ΑΡΙΘΜΟΣ 589/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσειούσης-κατηγορουμένης Σ. Γ. του Σ., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Δέσποινα Ζάρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 54-55-56-57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δούμα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 217/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη" και παρ. 2 "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Ούτω για τη στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια η παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τας οποίας ετελέσθη η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστου και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (είτε και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού? βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης ηθέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεπε. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δευτέρα απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Διό και απαιτείται να αιτιολογείται ότι ο δράστης κατηγορούμενος ευρίσκετο εις ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση, ή να εκτίθεται προμελέτη, η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή. Η ίδια αναφορά απαιτείται να γίνει και όταν πρόκειται για απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 42 ΠΚ). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτας αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, ή μη αναφορά, εντεύθεν, όλων αυτών δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως (δι' έλλειψη αιτιολογίας). Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ' αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν, εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, προβάλλονται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα αναγκαία για την θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά και τούτο για να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει. Τοιούτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι οι εκ των άρθρων 34 ή 36 ΠΚ, περί ελλείψεως καταλογισμού ή ηλαττωμένου καταλογισμού, ως και περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι η προβολή των εγένετο με όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωσή των. Εάν το δικαστήριο παραλείψει να απαντήσει σε έναν τοιούτο ορισμένον ισχυρισμό ή δεν αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό με τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως, για την ενοχή ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο με εκείνες. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 54-57/2011 απόφασή του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και δη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία της κατηγορουμένης", τα οποία έλαβεν υπ' όψη του εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο παθών Δ. Τ., αγροτοκτηνοτρόφος και η κατηγορουμένη Σ. Γ., ήδη ετών 33, παντρεύτηκαν το έτος 1997 και κατά τη διάρκεια του γάμου τους, που ήδη λύθηκε συναινετικά και αμετακλήτως (βλ. το από 4-9-2008 διαζευκτήριο σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 430/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας) απέκτησαν τρία άρρενα τέκνα, ηλικίας τον Μάϊο του έτους 2007, 9, 8 και 3 ετών. Τα τελευταία δύο έτη (2005 - 2007) ο γάμος των ανωτέρω διέρχονταν κρίση, κατά το τελευταίο δε έτος (2006 - 2007) οι σχέσεις τους είχαν καταστεί τυπικές. Αιτία των ανωτέρω ήταν η ψυχική απομάκρυνση κυρίως της κατηγορουμένης από τον ως άνω σύζυγό της και η απογοήτευση της τελευταίας από το γάμο της, που την οδηγούσε συχνά, το τελευταίο διάστημα, στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Το ζευγάρι διέμενε από την τέλεση του γάμου τους (που έγινε με προξενιό) στην κατοικία του παθόντος, που βρίσκεται στη θέση "..." σε απομονωμένο σημείο, δύο χιλιόμετρα περίπου έξω από τα ... του Ν. Ευρυτανίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 17-5-2007 και περί ώρα 17:00', ο παθών έφυγε από την οικία του με το αγροτικό του αυτοκίνητο για το Καρπενήσι για να παραλάβει από τα σφαγεία και να μεταφέρει στην οικία του και συγκεκριμένα σε ψυγείο, που διατηρούσε στον προαύλιο χώρο του στάβλου του, μία αγελάδα. Περί ώρα 20:00' της ίδιας ημέρας ο παθών αναχώρησε από το Καρπενήσι για να επιστρέψει στην οικία του ειδοποιώντας σχετικά τηλεφωνικά την κατηγορουμένη, προκειμένου η τελευταία να βάλει σε λειτουργία το ψυγείο αυτό. Στις 21:00' και ενώ ο παθών, πλησιάζοντας προς την οικία του, βρισκόταν στο Κερασοχώρι, που απέχει περίπου μία ώρα από την τελευταία, τηλεφώνησε εκ νέου στην κατηγορουμένη, η οποία πλέον γνώριζε κατά προσέγγιση το χρόνο άφιξής του στην οικία τους (αφού την ίδια διαδρομή είχε κατ' επανάληψη πραγματοποιήσει και η ίδια) και περί την 21:20' τηλεφώνησε και πάλι στη σύζυγό του για να του δώσει τον αριθμό ενός κινητού τηλεφώνου, γνωστοποιώντας της και το σημείο του δρόμου, όπου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Επομένως, η κατηγορουμένη γνωρίζοντας το χρόνο άφιξης του συζύγου της είχε τον απαιτούμενο χρόνο να προετοιμάσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση την τέλεση της παρακάτω περιγραφόμενης πράξης, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, την οποία είχε ήδη αποφασίσει να τελέσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε προγενέστερο χρόνο, αφού είχε ήδη προμηθευτεί και δύο τουλάχιστον φυσίγγια κυνηγετικού (μονόκαννου) όπλου, ένα εκ των οποίων και χρησιμοποίησε. Όταν ο σύζυγός της επέστρεψε περί την 22:30' κατευθύνθηκε με το ανοικτό φορτηγό αυτοκίνητό του στον προαύλιο χώρο του στάβλου του, που βρίσκεται σε υψομετρικό επίπεδο κατώτερο της οικίας του και στάθμευσε τούτο παράλληλα σχεδόν με το ψυγείο που υπήρχε εντός του ως άνω χώρου. Ακολούθως, φώτισε επαρκώς το χώρο με δύο μπαλαντέζες, μία εκ των οποίων κρέμασε σε ένα παλάντζο, που υπήρχε στην είσοδο του στάβλου και χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά των κρεάτων στο ψυγείο, ενώ την άλλη κρέμασε στην ανοικτή καρότσα του αγροτικού οχήματος, όπου βρισκόταν και η τεμαχισμένη αγελάδα, για να φωτίζει το χώρο, όπου θα ενεργούσε. Εκτός από τα φώτα των ως άνω μπαλαντεζών, το φωτισμό του χώρου συμπλήρωναν και δύο φώτα από αντίστοιχες κολώνες της ΔΕΗ, που ήταν ήδη αναμμένα, όπως και τα φώτα του παραπάνω αυτοκινήτου του παθόντος. Αυτός άρχισε να μεταφέρει με τη βοήθεια του ως άνω παλάντζου τα κομμάτια τεμαχισμένου κρέατος από την καρότσα του αυτοκινήτου του. Αφού έκανε την πρώτη μεταφορά, στη συνέχεια ανέβηκε και πάλι στην καρότσα του οχήματός του προκειμένου να μεταφέρει κατά τον ίδιο και το επόμενο κομμάτι κρέας. Τη στιγμή εκείνη η κατηγορουμένη, αφού έλαβε θέση πλησίον ενός πουρναριού, που βρίσκεται στο υπερυψωμένο επίπεδο, όπου υπήρχε η οικία της, από το οποίο είχε τη δυνατότητα να έχει καλή οπτική επαφή προς το κατώτερο υψομετρικά επίπεδο (του προαυλίου χώρου του στάβλου, όπου βρισκόταν ο σύζυγός της) και από απόσταση όχι μεγαλύτερη των 20 μέτρων από το σημείο, όπου βρισκόταν ο παθών, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και χρησιμοποιώντας ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο εργοστασίου κατασκευής BAIKAL Ρωσίας, με αριθμό ..., το οποίο ανήκε αρχικώς στην οικογένεια της κατηγορουμένης, πλην όμως στη συνέχεια το είχε πάρει και το φύλασσε ο πατέρας του παθόντος εντός της αποθήκης της οικίας του, η τελευταία στόχευσε και πυροβόλησε κατά του παθόντος, του οποίου το σώμα και η θέση φωτιζόταν επαρκώς από τα παραπάνω φώτα (κυρίως από τις ως άνω μπαλαντέζες, τα φώτα από τις κολώνες της ΔΕΗ και τα εμπρόσθια φώτα του οχήματός του). Όμως επειδή ο τελευταίος έσκυψε στην καρότσα του οχήματός του για να πάρει και ακολούθως μεταφέρει ένα κομμάτι κρέας, επλήγη μόνο από τέσσερα σκάγια στην πλάτη του, ενώ τα υπόλοιπα καρφώθηκαν στους πασσάλους του παρακείμενου ξύλινου φράκτη. Μετά τον πυροβολισμό και αφού ο παθών άρχισε να φωνάζει προς βοήθεια το όνομά της, η κατηγορουμένη εμφανίστηκε μαζί με τη μητέρα του (η οποία συγκατοικούσε με το ζευγάρι και τα τρία παιδιά του στην ως άνω οικία) και τον βοήθησε να μεταφέρει στο ψυγείο και τα υπόλοιπα τεμάχια κρέατος, πλην όμως, δεν ακολούθησε τον αιμόφυρτο σύζυγό της στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα αυτός να ξεκινήσει με το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητό του μόνος του για να μεταβεί στο κοντινότερο Κέντρο Υγείας για την παροχή ιατρικής βοήθειας. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη φρόντισε τις επόμενες ώρες να πετάξει τον κάλυκα του χρησιμοποιηθέντος φυσιγγίου έξω από τη ξύλινη περίφραξη εντός δασώδους περιοχής και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από την ως άνω περίφραξη. Την επόμενη ημέρα οι αστυνομικοί, που επισκέφθηκαν το χώρο του εγκλήματος, διαπίστωσαν από τη φορά των προσκρουσάντων στην ξύλινη περίφραξη του κτήματος του παθόντος σκαγιών ότι η βολή είχε προέλθει όχι από εξωτερικό χώρο, αλλά από το εσωτερικό της ευρύτερης ιδιοκτησίας του παθόντος και ειδικότερα από σημείο όπου βρισκόταν ένα πουρνάρι, που υπήρχε στο ανώτερο υψομετρικά επίπεδο της ιδιοκτησίας του παθόντος. Η κατηγορουμένη, που αρχικά αρνείτο την ύπαρξη όπλου εντός της κατοικίας της, μετά από τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον παθόντα, αποδέχθηκε ενώπιον των αστυνομικών την ύπαρξη του ως άνω κυνηγετικού όπλου, το οποίο και τελικώς παρέδωσε σ' αυτούς. Το όπλο αυτό, σύμφωνα με την κατάθεση του εξετασθέντος αστυνομικού Γ. Μ., μύριζε ακόμη μπαρούτι, πράγμα που σήμαινε, ότι παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης - και αρχικά και του παθόντος - η βολή κατά του τελευταίου έγινε από την πλευρά της οικίας του και από το παραπάνω σημείο (πουρνάρι), που παρείχε καλή ορατότητα και σκοπευτική δυνατότητα λόγω της υψομετρικής διαφοράς του από το σημείο όπου δέχτηκε αυτή ο παθών και ότι αυτή (βολή) έγινε με το ως άνω κυνηγετικό όπλο. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη εκτιμώντας πλέον ότι είχε ανακαλυφθεί η εγκληματική συμπεριφορά της υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο που είχε επιμελώς πετάξει τον χρησιμοποιηθέντα κάλυκα - σε απόσταση 10 μέτρων έξω από την ξύλινη περίφραξη, μέσα σε πυκνή βλάστηση - και ομολόγησε ενώπιον των αστυνομικών, που βρίσκονταν στην οικία της, ότι αυτή πυροβόλησε τον παθόντα για να τον εκφοβίσει και ότι το έκανε για "οικογενειακούς λόγους" (βλ. κατάθεση του αστυνομικού Γ. Μ.). Βεβαίως, η κατηγορουμένη αρνήθηκε αργότερα την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας της συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι ανέμενε ότι αυτός (ο σύζυγός της) θα επέστρεφε στις 23:30' της 17-5-2007 στην οικία τους και ότι επειδή φοβήθηκε ότι το άτομο που εισήλθε στον προαύλιο χώρο του στάβλου τους ήταν κάποιος επικίνδυνος Αλβανός λαθρομετανάστης, πυροβόλησε κατ' αυτού, πλανώμενη ως προς την ταυτότητα του προσώπου, κατά του οποίου πυροβόλησε. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι αναιρείται ακόμη και από την συμπεριφορά, που επέδειξε η ίδια κυρίως μετά την παραπάνω πράξη της. Ειδικότερα: α) Όταν κατά τους ισχυρισμούς της διαπίστωσε αμέσως μετά τον τραυματισμό του συζύγου της ότι δεν είχε πυροβολήσει κατά του αγνώστου Αλβανού λαθρομετανάστη, αλλά κατά του ίδιου του συζύγου της, δεν έσπευσε να του ανακοινώσει ότι ήταν η ίδια που "κατά λάθος" τον πυροβόλησε, ζητώντας του ταυτόχρονα συγνώμη, αλλά απέφυγε οποιαδήποτε κουβέντα περί του θέματος, προσποιούμενη την ανήξερη, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε άτομο, που κατά λάθος πυροβόλησε άλλο πρόσωπο - και μάλιστα το σύζυγό της - από αυτό, που επεδίωξε να πλήξει. β) Μετά τον τραυματισμό του συζύγου της δεν έσπευσε να ακολουθήσει αυτόν στο Νοσοκομείο για την παροχή ιατρικών φροντίδων στα τραύματά του, όπως θα έκανε οποιαδήποτε άλλη σύζυγος, που κατά λάθος είχε πλήξει με όπλο το σύζυγό της, αλλά με ιδιαίτερη ψυχρότητα - που καταδεικνύει τη σαφή βούλησή της να επιφέρει το θάνατο του συζύγου της - άφησε τον τελευταίο να οδηγήσει το αυτοκίνητό τους μόνος του μέχρι το κοντινότερο Κέντρο Υγείας. γ) Μετά την εγκληματική συμπεριφορά της έσπευσε να εξαφανίσει τον κάλυκα, που χρησιμοποίησε, πετώντας αυτόν σε σημείο, που δεν θα μπορούσε να βρεθεί εύκολα και μάλιστα έξω από την ξύλινη περίφραξη του προαύλιου χώρου του στάβλου του παθόντος, ώστε να ενισχυθούν οι ισχυρισμοί της, περί πλήγματος του τελευταίου από άτομο, που βρίσκονταν έξω από την οικία της, στη συνέχεια δε αρνήθηκε, αρχικά στους αστυνομικούς, που επισκέφθηκαν τον τόπο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της, ότι υπήρχε στην οικία της οικογένειάς της κυνηγετικό όπλο, το οποίο παρέδωσε στους αστυνομικούς μόνον όταν κατάλαβε ότι και ο σύζυγός της είχε γνωστοποιήσει στις αστυνομικές αρχές την ύπαρξη του εν λόγω όπλου στην οικία τους, συμπεριφορά, που επίσης δεν προσιδιάζει σε σύζυγο που κατά λάθος και χωρίς πρόθεση έπληξε το σύζυγό της. δ) Από το γεγονός ότι μετά την σύλληψή της ανευρέθη κρυμμένος μέσα σε κουτί απορρυπαντικού ένας ακόμη κάλυκας, γεγονός που οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι η κατηγορουμένη είχε προετοιμάσει από καιρό και με επιμέλεια το εγκληματικό της σχέδιο να θανατώσει το σύζυγό της. ε) Από την ψυχρή και αδιάφορη συμπεριφορά της προς τον παθόντα σύζυγό της μετά την ανακάλυψη της άδικης πράξης της, η οποία φανέρωσε ακόμη και στον παθόντα (που αρχικά, σημειωτέον ότι, παρότι κατάλαβε ότι ήταν η σύζυγός του το πρόσωπο που τον έπληξε, επεδίωξε να την συγκαλύψει), ότι η κατηγορουμένη πυροβόλησε εναντίον του μετά από περίσκεψη και βάσει σχεδίου, με σκοπό να τον θανατώσει. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η κατηγορουμένη απολογούμενη ακόμη και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ζήτησε συγνώμη από τον παθόντα, ούτε έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτόν, ενδιαφερόμενη κυρίως για την επικοινωνία με τα τέκνα της και στ) Από το γεγονός ότι ο χώρος, όπου βρισκόταν ο παθών κατά την διάρκεια της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της φωτιζόταν επαρκώς, με συνέπεια η κατηγορουμένη να μπορεί να διακρίνει εύκολα από την απόσταση από την οποία έβαλε κατά του συζύγου της, όχι μόνο την ταυτότητά του, αλλά και το όχημά του και τις εργασίες μεταφοράς κρέατος που εκτελούσε, τις οποίες προφανώς δεν είχε λόγους να εκτελεί ο επικαλούμενος απ' αυτήν άγνωστος επικίνδυνος Αλβανός λαθρομετανάστης. Αποδείχθηκε, συνεπώς και το Δικαστήριο δέχεται ομοφώνως, ότι η κατηγορουμένη, αφού έλαβε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση την απόφαση να θανατώσει το σύζυγό της σε χρόνο προγενέστερο της 17ης-5-2007, προετοίμασε κατάλληλα το εγκληματικό της σχέδιο, προμηθεύτηκε από άγνωστο πρόσωπο τουλάχιστον δύο φυσίγγια όπλου, και γνωρίζοντας το χρόνο άφιξης του συζύγου της στην οικία τους και ότι δεν θα γινόταν αντιληπτή από τους υπόλοιπους συνοίκους τους, οι οποίοι κοιμόντουσαν, έλαβε κατάλληλη θέση στο ως άνω υπερυψωμένο επίπεδο, ώστε να έχει καλή ορατότητα του στόχου της, η οποία διευκολύνονταν από τον επαρκή φωτισμό του χώρου, όπου βρισκόταν ο τελευταίος - όρθιος επάνω στην ανοιχτή καρότσα του αυτοκινήτου του - και από απόσταση όχι μεγαλύτερη των 20 μέτρων σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού σκόπευσε εκ των όπισθεν κατά του παθόντος, έβαλε κατ' αυτού με το παραπάνω μονόκαννο κυνηγετικό όπλο μία φορά, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό της, όχι από δική της πρόθεση, αλλά από εξωτερικά αίτια, αφού ο παθών έσκυψε για να πάρει ένα κομμάτι κρέατος, με συνέπεια να πληγεί μόνο από τέσσερις βολίδες φυσιγγίου (σκάγια) στην πλάτη και οι περισσότερες εκ των υπολοίπων να κατευθυνθούν επάνω στον ξύλινο φράκτη, που υπήρχε πίσω από το όχημα του παθόντος. Εν όψει των όσων προαναφέρθηκαν και ειδικότερα από το μέσο, που χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη για να πλήξει τον παθόντα, την απόσταση και τη θέση κατά την οποία έπληξε αυτόν, τα σημεία του σώματος του τελευταίου που επλήγησαν και την προετοιμασία του προεκτεθέντος εγκληματικού της σχεδίου, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε δόλο για να θανατώσει το σύζυγό της και όχι για να εκφοβίσει αυτόν, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε και ότι με αυτά τα δεδομένα επιχείρησε πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έφερε παράνομα το ως άνω κυνηγετικό όπλο χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και χωρίς να μεταβαίνει για άσκηση θήρας ή σκοποβολής ή επιστρέφοντας από τις παραπάνω δραστηριότητες και με αυτό διέπραξε το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του συζύγου της πυροβολώντας μία φορά με αυτό κατά του τελευταίου. Περαιτέρω, δέχεται ομοφώνως ως προς τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ότι η κατηγορουμένη έζησε έως τον χρόνο που έγιναν (οι πράξεις) έντιμη ατομική και οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 παρ. 2α' του Π.Κ.) απορριπτόμενων, ως αβασίμων, των λοιπών ισχυρισμών της κατηγορουμένης." Μετά ταύτα κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη, του ότι: Στην τοποθεσία "..." ..., την 17η Μαΐου 2007 και περί ώρα 22:30', με περισσότερες πράξεις που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές τέλεσε πλείονα εγκλήματα και δη: Α) Έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, επεχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το κακούργημα δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της θέληση, αλλά για λόγους ανεξάρτητους της δικής της βουλήσεως. Συγκεκριμένα, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον σύζυγό της Δ. Τ. του Κ. γεννηθέντα το 1965, κάτοικο ..., ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πήρε στα χέρια της ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο εργοστασίου κατασκευής BAIKAL Ρωσίας με αριθμό ... και βάζοντας ένα φυσίγγιο στη θαλάμη του όπλου το όπλισε και ακολούθως σημαδεύοντας εξ αποστάσεως είκοσι (20) μέτρων τον προαναφερόμενο σύζυγό της, πυροβόλησε εναντίον του μία φορά με ανθρωποκτόνο πρόθεση, με αποτέλεσμα να τον πλήξουν οι βολίδες του φυσιγγίου (σκάγια) στην πλάτη: εκ του πυροβολισμού όμως αυτού δεν επήλθε η σκοπούμενη συζυγοκτονία, όχι από δική της πρόθεση, αλλά από εξωτερικά αίτια, καθόσον ο πληγείς σύζυγός της έσκυψε τη στιγμή εκείνη με αποτέλεσμα να πληγεί μόνο από τέσσερα σκάγια στην πλάτη, ενώ κατέφυγε αμέσως στην αγροτική ιατρό Αγράφων, η οποία του παρέσχε τις πρώτες βοήθειες και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Καρπενησίου, όπου μετά την δέουσα ιατρική βοήθεια και φροντίδα διέφυγε τον κίνδυνο του θανάτου. Β) Με χρήση όπλου διέπραξε κακούργημα από δόλο και συγκεκριμένα διέπραξε την προαναφερόμενη υπό στοιχ. Α απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος του συζύγου της, πυροβολώντας κατ' αυτού μία φορά με το προαναφερόμενο μονόκαννο κυνηγετικό όπλο. Γ) Έφερε παράνομα κυνηγετικό όπλο και συγκεκριμένα χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και φυσικά χωρίς να μεταβαίνει για άσκηση θήρας ή σκοποβολής ή επιστρέφοντας από τις δραστηριότητες αυτές, έφερε παράνομα ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο εργοστασίου κατασκευής BAIKAL Ρωσίας με αριθμό ..., το οποίο πήρε από την οικία της και εξερχόμενη αυτής, αφού διένυσε απόσταση είκοσι πέντε (25) μέτρων περίπου, πυροβόλησε μία φορά εναντίον του συζύγου της με ανθρωποκτόνο πρόθεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Δέχεται το Δικαστήριο, ότι η κατηγορουμένη μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, περί: α)μεταβολής της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και β)συνδρομής του άρθρου 34 Π.Κ., άλλως, αυτής (συνδρομής) του άρθρου 36 παρ. 1 Π.Κ. και το αίτημα αυτής περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' Π.Κ.". Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του και απαιτουμένη εδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 42, 299 παρ. 1 Π.Κ. και του Ν. 2168/1993 που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη, κατ' είδος και τα οποία όλα συνεξετίμησε και αξιολόγησε χωρίς να κάμει μεταξύ των καμία επιλογή και χωρίς να έχει ανάγκη να αναφέρεται εις ένα έκαστον αυτών, ενώ η αναφορά στην κατάθεση του αστυνομικού Γ. Μ., όσον αφορά την οπλοφορία και οπλοχρησία, δεν γίνεται κατ' αποκλεισμόν των άλλων καταθέσεων, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα, αλλά προς επίρρωση των αποδειχθέντων από τα λοιπά στοιχεία, όπως προκύπτει σαφώς από τη φράση "το όπλο μύριζε ακόμη παρότι, σύμφωνα και με την κατάθεση του εξετασθέντος αστυνομικού Γ. Μ.." Επίσης έλαβεν υπ' όψη και τα έγγραφα της τοξικολογικής εξέτασης και του πρωτοκόλλου λήψης αίματος και ούρων, αφού δεν τα εξήρεσε, ως και την κατάθεση του εξετασθέντος ανωμοτί πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να είναι ανάγκη να γίνεται ειδικότερα και ιδιαίτερα αναφορά σ' αυτήν και την εκτίμησή της ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ως αβασίμως, αιτιάται ή αναιρεσείουσα. Άλλωστε η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος στην ποινική διαδικασία, αλλά και ο κατ' εξοχήν μάρτυς κατηγορίας συνιστά εντεύθεν, μαρτυρία και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς και συγκεκριμένως στο αιτιολογικό μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο, όταν μάλιστα προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού ότι ελήφθη υπ' όψη. Επίσης η απόφαση αναφέρει τις ακριβείς συνθήκες τελέσεως των πράξεων της αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, του ανθρωποκτόνου σκοπού της αναιρεσειούσης, και συνεπώς, εκ των πραγμάτων και εξ όσων εγένοντο δεκτά ότι απεδείχθησαν, απέρριψε τον αρνητικόν της κατηγορίας ισχυρισμόν περί μεταβολής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία από πρόθεση εις επικίνδυνο σωματική βλάβη, προς δε (αναφέρει) και τους λόγους για τους οποίους δεν ολοκληρώθη η προσπάθειά της. Ωσαύτως εκ των πραγμάτων απερρίφθησαν και οι εκ του άρθρου 34 και 36 Π.Κ. αυτοτελείς ισχυρισμοί, με την παραδοχή για την ενοχή της αναιρεσειούσης, χωρίς διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνειδήσεως, ούτε με ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, σχετικά, ο 5ος με την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο 6ος με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την μεταξύ τους αξιολόγηση και εκτίμηση, ο 1ος με την μεταβολή της κατηγορίας και ο 2ος με την απόρριψη των ισχυρισμών εκ του άρθρου 34, άλλως 36 Π.Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης απορριπτέος είναι και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, 3ος της δηλώσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 299 και 42 Π.Κ., εκ του, ότι κατά τις σχετικές αιτιάσεις, η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε στην περί ενοχής της αναιρεσειούσης κρίση της για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση ασχολουμένη επί πολύ στο σκεπτικό με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί πλάνης της, χωρίς όμως να τον είχε προτείνει αυτή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Και είναι απορριπτέος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι για την τελευταίαν αντίστοιχα αυτή αιτίαση δεν έχει έννομο συμφέρον, το δικαστήριο έπραξε τούτο στα πλαίσια της αιτιολογίας για την παραδοχή του ανθρωποκτόνου σκοπού της κατά του συζύγου της και όχι, κατά τινός Αλβανού λαθρομετανάστη, ο οποίος εισήλθε στον προαύλιο χώρο του στάβλου. Εντεύθεν και ο περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας από την απόφαση επικουρικώς, σε σχέση με τον 3ο προβαλλόμενος 4ος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε υπό την επίκλησή του επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδείξεων της απολογίας της κατηγορουμένης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όπως επίσης απαράδεκτος είναι και ο 7ος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά την παραδοχή των στοιχείων της απόπειρας, αφού υπό την επίφαση και εδώ της ελλείψεως αιτιολογίας, γίνεται διάφορος εκτίμηση των αποδείξεων και ιδιαίτερα της ιατροδικαστικής εκθέσεως. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τελευταίος, 8ος λόγος της δηλώσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. αυτοτελούς ισχυρισμού, διότι ο τελευταίος αυτός προεβλήθη αορίστως, χωρίς συγκεκριμένα θετικά περιστατικά, τα οποία να κριθούν εάν συνιστούν την καλή συμπεριφορά μετά την πράξη. Και τούτο διότι η κατηγορουμένη επικαλείται απλώς καλή συμπεριφορά επί λέξει "τόσο από την ημέρα του αδικήματος και μέχρι την ημέρα του πρωτόδικου δικαστηρίου, διάστημα κατά το οποίο ήτο ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, όσο και όλο το χρονικό διάστημα εγκλεισμού της στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θήβας". Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη δήλωση αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και την δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-1-2012 (ημερομηνία επιδόσεως) δήλωση της Σ. Γ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54-57/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) ως και την δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ