Αριθμός 1693/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βροντάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Β. Σ., κατοίκου ... και 2. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Κώτσιο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παπακωνσταντίνου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, β)την από 16-3-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και την από 28-6-2006 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 554/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-1-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 554/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-11-2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 286/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ως αβάσιμη η από 10-2-2006 αγωγή της για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του-, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την, επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν; σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ; "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προσαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλεια του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών καθηκόντων του παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης. Αντιθέτως, δεν φέρει καμιά ευθύνη αν ενήργησε σύμφωνα με τους πιο πάνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1270/1989, 230/1978). Την ευθύνη αυτή του ιατρού, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψη υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α1), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας"). Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την, ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεως του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1227/2067). Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση αμφοτέρων των λόγων προϋποθέτει πλημμέλειες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ. ΑΠ 25/2003, 11/1996). Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Τo μήνα Μάρτιο του 2001, η ενάγουσα ηλικίας 45 ετών, προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, για να υποβληθεί σε γυναικολογικές εξετάσεις, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενός όγκου διαμέτρου 5,5cm στην οπισθοπεριτοναϊκή περιοχή της πυέλου. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και αφαιρέθηκε ο όγκος, ο οποίος εστάλη στο ιδιωτικό ιατρείο του εναγόμενου, ο οποίος είχε αποκτήσει την ειδικότητα του παθολογοανατόμου από δεκαετίας περίπου εξειδικεύεται στις ιστολογικές εξετάσεις. Ο εναγόμενος, αφού εξέτασε ιστολογικώς το εύρημα, συνέταξε ιστολογική έκθεση, στην οποία αναφέρει ότι: "η ιστολογική εξέταση έδειξε ότι πρόκειται για μεσεγχυματική εξεργεσία με αυξημένη κυτταροβρίθεια που αποτελείται από ατρακτοειδή κύτταρα διατασσόμενα ενίοτε σε στροβιλλώδεις σχηματισμούς (storiform pattern). Οι κυτταρικοί χαρακτήρες είναι σε αρκετές θέσεις καλοήθεις μορφολογικά, συχνά όμως παρατηρούνται έντονες κυτταρικές ατυπίες με παρουσία ευμεγεθών ή ιδιαίτερα ευμεγεθών (bizzare) πυρήνων. Σημειούται ακόμη η παρουσία εκτεταμένων αθροίσεων αφρωδών ιστοκυττάρων, λεμφοκυτταρικών διηθήσεων και διατεταμένων αγγείων στο στρώμα" καταλήγοντας μετά την μικροσκοπική αυτή περιγραφή στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για "ιστολογική εικόνα κακοήθους ινώδους ιστίοκυττώματος (malignant fibrous histiocytoma) του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου.' Η ενάγουσα εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο στις 16-3-2001 και της συνεστήθη περαιτέρω έλεγχος και παρακολούθηση σε ογκολογική κλινική για χημειοθεραπεία και προς τούτο νοσηλεύτηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3-4-2001 έως 11-4-2001 στο Περιφερειακό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ". Στο νοσοκομείο αυτό, χωρίς να επανεξετασθεί το υλικό της βιοψίας, υποβλήθηκε μετά τον αναγκαίο κλινικοεργαστηριακό έλεγχο στον πρώτο κύκλο συμπληρωματικής χημειοθεραπείας με το πενθήμερο σχήμα MAID και σε διαδοχικές εισαγωγές υποβλήθηκε συνολικά σε έξι (6) κύκλους θεραπείας, ο τελευταίος των οποίων έγινε από 26-7-2001 έως 6-8-2001 και ο έλεγχος που έγινε έδειξε ότι η νόσος δεν είχε δώσει υποτροπή. Ακολούθησε μια ακόμα νοσηλεία από 9-8-2001 έως 14-8-2001 λόγω έντονης μυελοκαταστολής, η οποία αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση, αυξητικούς παράγοντες και μεταγγίσεις, συνεστήθη δε σ' αυτήν μετά την έξοδο της, να υποβάλλεται περιοδικώς σε εργαστηριακό-απεικονιστικό έλεγχο. Στις 16-11-2001, ήτοι μετά παρέλευση τριμήνου περίπου από την ολοκλήρωση των κύκλων χημειοθεραπείας, επισκέφθηκε το παθολογοανατομικό τμήμα του Περιφερειακού Νοσοκομείου Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", ζητώντας τη ανασκόπηση του υλικού βιοψίας, πλακίδια και κύβους παραφίνης που έλαβε από τον εναγόμενο, προκειμένου να έχει μια δεύτερη ιατρική άποψη. Το υλικό εξετάσθηκε από το Διευθυντή του τμήματος Παθολογοανατομίας του ανωτέρω νοσοκομείου Ι. Ε., ο οποίος συνέταξε σχετική ιστολογική έκθεση, στην οποία αναφέρει ότι "συμφωνούμε με την περιγραφή των μικροσκοπικών χαρακτηρισμών της νεοπλασματικής επεξεργασίας από την αξιολόγηση των οποίων εγείρεται διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα μεταξύ όγκου από έλυτρα περιφερικών νεύρων, όγκου της ομάδας των ινωδών ιστιοκυττωμάτων και όγκου εκ λείων μυϊκών ινών. Τα ιστοχημικά και ανοσοϊστοχημικά ωστόσο ευρήματα (αρνητική PAS, θετική βιμεντίνη, αρνητική ακτίνη, αρνητική δεσμίνη, αρνητική CD34), είναι συνηγορητικά όγκου από έλυτρα των περιφερικών νεύρων. Ειδικότερα σημειώνεται η παρουσία θέσεων με εμφάνιση σβανώματος με εκφυλιστικές αλλοιώσεις (ancient schwannoma) και η ύπαρξη περιοχών κυτταροβριθούς σβανώματος. Επειδή η βιολογική συμπεριφορά του τελευταίου παρά τον διαπιστωθέντα χαμηλό μιτωτικό δείκτη είναι δύσκολο να καθοριστεί, θεωρούμε χρήσιμη την εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο κέντρο". Κατόπιν της άποψης αυτής για εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο κέντρο, εστάλησαν οι πρωτότυπες διαφάνειες των χρώσεων αυτού (υλικού) στην Ιατρική Σχολή HARVARD στο BRIGHAM & WOMEN' S HOSPITAL, που βρίσκεται στη Βοστώνη της Πολιτείας Μασσαχουσέτης στις ΗΠΑ, όπου εξετάσθηκαν από το Διευθυντή της Χειρουργικής Παθολογίας του ανωτέρω νοσοκομείου C. D.M. F., ο οποίος θεωρείται αυθεντία στα νεοπλασματικά των μαλακών μορίων. Ο τελευταίος απευθυνόμενος προς τον ιατρό Ι. Ε., αναφέρει ότι: "Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας ότι πρόκειται για καλοήθες νεόπλασμα του περινευρίου και ότι κατά φαινόμενα, είναι ένα τυπικό κυτταρικό νευρίνωμα (σβάνωμα). Κακώσεις αυτού του είδους εμφανίζονται συνήθως στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο ή στο μεσοθωράκιο και παρουσιάζουν συχνά εκφυλιστική πυρηνική ατυπία παρόμοια με αυτή παλαιού νευρινώματος. Η συγκεκριμένη κάκωση όμως είναι κατά το πλείστον πολύ πιο κυτταρική με δεσμιδωτή εμφάνιση συμβατή με νεόπλασμα λείου μυός. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ανοσοχρώσεις σας δείχνουν έντονα και διάχυτα θετική πρωτεΐνη S-100 στην πλειοψηφία των κυττάρων του όγκου -πολύ περισσότερο από ότι θα περίμενε κανείς στην περίπτωση κακοήθους περιφερικού όγκου του περινευρίου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν καμία ένδειξη πιθανής κακοήθειας. Ο κίνδυνος τυπικής υποτροπής είναι μικρός". Είναι βέβαιο ότι η ενάγουσα υπέστη πολύμηνη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία με τη νοσηλεία της στα ανωτέρω νοσοκομεία (Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας και "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ"), την υποβολή της σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και χημειοθεραπείες, πλην όμως δεν προέκυψε ότι αυτή οφείλεται στην αποκλειστική παράνομη και υπαίτια, ήτοι αμελή συμπεριφορά του εναγομένου ιατρού, και ειδικότερα ότι αυτός επέδειξε ιατρική αμέλεια, εμφανιζόμενη με τη μορφή της εσφαλμένης διάγνωσης. δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά την ιστολογική εξέταση του όγκου ή ότι εφήρμοσε εσφαλμένη μέθοδο κατά παράβαση των κοινώς αναγνωριζομένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση (lege artis). Ούτε αποδείχθηκε η κακή και πλημμελής λειτουργία των μηχανημάτων που διαθέτει στο βιοχημικό εργαστήριο του ο εναγόμενος, ούτε η ανωτέρω διάγνωση οφείλεται σε σύγχυση των εξετάσεων της ενάγουσας με τις εξετάσεις άλλης ασθενούς. Άλλωστε, και ο ιατρός Ι. Ε., έμπειρος παθολογοανατομίας με αναγνώριση σε πανελλήνιο επίπεδο, που επιλήφθηκε μετά τον εναγόμενο, έκρινε χρήσιμη την περαιτέρω εξέταση του υλικού από εξειδικευμένο κέντρο, λόγω προφανώς των διαγνωστικών δυσκολιών της συγκεκριμένης περίπτωσης και με πρωτοβουλία του εστάλη αυτό για επανεξέταση όχι σε κάποιο από τα λειτουργούντα στην Ελλάδα κέντρα, αλλά σε νοσοκομείο των ΗΠΑ, από ιατρό δυνάμενο αντικειμενικώς εξ απόψεως τεχνικού εξοπλισμού και εν γένει υποστηρικτικής ευχέρειας αλλά και υποκειμενικώς, λόγω των σπανίων ικανοτήτων του που τον κατατάσσουν σε μια από τις κορυφαίες θέσεις στην ειδικότητα του διεθνώς. Η ως άνω προσφυγή σε διαγνωστικό κέντρο του εξωτερικού αποτελεί απόδειξη της διαγνωστικής δυσχέρειας της συγκεκριμένης ιστολογικής εξέτασης. Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος εξετάζοντας την κατάσταση της ασθενούς δεν έδρασε υπό τις ίδιες αντικειμενικές κατ' αρχήν περιστάσεις με τον ιατρό C. D.M. F., ούτως ώστε να παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των υποκειμενικών δυνατοτήτων του να προβεί στην ίδια διάγνωση υπό διαφορετικές όμως κατ' αντικειμενική κρίση περιστάσεις, πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέκυψε ότι αυτός ενήργησε κατά τρόπο, αξιολογικά κατώτερο από το μέσο συνετό και ευσυνείδητο ιατρό. Άλλωστε και η ενάγουσα απευθυνόμενη στον εναγόμενο απέβλεψε ακριβώς σ' αυτές τις ικανότητες, δηλαδή του μέσου συνετού ιατρού, εφοδιασμένου με άρτιες γνώσεις ιατρικής κατά τη δηλούμενη και ασκηθείσα ειδικότητα του, ο οποίος πάντως εν γνώσει της δεν διέθετε τις εξαιρετικές, και όχι απλώς ειδικές ικανότητες, που απαιτούνται σε εξέχουσες περιπτώσεις", Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 330 ΑΚ, 24 α.ν. 1565/1939 και 8 ν. 2251/1994 σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα, αν η εκ μέρους του εναγομένου εσφαλμένη ιατρική γνωμάτευση για την ύπαρξη κακοήθειας στον όγκο που αφαιρέθηκε από την ενάγουσα οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητα του. Τούτο δε, γιατί το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η εκ μέρους του εναγομένου εσφαλμένη διάγνωση για την ύπαρξη κακοήθειας δεν οφειλόταν σε αμέλεια του κατά την εξέταση του δείγματος που του εστάλη για βιοψία, αλλά στη δυσχέρεια διαγνώσεως, αρκέσθηκε να παραθέσει στην απόφαση του τις με ιατρικούς όρους διαπιστώσεις του εναγομένου, που περιέχονται στη γνωμάτευση του, χωρίς να διευκρινίσει σε τι συνίστατο η δυσχέρεια διαγνώσεως, και ειδικότερα αν η εσφαλμένη εκτίμηση οφειλόταν σε επιστημονική ανεπάρκεια του εναγομένου να αντιμετωπίσει μια τέτοια δυσχέρεια ή σε παραπλάνηση του από ορισμένα ευρήματα της βιοψίας και ποια, έτσι ώστε η εσφαλμένη εκτίμηση να κρίνεται ότι είναι δικαιολογημένη και ότι θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε μέσο συνετό παθολογοανατόμο της ειδικότητας του, γιατί μόνο τότε η εσφαλμένη διάγνωση δεν καταλογίζεται σε βάρος του ιατρού, όταν ορισμένα ευρήματα παραπέμπουν κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτηθεί στην (ή και στην) ασθένεια που εσφαλμένα αυτός διέγνωσε, και έτσι δικαιολογημένα τον οδήγησαν σε αναμφίβολο, πλην εσφαλμένο πόρισμα (βλ. Κότσιανο, "Η Ιατρική Ευθύνη", 1976, σελ. 61 - 63, 187 - 188, Φουντεδάκη "Αστική Ιατρική Ευθύνη", 2003, σελ. 387 - 391, 410 - 415, Ψαρούλη - Βούλτσο "Ιατρικό Δίκαιο", 2010, σελ. 265 - 270). Διαφορετικά, αν τα ευρήματα είναι τέτοια που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξη της μιας ή της άλλης ασθένειας, ο ιατρός οφείλει να συμβουλευθεί και άλλον, εμπειρότερο μάλιστα συνάδελφο του, και αν διατηρεί τις αμφιβολίες του, οφείλει να τις διατυπώσει στη γνωμάτευση του και να προτείνει την επανεξέταση από άλλον ιατρό της αυτής ειδικότητας, ή από εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο, όπως δέχεται το Εφετείο ότι έπραξε ο παθολογοανατόμος Ε., ο οποίος επανεξέτασε ιστολογικά τον όγκο με βάση τα πλακίδια που χορήγησε ο εναγόμενος και μολονότι τα ευρήματα συνηγορούσαν κατά την επιστημονική του άποψη στην ύπαρξη καλοήθειας, δεν αποφάνθηκε κατηγορηματικά περί τούτου, αλλά, ενόψει της διαγνωστικής δυσχέρειας, πρότεινε για την εξασφάλιση ασφαλούς διαγνώσεως την εξέταση του δείγματος από εξειδικευμένο κέντρο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο και επιβεβαίωσε την εκτίμηση του, δεν αιτιολογεί δε το Εφετείο, γιατί και ο εναγόμενος ιατρός δεν έπραξε όσα και ο ιατρός Ε., εφόσον αντιμετώπισε την ίδια με εκείνον δυσχέρεια διαγνώσεως. Τούτο δε ενόψει και του ότι η υπό του εναγομένου διάγνωση της κακοήθειας του όγκου θα είχε ως επακόλουθο, κατά το συνήθως συμβαίνον, όπως και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, την υποβολή της ενάγουσας είτε σε ακτινολογική θεραπεία είτε σε χημειοθεραπεία. Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος ιατρός και ο Αμερικανός ιατρός C. F., που κατέληξαν σε διαφορετικά πορίσματα, δεν προέβησαν στην εξέταση του δείγματος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές περιστάσεις, δεν διευκρινίζει σε τι διέφεραν οι αντικειμενικές αυτές περιστάσεις και με ποιο τρόπο αυτές συνέβαλαν στη διαφορετική επιστημονική εκτίμηση. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, τυγχάνουν βάσιμοι. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, ανεξάρτητα του ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου δήλωσε ότι παραιτείται αυτών. Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 554/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ