Αριθμός 1598/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος A. D. του F., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Παντή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.70/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 892/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου με αριθμό 48/22-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω, κατ' άρθρο 527§§1,3 και 528§1 Κ.Π.Δ., την από 26-6-2012 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του καταδικασμένου A. D. του F., κατοίκου ..., κατά της υπ' αρ. 70/2003 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λαμίας, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών (καθ. 15 ετ. + φ. 3ετ. + φ. 3ετ. = 15+1 + 1= 17 έτη) και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για τις πράξεις: α) της εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα, κατ' εξακολούθηση, από κοινού, β) της εκβίασης από κοινού και γ) της απόπειρας εκβίασης από κοινού και εκθέτω τα ακόλουθα: II. Η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, επί της οποίας αναλογικά μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενδίκων μέσων, όπου υπάρχουν κενά και για όσα δεν προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 525 έως και 531 Κ.Π.Δ. Εφαρμόζεται μόνο επί αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, που επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας ή και χρηματική και σκοπό έχει τη διόρθωση σφαλμάτων "περί τα πράγματα" του καταδικάσαντος δικαστηρίου. Μπορεί δε να υποβληθεί τόσο από συνήγορο, που είχε παραστεί στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (Α.Π. 1513/2007), όσο και από πληρεξούσιο, δηλαδή, από ειδικό αντιπρόσωπο του δικαιούμενου, που θα έχει, όμως, ειδική συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 465§1 Κ.Π.Δ., που στην περίπτωση της επανάληψης της διαδικασίας εφαρμόζονται αναλογικά, ο καταδικασθείς μπορεί να υποβάλει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου, που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96§2 Κ.Π.Δ. (εκ παραδρομής αναγράφεται 96§1 Κ.Π.Δ. στο άρθρο 465 Κ.Π.Δ.). Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτού προσαρτάται στην ως άνω αίτηση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 96§2 και 42§2β\ γ' Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι για το τύποις παραδεκτό της αίτησης επανάληψης δι' αντιπροσώπου πρέπει στο πληρεξούσιο - εξουσιοδότηση να αναφέρεται ρητώς και ειδικώς η απόφαση για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, μη αρκούσης προς τούτο γενικής και αόριστης εντολής. Ο νομοθέτης θέλησε να καθορίζεται ειδικώς, στην εντολή που δίνεται, η δικαστική απόφαση που προσβάλλεται με ένδικο μέσο και αναλογικώς με αίτηση επανάληψης διαδικασίας, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για τη βούληση του εντολέα λόγω των σοβαρών συνεπειών από την ενέργεια τέτοιων πράξεων από τον αντιπρόσωπο του, από τις οποίες είναι δυνατόν να εκτεθεί ο εντολέας σε έξοδα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την αμετάκλητη καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση των δε αυτή, το επιλαμβανόμενο της αίτησης της επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο, σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της διαδικασίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, νεώτερες των προηγουμένων εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δίκασαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως απορρίφθηκαν καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία (23/2011, ΑΠ 706/09, ΑΠ 445/09). III. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών καταδικάστηκε για τις ήδη αναφερθείσες πράξεις, για τις οποίες του επιβλήθηκαν οι ανωτέρω ποινές από το από το Τριμελές Εφετείο (Κακ/των) Αθηνών με την υπ' αρ. 70/2003 απόφαση αυτού. Αυτός ήταν παρών κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, οπότε και αποχώρησε πριν την έκδοση της αποφάσεως, προφανώς για να αποφύγει την εκτέλεση της. Συνήγορος υπερασπίσεως του κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ήταν ο δικηγόρος Παναγιώτης Κοραντζόπουλος, ο οποίος και τον εκπροσώπησε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου μετά την αυτόβουλη αποχώρησή του από αυτό πριν την έκδοση της αποφάσεως. Συνεπώς, ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Α. Αντίοχος, που ως αντιπρόσωπος του αιτούντος υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση, δεν είχε την ιδιότητα του παραστάντος κατά τη δίκη, που εκδόθηκε η ένδικη απόφαση, δικηγόρου υπεράσπισης του (αιτούντος). Σύμφωνα με όσα υπό στοιχ. II αναφέρθηκαν, ο Κων. Α. Αντίοχος, για να υποβάλει παραδεκτώς την υπό κρίση αίτηση, έπρεπε να έχει πληρεξούσιο, με το οποίο να εξουσιοδοτείται από τον αιτούντα ειδικά προς τούτο. Εν προκειμένω ο ως άνω δικηγόρος εμφανίζεται στις 26-6-2012 ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας και εγχειρίζει την υπό κρίση αίτηση μαζί με το από 28-2-2011 "Ειδικό Πληρεξούσιο" της συμβολαιογράφου Τιράνων Anila Gjermeni (με Γενικό αριθμό … και Ειδικό Αριθμό …) στην αλβανική γλώσσα και σε μετάφραση, που έγινε στην Αλβανία, στην ελληνική γλώσσα. Ως εντολέας σε αυτό το Πληρεξούσιο εμφανίζεται ο P. D. του F. και της M., ενώ σε παρένθεση αναγράφεται και το όνομα με το οποίο ο αιτών εμφανίζεται στις υπό κρίση αίτηση και απόφαση, δηλαδή: "(A. D.)". Τα ως άνω στοιχεία η συμβολαιογράφος, αναφέρει στο Πληρεξούσιο, ότι έλαβε από την Άδεια Οδήγησης Αυτοκινήτου του αιτούντος. Εκτός από την αμφισβήτηση που προκύπτει για τα αληθή στοιχεία του αιτούντος και του γεγονότος αν είναι το ίδιο πρόσωπο με αυτό που καταδικάστηκε με την κρινόμενη απόφαση, το ως άνω "ΕΙΔΙΚΟ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ", όπως τιτλοφορείται, είναι ένα γενικό πληρεξούσιο με εντολοδόχο το δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Αντίοχο, στον οποίο δίνει την εντολή, όπως στο όνομα και για λογαριασμό του, εν απουσία του τον εκπροσωπεί σε όλα τα Ιδρύματα, ως Δικαστήρια, Εισαγγελία κ.α. και να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες που τον αφορούν. Ειδικότερα δε, να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου Κακουργημάτων της Λαμίας σχετικά με την απόφαση εναντίον του που εκδόθηκε την 17-12-2003 και για οποιαδήποτε άλλη απόφαση που έχει ληφθεί ή θα ληφθεί στο μέλλον εναντίον του, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει σε δικαστικές συνεδριάσεις, να υποβάλει αιτήσεις, αντιρρήσεις, εφέσεις κ.α. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η πληρεξουσιότητα, που δίνεται στον ως άνω δικηγόρο, είναι γενική και αόριστη, η δε απόφαση "από 17-12-2003" δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία της κρινόμενης, για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Κατά της υπ' αρ. 70/2003 απόφασης, άλλωστε, ο αιτών δεν άσκησε καν έφεση, ούτε ο ίδιος ούτε ο παραστάς δικηγόρος, ούτε ο ως άνω γενικώς εξουσιοδοτηθείς δικηγόρος. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ., αφού πρώτα ακουσθεί ο αιτών και να επιβληθούν σ' αυτόν τα έξοδα. IV) Επικουρικά, σε περίπτωση που τυχόν ήθελε γίνει δεκτό, πως παραδεκτώς υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, αυτή πρέπει να απορριφθεί γιατί ο προβαλλόμενος λόγος τυγχάνει αβάσιμος. Ειδικότερα, ο αιτών διατείνεται πως εν προκειμένω η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε γι' αυτόν με την ως άνω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τα ανωτέρω κακούργημα και πλημμελήματα, πρέπει να επαναληφθεί προς το συμφέρον του, διότι αποκαλύφθησαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία μόνα τους αλλά κυρίως σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός είναι αθώος της τέλεσης των ως άνω πράξεων. Συγκεκριμένα, προσκομίζει δύο ένορκες βεβαιώσεις - ως νέα γεγονότα - και δη: α) Την υπ' αρ. 478/21-10-2011 ένορκη βεβαίωση της αδελφής του A. D., συζύγου Ν. Α., κατοίκου ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνος Ι. Καλογεροπούλου και β) Την υπ' αρ. 3.719/22-12-2011 ένορκη βεβαίωση του Ι. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Ευαγγέλου Μπιμπλή. Οι δύο ως άνω ένορκες καταθέσεις δεν εισφέρουν κανένα νέο γεγονός στην ανωτέρω υπόθεση, που να μην το γνώριζαν οι δικάσαντες τον αιτούντα δικαστές. Ειδικότερα, η μεν αδελφή του αιτούντος, για όσα καταθέτει στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, ως πηγή των πληροφοριών της αναφέρει τον ίδιο τον αιτούντα (βλ. ένορκη βεβαίωση αυτής: "...όπως κατά καιρούς με πληροφορούσε ο αδελφός μου...", "...πληροφορήθηκα από τον ίδιο ότι συγκατηγορούμενοί του ψευδώς τον είχαν υποδείξει ως έμπορο ναρκωτικών...", "... όπως εγώ γνωρίζω πολύ καλά από τις διηγήσεις του αδελφού μου..."), ο δε Ι. Μ., συγκροτούμενος για ένα διάστημα με τον αιτούντα στο κατάστημα Κράτησης Άμφισσας, στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφενός καταθέτει ότι, όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα, για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτών, ο ίδιος είχε αποφυλακιστεί, αφετέρου αναφέρει αόριστα, ότι τα γεγονότα αυτά τα πληροφορήθηκε από συγκατηγορουμένους του, χωρίς να τους κατονομάζει (βλ. ένορκη βεβαίωση αυτού: "...και ενώ εγώ είχα αποφυλακιστεί πληροφορήθηκα από άλλους συγκατηγορουμένους μας ότι ο A. D. είχε κατηγορηθεί για εισαγωγή στη φυλακή..", "...Όλα τα ανωτέρω γνωρίζω από πληροφόρηση που έχω από άλλους συγκροτούμενους μου..."). Επομένως, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα, ως νέες αποδείξεις, ένορκες βεβαιώσεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Λαμίας προσκομισθείσες αποδείξεις (μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων Β. Ρ. και Ι. Τ.), με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε τις προαναφερθείσες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος αυτών ή ότι καταδικάστηκε για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που τέλεσε. Συνεπώς, επικουρικά, είναι αβάσιμες οι επικαλούμενες ως νέες αποδείξεις από τον αιτούντα και η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει ν' απορριφθεί και στον αιτούντα να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 26-6-2012 αίτηση του καταδικασμένου A. D. του F., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 70/2003 αμετάκλητης γι' αυτόν απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Λαμίας. Β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. Επικουρικά: α) Να απορριφθεί ως αβάσιμη η ανωτέρω αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του ως άνω αιτούντα κατά της προαναφερθείσας απόφασης. β) Να επιβληθούν στον ως άνω αιτούντα τα δικαστικά έξοδα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου - Βασιλοπούλου" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 527 παρ.1 του ΚΠοινΔ η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από τον συνήγορό του ή από τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 465 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ που έχει ανάλογη εφαρμογή, ο καταδικασθείς, κατά συνέπεια δε και κάθε άλλος δικαιούμενος στην αίτηση επαναλήψεως, δύναται να υποβάλει την αίτηση είτε αυτοπροσώπως είτε δι'αντιπροσώπου που έχει, όμως, ειδική εντολή τούτου προς υποβολή της κατ'άρθρον 42 παρ.2 εδ.β'και γ'και 96 παρ.2 περ.β ΚΠοινΔ, ως συνήγορος ο οποίος δικαιούται αυτοτελώς και χωρίς ειδική πληρεξουσιότητα να υποβάλει αίτηση νοείται ο παραστάς κατά τη εκδίκαση της υποθέσεως κατά την καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου η παραπάνω ειδική εντολή πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας και να προσαρτάται σ'αυτή το σχετικό της πληρεξουσιότητας έγγραφο ή νόμιμο αντίγραφο του (ενώ ούτε η εκ των υστέρων έγκριση της υποβολής της αίτησης από τον αντιπρόσωπο αναπληρώνει την έλλειψη πληρεξουσιότητας) συνεπεία δε των άνω ελλείψεων η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στη προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 70/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που έγινε αμετάκλητη, επειδή δεν ασκήθηκε κατ' αυτής αναίρεση, υπογράφεται από τον εμφανισθέντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος Κωνσταντίνο Αντίοχο και εγχειρίσθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-7-2012, χωρίς αυτός να έχει ειδική προς τούτο εντολή από τον αιτούντα, όπως απαιτείται από τα άρθρα 465 και 527 παρ.1 ΚΠΔ. Διότι με το με αριθμό ... πληρεξούσιο του Συμ/φου Τιράνων Αλβανίας Amita Gjermeni, το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση, δεν δίδεται ειδική εντολή για τη σύνταξη και κατάθεση της αίτησης, αλλά πρόκειται για γενικό πληρεξούσιο για την εκτέλεση μεγάλου αριθμού δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, που δεν εξειδικεύονται, ενώ ο παραπάνω δικηγόρος δεν ήταν συνήγορος του αιτούντος στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω καταδικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά αλλά ο δικηγόρος Παναγιώτης Καρατζόπουλος. Επομένως η αίτηση αυτή πρέπει κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο (583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-6-2012 αίτηση του καταδικασμένου A. D. του F., κατοίκου ... για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 70/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ