Αριθμός 1549/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Βασίλειο Κουρκάκη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..........,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαζανά, για αναίρεση της 8608/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 723/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης με την παρ.1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ.5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ.2 εδ.α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγουμένου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 § 1 του ν. 2.408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή ( ΟλΑΠ 23 και 24/2007). Συνακόλουθα, κατά τις σαφείς πιο πάνω διατάξεις, η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος . Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως . Τέλος, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η επιβαλλόμενη δε από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρόβαλε τον ισχυρισμό, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η κατ' αυτού ποινική δίωξη ασκήθηκε απαραδέκτως, διότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν ήταν τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια της επίμαχης επιταγής που εμφανίσθηκε προς πληρωμή, αλλά τρίτο πρόσωπο, στο οποίο η επιταγή αυτή είχε μεταβιβαστεί από την εγκαλούσα με οπισθογράφηση . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, αποφάνθηκε επί του ισχυρισμού αυτού με την περί ενοχής απόφαση του, κατά την ανέλεγκτη δε περί τα πράγματα κρίση του, που προέκυψε από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος: "Με πρόθεση εξέδωσε επιταγή σε διαταγή της εταιρείας BOSS NET AE, η οποία με οπισθογράφηση την μεταβίβασε στην εγκαλούσα εταιρεία .......... ΟΕ, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο μάρτυρας ......... Την επιταγή αυτή εμφάνισε εμπρόθεσμα, εντός 8 ημερών από τη εκδόσεώς της, η εγκαλούσα εταιρεία δια του .............., αδελφού του εκπροσώπου της, προς τον οποίο την παρέδωσε με οπισθογράφηση προς το σκοπό και μόνο της εισπράξεως αντί αυτού λόγω αδυναμίας του εκπροσώπου να την εμφανίσει ο ίδιος κατά την ημέρα εκείνη, όπως ο ίδιος καταθέτει. Η επιταγή όμως δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορουμένου στην πληρώτρια τράπεζα, όπως η ίδια βεβαίωσε επί του σώματος της επιταγής, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο κατηγορούμενος όταν εξέδιδε την επιταγή. Συνεπώς τελευταίος κομιστής της επιταγής είναι η εγκαλούσα εταιρεία και όχι ο αδελφός του εκπροσώπου της που ενεργούσε ως απλός εντολοδόχος, πρέπει δε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως αναλυτικά στο διατακτικό αναφέρεται. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν είναι η τελευταία κομίστρια της επιταγής, αλλά εξ αναγωγής δικαιούχος οπισθογράφος αυτής, κατόπιν εξοφλήσεως του τελευταίου κομιστή, ο κατηγορούμενος ως εκδότης της επιταγής είναι ο τελικός υπόχρεος και οφειλέτης της επιταγής έναντι και του οπισθογράφου που εξόφλησε τον εμφανίσαντα την επιταγή προς πληρωμή κομιστή, εφόσον μετά την εξόφληση κατέστη αυτός τελευταίος νόμιμος κομιστής και δανειστής του εκδότη, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών του κατηγορουμένου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό, με την προαναφερόμενη πλήρη και σαφή αιτιολογία, αφού έκρινε ότι η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "..........Ο.Ε.", ήταν η τελευταία εξ οπισθογραφήσεως κομίστρια της επιταγής και η οπισθογράφηση προς τον ......... έγινε αποκλειστικά προς είσπραξη αυτής και συνεπώς αυτή είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης κατά του εκδότη της επιταγής, και ως εκ τούτου η βάσει της εγκλήσεώς αυτής ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη ήταν παραδεκτή. Ακολούθως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, και επέβαλε σε τούτον ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και, επιπλέον, χρηματική ποινή χιλίων ευρώ. Ουδεμία δε ασάφεια ή αντίφαση ενέχει η περαιτέρω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την αβάσιμη περί τούτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι και, αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η εγκαλέσασα εταιρεία δεν είναι τελευταία κομίστρια, αυτή δικαιούται να υποβάλει έγκληση, εφόσον πλήρωσε και έγινε εξ αναγωγής κομίστρια της επιταγής, αφού, σύμφωνα με την πιο πάνω σκέψη, είναι αδιάφορο για το παραδεκτό της εγκλήσεως, αν ο εγκαλών κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως που την εμφάνισε προς πληρωμή ή ο εξ αναγωγής υπόχρεος που την εξόφλησε. Συνεπώς με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Δικαστήριο ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην αρχή της παρούσας ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 § 5 του ν. 5.960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της § 5 με το άρθρο 4 § 1 περ. Α του ν. 2.408/1996 και στην § 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του ν. 2.721/1999 και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Ενόψει αυτών, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε', και Δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι. Μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/4/2006 αίτηση ( δήλωση) του .................. κατά της 8608/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ