότε διαμορφωθείσα οφειλή τους προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, υποσχόμενοι την εξόφλησή της σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Έτσι τελικά στις 22-5-2000 υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων δύο ιδιωτικά συμφωνητικά. Το πρώτο υπεγράφη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ρ. Μ., για λογαριασμό της ως δανείστριας και του πρώτου εναγομένου ως οφειλέτη. Στο συμφωνητικό αυτό, αφού αναφέρεται απλά ότι είχαν υπογραφεί- μεταξύ αυτών τα προηγούμενα συμφωνητικά κατά χρονολογική σειρά, περί του τρόπου πληρωμής της οφειλής του οφειλέτη, χωρίς καμία ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό τους, ο οφειλέτης πρώτος εναγόμενος αναγνωρίζει ότι οφείλει στην ενάγουσα δανείστρια το ποσό των δρχ. 67.697.000 (ήδη 198.670,57 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει στις 30-6-2000. Όμοιο περιεχόμενο είχε και το δεύτερο συμφωνητικό, που υπεγράφη την ίδια ημέρα μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ρ. Μ., για λογαριασμό της ως δανείστριας και του πρώτου εναγομένου αφενός ως νομίμου εκπροσώπου (Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου) της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, για λογαριασμό της ως οφειλέτριας και αφετέρου ατομικά και για τον εαυτό του ως εγγυητή. Στο συμφωνητικό αυτό αφού "αφηγηματικά" αναφέρονται τα μεταξύ τους υπογραφέντα προηγούμενα συμφωνητικά, χωρίς ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό τους, η οφειλέτρια και ο εγγυητής αναγνωρίζουν ότι η πρώτη οφείλει στην ενάγουσα δανείστρια το ποσό των δρχ. 76.760.000 (ήδη 225.267,79 ευρώ), το οποίο υποχρεούνται να καταβάλουν στις 30-6-2000. Όμως οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα παραπάνω ποσά, ούτε κατά την ως άνω ημερομηνία, ούτε και μεταγενέστερα. Το περιεχόμενο των δύο συμφωνητικών της 22-5-2000 αναφέρεται στην αγωγή και σαφώς πρόκειται περί αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), οι δε εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ούτε τις υπογραφές του πρώτου εξ' αυτών, αλλ' ούτε και την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, που είχε βάση την αναιτιώδη αναγνώριση χρέους εκ μέρους των αναιρεσειόντων, είναι κατ' ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων των ως άνω συμβάσεων αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. 3.- Επειδή, κατ' άρθρο 23α του Κ.Ν 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", το οποίο προστέθηκε με το ΠΔ 409/1986, και με το οποίο εναρμονίσθηκε το ελληνικό δίκαιο της ανώνυμης εταιρίας με την Δεύτερη Οδηγία 77/1991/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 με το (άρθρο 23 παρ. 1), όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμφωνητικών αναγνώρισης χρέους: "Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής....ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα". Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής και υπό τα εκτεθέντα δεδομένα της ένδικης υπόθεσης, σαφώς προκύπτει ότι η αναγνώριση χρέους της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας, καθώς και η παροχή εγγύησης υπέρ αυτής από το νόμιμο εκπρόσωπό της πρώτο αναιρεσείοντα δεν εμπίπτει στις αναφερόμενες στη διάταξη απαγορεύσεις και, επομένως, δεν είναι άκυρα τα υπογραφέντα με την εταιρεία δανείστρια ως τρίτη, ιδιωτικά συμφωνητικά της 22-5-2000. Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της δεύτερης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνητικών, ορθώς ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος 4.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από (ανέλεγκτη αναιρετικώς) εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής ή έφεσης ή προτάσεων αναφορικά με περιεχόμενη σ' αυτές ένσταση κ.λ.π. οπωσδήποτε δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες, η απόφαση αυτή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της ένδικης αγωγής ως ορισμένης, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, όπως προαναφέρθηκε, τυχόν σφάλμα της απόφασης συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης. Εξάλλου, ο λόγος αυτός εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 (ποσοτική αοριστία της αγωγής) είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αοριστία της. 5.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης προτείνεται απαραδέκτως, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 873 ΑΚ, η οποία, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατ' αυτούς) εκτίμηση του περιεχομένου των διαλαμβανομένων σ' αυτόν (λόγο) εγγράφων (ιδιωτικών συμφωνητικών) και της κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. 6.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης. Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των οικείων γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψιν ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψιν ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψιν του τους ισχυρισμούς τους, α) ότι επρόκειτο για αιτιώδη (και όχι αναιτιώδη) αναγνώριση χρέους, β) ότι η συναλλαγή για την οποία έγινε η αναγνώριση χρέους είναι παράνομη, γ) ότι κατά την υπογραφή των διαφόρων συνεχών συμφωνητικών χρεώθηκαν παράνομοι και τοκογλυφικοί τόκοι και δ) ότι η υπογραφή των συμφωνητικών ήταν προϊόν απειλής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης όσον αφορά την πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, ο οποίος πάντως ελήφθη υπόψιν από το Εφετείο και απερρίφθη εκ του πράγματος με την παραδοχή ότι οι επίδικες συμβάσεις αναγνώρισης χρέους ήταν αναιτιώδεις. Όσον αφορά τις άλλες αιτιάσεις ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα συγκροτούντα τους αντίστοιχους ισχυρισμούς πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και δεν καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. 7.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς. Η παραμόρφωση μπορεί να έγινε είτε θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους, κατά το δεύτερο μέρος του, και με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης των από 22-5-2000 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, το πρώτο από τα οποία υπεγράφη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, ενώ το δεύτερο (υπεγράφη) από την αναιρεσίβλητη και τον πρώτο αναιρεσείοντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσείουσας και για τον εαυτό του ως εγγυητή. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι διάδικοι με τα πιο πάνω ιδιωτικά συμφωνητικά "αφηγηματικά" αναφέρονται στα μεταξύ τους υπογραφέντα προηγούμενα συμφωνητικά, χωρίς ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό τους, παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, δεδομένου ότι στα συμφωνητικά αυτά γίνεται σαφής αναφορά και παραπομπή στο περιεχόμενο των προηγούμενων συμφωνητικών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο των συμφωνητικών αυτών, το οποίο αναφέρεται στο αναιρετήριο και ειδικότερα από την περικοπή τους "κατά λοιπά ισχύουν όλοι οι όροι και συμφωνίες του από 23-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού και κάθε άλλη συμφωνία που υπεγράφη με αυτό ή μεταγενέστερα τροποποιώντας το" προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, από εσφαλμένη ανάγνωσή τους, ως περιεχόμενό τους κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, αφού πράγματι δεν γίνεται στα έγγραφα αυτά ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο των προηγουμένων συμφωνητικών. 8.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψιν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα από 23/3/1998 ιδιωτικά συμφωνητικά, τις συμβάσεις δανείων και τις περιεχόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της, ότι ελήφθησαν υπόψιν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-6-2009 αίτηση των Γ. Μ. κλπ για αναίρεση της 2341/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ