Αριθμός 1735/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Πελέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΔΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και δ.τ. "ΕΛΔΑ - Ε", συγχωνευθείσας διά απορρόφησης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και δ.τ. "ΕΚΟ ΕΛΔΑ - ΑΕΒΕ" και ήδη "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ΕΚΟ ΑΕΒΕ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μανιάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 11-4-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Δ. Κ. του Ι., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 438/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια και μετά από έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω 438/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1689/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την 438/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Η ως άνω από 4-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος συνεκδικάστηκε ακολούθως με την από 12-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 οριστική του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και 9710/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 8-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 98158/147/2019), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 9710/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όπως εμφαίνεται από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη με αριθ. ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Κ., από την επομένη της κοινοποίησής της, στις 11-10-2019, όταν άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, μέχρι 11-11-2019 όταν ασκήθηκε η αναίρεση, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 62 εδ. α` του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης. Κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΝ 2190/1920 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ/τος 498/1987, η συγχώνευση ανωνύμων εταιριών, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέας εταιρίας, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη. Συγχώνευση με απορρόφηση, είναι πράξη με την οποία μία η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύνονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Κατά το άρθρο 75 παρ.1 του ιδίου Νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ως άνω π.δ/τος), από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, ολοκληρώνεται η συγχώνευση και επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή (Ολ.ΑΠ 12/1999, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 591/2017), β) ......, γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν, χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και η νέα εταιρία, καθίσταται διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 968/2015, ΑΠ 1182/2012). Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ` αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 335/2015). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης του αρμόδιου Υπουργού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7β του Κ.Ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963), επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρίας, νομιμοποιείται ενεργητικώς, αλλά και παθητικώς, για τη συνέχιση των δικών αυτών, επομένως επί άσκησης αναίρεσης ως αναιρεσείουσα ή αναιρεσίβλητη, μόνον η απορροφούσα εταιρία, αφού η απορροφηθείσα έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 312/2015, ΑΠ 1737/2013). Η απευθυνόμενη αναίρεση κατά του νομικού προσώπου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, που καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 1276/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την παριστάμενη στη παρούσα δίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", με την με αριθμ. ...-2019 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. με κωδικό αριθμό καταχώρησης ..., με συνέπεια η απορροφούσα εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας, της μεταβίβασης αυτής εξομοιούμενης με καθολική διαδοχή, ενώ η απορροφηθείσα εταιρία, έπαυσε να υπάρχει, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 75 παρ.1 στοιχ. α` και γ` του π.δ/τος 498/1987. Επομένως, αφότου έγινε η καταχώριση αυτή, έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και στη θέση της υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, η οποία απορρόφησε την αρχικώς αναιρεσίβλητη και, έτσι, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες. Επομένως, νόμιμα χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, στη θέση του αναιρεσίβλητου. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 4-6-2010 (αριθ. έκθ. κατάθ. 103824/3407/7-6-2010) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΔΑ-Διεθνής Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών Προϊόντων Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, αρχικά η εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και στη συνέχεια στην παρούσα δίκη, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ισχυρίστηκε ότι, ο Δ. Κ., πατέρας και δικαιοπάροχος του ιδίου, με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, εκμίσθωσε στην εταιρία, με την επωνυμία "ΕΛΔΑ - Διεθνής Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών Προϊόντων Α.Ε." ένα οικόπεδο, το οποίο περιγράφεται κατά θέση και έκταση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την ανέγερση, εγκατάσταση και εκμετάλλευση σε αυτό από τη μισθώτρια με δαπάνες της πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αναγκών αυτοκινήτων. Ότι, η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε δεκαπενταετής, από 1-12-1996 έως 30-11-2011, ότι, το κατά μήνα μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 83.333,33 δραχμών, δηλ. 244,55 ευρώ, ότι αυτό θα παρέμενε σταθερό κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και ότι η εναγόμενη εταιρία προκατέβαλε όλα τα μισθώματα της ως άνω μισθωτικής περιόδου, συνολικού ποσού 15.000.000 δραχμών, δηλ. 44.020,54 ευρώ. Ότι, η εναγόμενη μισθώτρια εταιρία, δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της και δεν προέβη στη κατασκευή πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, όπως είχε συμφωνηθεί, μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής, με αποτέλεσμα αυτός ως εκμισθωτής να απωλέσει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του μίσθιου ως πρατηρίου καυσίμων και να υποστεί ζημία. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η τελευταία, λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεών της, να του καταβάλει το συνολικό το ποσό των 829.951 ευρώ και ειδικότερα: α) το ποσό των 297.542 ευρώ, που αντιστοιχεί στη δαπάνη ανέγερσης ενός πρατηρίου καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που είχε συμφωνήσει η εναγόμενη και είχε αναλάβει να κατασκευάσει άμεσα με βάση τις μελέτες, τα σχέδια και τις τεχνικές εκθέσεις που είχαν εκπονηθεί, β) το ποσό των 112.409 ευρώ, που αντιστοιχεί στη δαπάνη εξοπλισμού του πρατηρίου και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που είχαν συμφωνηθεί, γ) το ποσό των 300.000 ευρώ λόγω απώλειας της άυλης εμπορικής αξίας (αέρα), που θα εισέπραττε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν η εναγόμενη είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις να ανεγείρει και στη συνεχεία να λειτουργήσει πρατήριο καυσίμων στο μίσθιο οικόπεδο καθ' όλη τη συμφωνηθείσα διάρκεια των δεκαπέντε ετών και δ) το ποσό των 120.000 ευρώ λόγω απώλειας μισθωμάτων για διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών, που θα απαιτηθεί για την ανέγερση από τον ίδιο (ενάγοντα) πρατήριου καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων στο μίσθιο οικόπεδο, αντίστοιχων των συμφωνηθέντων και εγκριθέντων από την εναγόμενη προδιαγραφών, δηλαδή 24 μήνες Χ 5.000 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 438/2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Στη συνέχεια, μετά την άσκηση έφεσης από τον ενάγοντα κατά της ως άνω απόφασης, εκδόθηκε η με αριθ. 1689/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιου Ειρηνοδικείου Λαυρίου, διότι κρίθηκε ότι το κατά μήνα μίσθωμα ποσού 244,50 ευρώ, που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήταν κατώτερο του ποσού των 450,00 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το όριο, από το οποίο κρινόταν η καθ' ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και διότι κατ' άρθρο 29 του ΚΠολΔ κατά τόπο αρμόδιο είναι το Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Περαιτέρω, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, η ενάγουσα εταιρία-εναγόμενη στη προαναφερθείσα αγωγή και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του εναγόμενου-ενάγοντος στη παραπάνω αγωγή και ήδη αναιρεσείοντος, την από 12-11-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 66/2013 αγωγή), η οποία δεν ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη και εκθέτοντας ότι με το ως άνω συμβολαιογραφικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, ο Δ. Κ. εκμίσθωσε στην εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΔΑ-Διεθνής Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών Προϊόντων Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ίδια, το ως άνω οικόπεδο, με δεκαπενταετή διάρκεια και το ως άνω μίσθωμα, το οποίο προκατέβαλε, συνολικού ποσού 15.000.000 δραχμών δηλαδή 44.020 ευρώ, ότι με την από 27-9-2010 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 5-10-2010, κατήγγειλε τη μίσθωση κατ' άρθρο 43 του π.δ/τος 34/1995 και ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας της επήλθαν μετά την πάροδο τριών μηνών από την ανωτέρω επίδοση, ότι με το ίδιο εξώδικο δήλωσε στον εναγόμενο ότι συμψηφίζει την οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση ενός μηνιαίου μισθώματος, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 186,84 ευρώ με μέρος του ποσού των μη δεδουλευμένων από τα προκαταβληθέντα μισθώματα και ότι τα μισθώματα αυτά ανέρχονται στο ποσό των 2.690,16 ευρώ, ότι, με το ίδιο εξώδικο, δήλωσε στον εναγόμενο ότι με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας θα προέβαινε στην παράδοση του μίσθιου και ότι κάλεσε τον ίδιο, όπως με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας επιστρέψει σε αυτήν τα μη δεδουλευμένα και προκαταβληθέντα μισθώματα ύψους 2.503,32 (2.690,16 - 186,84) ευρώ, τα οποία οφείλει σε αυτήν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και ότι η ίδια παρέδωσε το μίσθιο στον εναγόμενο μετά την πάροδο τριμήνου από την επίδοση της καταγγελίας, ζητούσε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 2.503,32 ευρώ. Οι αγωγές αυτές, μετά την έκδοση της παραπάνω αναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εισήχθησαν προς συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αυτές, εξέδωσε την με αριθ. 11/1017 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη των προαναφερόμενων αγωγών ως αβάσιμη κατ' ουσία, έγινε δεκτή η δεύτερη από αυτές ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το ποσό των 2.503,32 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 29-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1904/105/2018) έφεση, με την οποία επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την παραδοχή αυτής, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την παραδοχή της αγωγής του και την απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου του. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 70/2022), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 148/2020). O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή δήλωση βουλήσεως, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 10/2015), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Η παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων του ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 788/2018). Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, δηλαδή, παρά την μη ρητή αναφορά της ή, ακόμη, και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσόμενων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 102/2022). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι πλήρης, σαφής, χωρίς κενά και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της (ΑΠ 253/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1164/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 875/2017). Οι ίδιοι ως άνω κανόνες (173, 200 του ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2021). Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1217/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 932/2021). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι "επιπόλαια απέρριψε την αγωγή μου, εμμένοντας και μόνο στη γραμματική ερμηνεία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, σύμβαση που είχε αν όχι κενό, τότε αναμφίβολα πλείστες ασάφειες ως προς το επίδικο ζήτημα ή έστω αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, αναζήτηση της αληθούς δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών ..., χωρίς να αναζητήσει το αληθινό περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και να ερμηνεύσει την επίμαχη δικαιοπραξία εφαρμόζονας την αρχή του άρθρου 173 και του άρθρου 200 ΑΚ". Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά, με τα ενδιαφέροντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφορούν τους λόγους αναίρεσης, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: ''...Με το υπ' αριθμόν ....1996 συμβολαιογραφικό έγγραφο μίσθωσης, αξίας 15.000.000 δραχμών, ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. - Ν., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο ... με αριθμό ..., ο Δ. Κ. του Ι., πατέρας του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, (ήδη αναιρεσείοντος) με την ιδιότητα του εκμισθωτή εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΔΑ - Διεθνής Εμπορική Ανώνυμος Εταιρεία Πετρελαιοειδών Προϊόντων Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΔΑ Α.Ε." με την ιδιότητα της μισθώτριας ένα ακίνητο και δη ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 853,90 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο κείται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως της κωμόπολης και Κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., στη θέση με την ονομασία ... και του οποίου ο εν λόγω εκμισθωτής είχε την κυριότητα. Εξάλλου, με το υπ' αριθμόν ....2009 συμβόλαιο γονικής παροχής αστικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Λαυρίου Ν. Σ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Κερατέας στον τόμο ... με αριθμό ..., ο ως άνω κύριος μεταβίβασε με αιτία τη γονική παροχή την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου στον ενάγοντα - εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, ο οποίος, ούτως, υπεισήλθε στην έννομη σχέση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης ως εκμισθωτής. Προσέτι, η εναγομένη - ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τυγχάνει καθολική διάδοχος της μνησθείσης μισθώτριας εταιρείας, δοθέντος ότι αυτή από τις 31.08.2016 κατέστη καθολική διάδοχος με συγχώνευση λόγω απορρόφησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", η οποία από την 01.04.1998 είχε καταστεί καθολική διάδοχος με συγχώνευση λόγω απορρόφησης της προαναφερόμενης μισθώτριας εταιρείας. Ειδικότερα, με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο ο ως άνω εκμισθωτής δήλωσε ότι εκμισθώνει το ανωτέρω ακίνητο στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία. Αναφορικά με τη διάρκεια της μίσθωσης, η μίσθωση συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, το οποίο άρχιζε από την 01.12.1996 και έληγε στις 30.11.2011 και συμφωνήθηκε ότι εάν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του στο μίσθιο πρατηρίου υγρών καυσίμων και εν γένει αν ήθελε για οποιοδήποτε λόγο καταστεί όχι εξ υπαιτιότητας της μισθώτριας εταιρείας ανεπίτρεπτη η λειτουργία στο μίσθιο πρατηρίου - λιπαντηρίου - συνεργείου, η μισθώτρια θα δικαιούται να λύσει τη μίσθωση, οπότε και θα υποχρεούται ο εκμισθωτής να καταβάλει σε αυτήν τα μη δεδουλευμένα προκαταβληθέντα μισθώματα. Επιπλέον, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι ό,τι η μισθώτρια δαπανήσει για την εγκατάσταση και κατασκευή στο μίσθιο πρατηρίου υγρών καυσίμων, μείον τις μέχρι τότε αποσβέσεις των πάγιων εγκαταστάσεων υπολογιζόμενες προς 10% ετησίως, θα υποχρεούται να τις επιστρέψει ο εκμισθωτής στη μισθώτρια σε περίπτωση που θα αποδειχθεί υπαιτιότητά του για λύση της σύμβασης. Αναφορικά με τη χρήση του μίσθιου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση, εγκατάσταση και εκμετάλλευση σε αυτό από τη μισθώτρια πρατηρίου υγρών καυσίμων και εν γένει ως σταθμός γενικής εξυπηρέτησης αναγκών αυτοκινήτων, ότι η μισθώτρια εταιρεία έχει το δικαίωμα, όπως αυτογνωμόνως και άνευ ανάγκης συνεννόησης με τον εκμισθωτή προβαίνει στην κατά την κρίση της οικοδόμηση στο μίσθιο κατάλληλων κτισμάτων και κατασκευών για την καλύτερη λειτουργία του σταθμού και έκθεσης γενικής εξυπηρέτησης αναγκών αυτοκινήτων και ότι όλες οι απαιτούμενες δαπάνες για την ανέγερση των οιωνδήποτε κτισμάτων θα επιβαρύνουν αποκλειστικά τη μισθώτρια. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι τις εν γένει εγκαταστάσεις και κατασκευές τις σχετικές με τη χρησιμοποίηση του μίσθιου, ήτοι τις κτηριακές κατασκευές, υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, πάσης φύσεως σωληνώσεις, υπόγειες δεξαμενές κ.λπ., καθώς και τον εν γένει μηχανικό εξοπλισμό, θα κατασκευάσει και θα τοποθετήσει η μισθώτρια κατά την κρίση της και με τη σύμφωνη γνώμη του εκμισθωτή και με δαπάνες της ίδιας και ότι μετά τη λήξη της μίσθωσης και εφόσον αυτή δεν παραταθεί με την κοινή συναίνεση των συμβαλλόμενων, η μισθώτρια ή οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι αυτής θα δικαιούνται να αφαιρέσουν και να αναλάβουν από το μίσθιο τα πάσης φύσεως κινητά πράγματα, που τοποθετήθηκαν σε αυτό, όπως αντλίες, στέγαστρα κλπ., ενώ κατ' εξαίρεση η μισθώτρια, εάν έχει ανεγείρει νέα κτίσματα στο μίσθιο μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, δεν θα δικαιούται να κατεδαφίσει τα από αυτήν ανεγερθέντα κτίσματα, τα οποία θα παραμείνουν στο μίσθιο, ρητώς συμφωνούμενου μεταξύ των συμβαλλόμενων ότι τότε ούτε ο εκμισθωτής θα έχει οποιαδήποτε απαίτηση έναντι της μισθώτριας για την από την τελευταία ανέγερση των κτισμάτων αυτών, ούτε η μισθώτρια έναντι αυτού για την από αυτήν οικοδόμηση στο μίσθιο νέων κτισμάτων προς χρήση του στο μίσθιο σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, τα οποία θα παραμείνουν στο μίσθιο. Προσθέτως, με το ίδιο έγγραφο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ότι η μισθώτρια κατά την αφαίρεση του αφαιρετέου πάσης φύσεως εξοπλισμού του σταθμού πρέπει να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προκληθούν ζημίες στα κτίσματα και ότι δεν θα υποχρεούται να επαναφέρει αυτό στην πρότερα αυτού κατάσταση. Αναφορικά με το μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 83.333,33 δραχμών μηνιαίως (ήτοι 244,56 ευρώ), ότι αυτό θα παραμείνει σταθερό σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, ότι για αυτό το λόγο η μισθώτρια θα καταβάλει στον εκμισθωτή το ποσό των 15.000.0000 δραχμών συνολικώς (= 83.333,33 δραχμές Χ 180 μήνες), το οποίο αποτελεί το γινόμενο των μισθωμάτων για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκεια της σύμβασης, ότι σε περίπτωση μη χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του πρατηρίου εντός προθεσμίας έξι μηνών από την έναρξη της σύμβασης, ο εκμισθωτής υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό των μισθωμάτων. Περαιτέρω, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι ουδεμία άλλη αξίωση για μίσθωμα ή για αναπροσαρμογή του ήδη συμφωνηθέντος μισθώματος δικαιούται να προβάλει ο εκμισθωτής μέχρι τη συμπλήρωση της δεκαπενταετίας, ότι το χαρτόσημο θα βαρύνει τη μισθώτρια και ότι εάν η μίσθωση παραταθεί πέραν της δεκαπενταετίας, τότε το μίσθωμα θα καθορισθεί με νέα συμφωνία ανάλογα με τις τότε μισθωτικές συνθήκες της αγοράς. Εξάλλου, η μισθώτρια εταιρεία κατέβαλε κατά τη σύναψη της σύμβασης στον εκμισθωτή το σύνολο των μηνιαίων μισθωμάτων μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης της μίσθωσης, ήτοι αυτή προκατέβαλε σε αυτόν τον ποσό των 15.000.000 δραχμών (= 44.020 ευρώ = 244,56 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 15 έτη). Οι εκτεθέντες ουσιώδεις όροι της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης διατυπώθηκαν με σαφήνεια από τα συμβαλλόμενα μέρη και με βάση το περιεχόμενο αυτών η μισθώτρια εταιρεία ουδεμία υποχρέωση ανέλαβε για την κατασκευή πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, αλλά, τουναντίον, αυτή είχε το δικαίωμα να προβεί στην ανέγερση αυτών άνευ σχετικής συνεννόησης με τον εκμισθωτή. Προσέτι, στο συμβολαιογραφικό έγγραφο ρητά αναφερόταν ότι εάν η μισθώτρια προέβαινε στην ανέγερση κτισμάτων επί του μίσθιου, αυτά μόνον θα έμεναν επ' ωφελεία του, ενώ όλος ο υπόλοιπος εξοπλισμός θα αφαιρείτο και θα αναλαμβανόταν από τη μισθώτρια. Συνακολούθως, ουδόλως συμφωνήθηκε ότι κατά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης ο εκμισθωτής θα παραλάμβανε πρατήριο καυσίμων και σταθμό αυτοκινήτων σε λειτουργία, αλλά μόνον τυχόν υπάρχουσες σταθερές κατασκευές - κτίσματα και επομένως ο εκμισθωτής δεν θα παραλάμβανε ούτε εξοπλισμό, ούτε άδεια πρατηρίου καυσίμων και σταθμού αυτοκινήτων, που τυχόν θα είχαν κατασκευαστεί από τη μισθώτρια. Ταυτοχρόνως, με βάση το προρρηθέν περιεχόμενο της σύμβασης το μίσθωμα ορίσθηκε στο ανωτέρω σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης χρηματικό ποσό, το οποίο προκαταβλήθηκε, και οι συμβαλλόμενοι ρητά συμφώνησαν ότι ουδεμία άλλη αξίωση για μίσθωμα από μέρους του εκμισθωτή υφίστατο και ως εκ τούτου ουδεμία συμφωνία για παροχή πρόσθετου μισθώματος σε είδος πραγματοποιήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Εντεύθεν, οι θεμελιώδεις αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, οι οποίοι διαλαμβάνονται και στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης, περί της ανάληψης της υποχρέωσης από τη μισθώτρια για ανέγερση στο μίσθιο με δαπάνες και με επιμέλειά της ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αναγκών αυτοκινήτων, που θα παρέμεναν επ' ωφελεία του μίσθιου μετά τη λύση ή τη λήξη της μίσθωσης, περί του ότι ο εκμισθωτής ως αντιστάθμισμα και ως αντάλλαγμα της κατασκευής του πρατηρίου στο ακίνητο από τη μισθώτρια προσέφερε το ακίνητο του για δεκαπέντε έτη με χαμηλό μηνιαίο μίσθωμα και χωρίς αναπροσαρμογή του προσδοκώντας ότι στο τέλος της σύμβασης και στη λήξη της δεκαπενταετίας ή στη λύση της μίσθωσης θα είχε στην κυριότητά του ένα εξοπλισμένο και επί χρόνια εν λειτουργία πρατήριο καυσίμων και έναν σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, τα οποία θα εκμεταλλευόταν ο ίδιος είτε θα εκμίσθωνε σε τρίτο, περί του ότι εκτός από το προκαταβληθέν μίσθωμα συμφωνήθηκε και ένα μίσθωμα σε είδος, συνιστάμενο στις δαπάνες, στο κόστος αδειοδότησης και στο κόστος κατασκευής, ανέγερσης και εξοπλισμού ενός πρατηρίου καυσίμων και ενός σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων και στην υπεραξία που θα αποκτούσε το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης, περί του ότι συμφωνήθηκε ότι ένα μέρος του μισθώματος ήταν το ανωτέρω ποσό μισθώματος και ότι το μείζον μέρος του μισθώματος αποτελούσαν τα κτήρια, οι εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός και οι δεξαμενές του υπό κατασκευή πρατηρίου καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, περί του ότι συμφωνήθηκε η υποχρέωση άμεσης ανέγερσης από τη μισθώτρια του πρατηρίου και του σταθμού και περί του ότι η εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης είχε συμφωνηθεί να αποτελεί συμφωνηθέν αντάλλαγμα - μίσθωμα σε είδος καταβλητέο, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι κατ' ουσίαν και τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, σημειουμένου, άλλωστε, ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών ουδόλως επικαλείται τη συνδρομή κακής χρήσης του μίσθιου από μέρους της μισθώτριας. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη στην πρώτη των προαναφερόμενων αγωγών αντισυμβατική συμπεριφορά της μισθώτριας, ούτε αποδείχθηκε ότι η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε και δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται οιαδήποτε αγωγική αξίωση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος. Ως εκ τούτου, η πρώτη των προαναφερόμενων αγωγών τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία ....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, απέρριψε την, από 29-12-2017, έφεση του εκκαλούντος κατ` ουσία, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε, με βάση το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης της οποίας οι ουσιώδεις όροι διατυπώθηκαν με σαφήνεια από τα συμβαλλόμενα μέρη, η επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης μισθώτριας εταιρίας, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτή δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό ανωτέρω παρατέθηκε, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, έκρινε, πως δεν αποδείχθηκε, από την περιγραφόμενη σύμβαση μίσθωσης η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης μισθώτριας εταιρίας, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτή δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι με βαση το περιεχόμενο των όρων της ένδικης, από 21-11-1996, σύμβασης μίσθωσης, στους οποίους αναλυτικά αναφέρεται, η μισθώτρια εταιρία-αναιρεσίβλητη ουδεμία υποχρέωση ανέλαβε για την κατασκευή πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, αλλά αντίθετα αυτή είχε το δικαίωμα να προβεί στην ανέγερση αυτών χωρίς σχετική συνεννόηση με τον εκμισθωτή-αναιρεσείοντα. Με την παραδοχή αυτή προσδιορίζει με σαφήνεια το σχετικό με την επικαλούμενη υποχρέωση αναμφίβολο περιεχόμενο της σύμβασης αυτής. Δεν δέχεται το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, ότι υπάρχει κενό, ασάφεια ή αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη της ως άνω υποχρέωσης, για το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει ή να συμπληρώσει τη σύμβαση, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της. Εξάλλου, το Εφετείο δεν προβαίνει ούτε έμμεσα στην ερμηνεία της σύμβασης αυτής. Η αναφορά στο ότι οι εκτεθέντες ουσιώδεις όροι της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης διατυπώθηκαν με σαφήνεια από τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν αποτελεί ερμηνεία της σύμβασης, αλλά έγινε ακριβώς για τη συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης για το σαφές περιεχόμενο της σύμβασης. Επομένως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με το ζήτημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω δηλαδή ως προς τους όρους της σύμβασης μίσθωσης σχετικά με την υποχρέωση κατασκευής από την αναιρεσίβλητη εταιρία πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων, αφού η προσβαλλόμενη σαφώς δέχεται ότι αυτή ουδεμία υποχρέωση ανέλαβε για την ως άνω κατασκευή (πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων), ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Κατά το μέρος δε με το οποίο, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου της ως άνω μισθωτικής σύμβασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 931/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 97/2019). Επομένως, ο από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των μερών που καθιστούσε αναγκαία τη προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 931/2022, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 545/2019), είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Έτσι δε που έκρινε το ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με βάση το περιεχόμενο των όρων της μισθωτικής σύμβασης, η μισθώτρια εταιρία ουδεμία υποχρέωση ανέλαβε για τη κατασκευή πρατηρίου υγρών καυσίμων και σταθμού εξυπηρέτησης αυτοκινήτων στο μισθωμένο οικόπεδο, δικαιολογεί η παραδοχή της ότι στο συμβολαιογραφικό έγγραφο μίσθωσης ρητά αναφερόταν ότι εάν η μισθώτρια προέβαινε στην ανέγερση κτισμάτων επί του μίσθιου, αυτά μόνον θα έμεναν επ' ωφελεία του, ενώ όλος ο υπόλοιπος εξοπλισμός θα αφαιρείτο και θα αναλαμβανόταν από τη μισθώτρια, καθώς και η παραδοχή της ότι ουδόλως συμφωνήθηκε ότι κατά τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης ο εκμισθωτής θα παραλάμβανε πρατήριο καυσίμων και σταθμό αυτοκινήτων σε λειτουργία, αλλά μόνο τυχόν υπάρχουσες σταθερές κατασκευές - κτίσματα. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και για ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο κατά τα ανωτέρω διατυπώνεται σαφώς, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την, από 8-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 98158/147/2019), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 9710/2019 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ