Αριθμός 1201/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) … εκ των οποίων οι 1η, 4η, 5ος, 7η, 8ος, 9ος, 13ος, 14ος και 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αθανασόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Κ. Κ. του Θ. (6ος), που εκπροσωπείτο νόμιμα από την οριστική δικαστική συμπαραστάτριά του Κ. Π. - Κ., απεβίωσε στις 12-8-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η εκ διαθήκης κληρονόμος του Κ. Π. του Π. (4η), εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, ενώ οι 2η, 3η, 10η, 11η και 12η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αδαμόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου Πατρών και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «E. Α. Α. «Ε. (πρώην «E. Α. Α. Ε. «Ζ.) και ήδη «E. Α. Μ. Α. «Ε., που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. «Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πολίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 12-1-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (οι 13ος, 14ος και 15ος, ήδη ενηλικιωθέντες, όπως εκπροσωπούνταν από τους γονείς τους Α. Π. και Θ. Φ., που ασκούσαν τη γονική μέριμνα και επιμέλειά τους) και του ήδη αποβιώσαντος Ρ. Μ. (R. M.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2844/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4218/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή, εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως, είτε και αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σε αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας την δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 910/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019). Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκε η τέταρτη αναιρεσείουσα με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αθανασόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ο έκτος αναιρεσείων Κ. Κ. απεβίωσε στις 12-8- 2021, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης, την έκδοση επί αυτής απόφασης και μετά από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του Κ. Π., τέταρτη αναιρεσείουσα, την οποία και εκπροσωπεί νομίμως. Ο. θάνατος του ως άνω αναιρεσείοντος και η ιδιότητα της Κ. Π. ως εκ διαθήκης κληρονόμου αυτού αποδεικνύονται από το από 19-8-2021 αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Πατρέων του πρώτου, την από 21-9-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ' αριθμ. 970/10-11-2021 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πατρών χωρίς να έχει δημοσιευθεί άλλη διαθήκη (βλ. το υπ' αριθμ.2013/19-8-2021 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πατρών). Η τέταρτη αναιρεσείουσα δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία και με την ιδιότητά της αυτή, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται, νομίμως δήλωσε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, την εκουσία, στο όνομά της, επανάληψη της βιαίως διακοπείσας λόγω του θανάτου του συζύγου της δίκης, η οποία, πλέον, νομίμως συνεχίζεται. Η κρινόμενη, από 28-7-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6131/738/31-8-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4218/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 3 Οκτωβρίου 2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 130572/5756/24-11-2014) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Κ., στις 29-1-2014, οδηγώντας το αναφερόμενο I.X.Φ. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «Α. Α. (Α. Α.) Α..Ε.., νόμιμη διάδοχος της οποίας κατέστη η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «E. Α. Α. «Ε. και ήδη μετονομασθείσα σε «A. Ε. Μ. Α..Α..Ε.., προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες, τον θάνατο του Π. Π., πατέρα των πέντε πρώτων εναγόντων, πεθερού των έκτου, εβδόμου και όγδοου και παππού των λοιπών αυτών, κατά το περιγραφόμενο ατύχημα. Ζήτησαν δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, σε καθένα των πέντε πρώτων ποσό 10.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών αυτών ποσό 3.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για την ίδια αιτία, σε καθένα των πέντε πρώτων ποσό 90.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών αυτών ποσό 27.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2844/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα των πέντε πρώτων εναγόντων ποσό 10.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών αυτών ποσό 3.000 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα των πέντε πρώτων εναγόντων ποσό 10.000 ευρώ, σε καθένα των έκτου, έβδομου και όγδοης ποσό 7.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών αυτών ποσό 3.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής τους. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από τους αναιρεσείοντες (η από 1-9-2016 έφεση) και από τους αναιρεσίβλητους (η από 22-11-2016 έφεση) με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους αναιρεσίβλητους, αντιστοίχως. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, απορρίφθηκε η από 1-9-2016 έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η από 22/11/2016 έφεση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα των πέντε πρώτων εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών το ποσό των 3.000 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Την 29-01-2014 και περί ώρα 09:05 π.μ. ο Π. Π., ηλικίας τότε 91 ετών, ευρισκόταν πεζός επί του πεζοδρομίου της οδού Δ. Γούναρη στην Πάτρα που κείται παραπλεύρως του ρεύματος πορείας προς το κέντρο της πόλεως, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 217 της ανωτέρω οδού, όπου ευρίσκεται στάση του Αστικού ΚΤΕΛ Πατρών. Σ' αυτή είχε μόλις αποβιβαστεί από το λεωφορείο της γραμμής, με σκοπό να διασχίσει κάθετα την οδό Δ. Γούναρη και να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού, προκειμένου να μεταβεί στο καφενείο που διατηρεί στην περιοχή η θυγατέρα του, τέταρτη των εναγόντων. Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθμ. ΑΧΜ 3 522 ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του (μεταφοράς κάδων για μπάζα), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Α. Α. Α..Ε.., η οποία μετέβαλε την ονομασία της σε «E. Α. Α. Ε. «Ζ. και η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. «Α., επί της ίδιας ως άνω οδού Δ. Γούναρη με κατεύθυνση ίδια με εκείνη του λεωφορείου από το οποίο αποβιβάστηκε ο ως άνω πεζός, ήτοι από πλατεία Μαρούδα προς το κέντρο της πόλεως των Πατρών και είχε προσωρινά διακόψει την πορεία του, λόγω της πυκνής κίνησης, πίσω από το προαναφερόμενο λεωφορείο, στο ύψος της στάσης. Στο σημείο αυτό η ανωτέρω οδός, η οποία χαρακτηρίζεται λεωφόρος, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτος 9,30 μ., χωρίζεται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και είναι ευθεία χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα των οδηγών, ενώ στο αναφερόμενο ύψος της οδού δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία, η πλησιέστερη δε διάβαση πεζών ευρίσκεται σε απόσταση περί τα 50 μέτρα. Κατά τον κρίσιμο χρόνο επικρατούσαν επαρκείς συνθήκες φωτισμού αφού ήταν ημέρα, η άσφαλτος ήταν υγρή λόγω της βροχόπτωσης, η οποία είχε σταματήσει, ενώ λίγα μέτρα από τη στάση του Αστικού ΚΤΕΛ, προς το κέντρο της πόλεως, είχε σταθμεύσει ένα I.X. αυτοκίνητο που καταλάμβανε τμήμα (κατά το πλάτος) του οδοστρώματος από το δεξιό άκρο αυτού μέχρι και 1,70 μέτρα περίπου εντός της οδού. Εξαιτίας του προαναφερόμενου σταθμευμένου οχήματος, επί της δεξιάς πλευράς της οδού, τόσο το προπορευόμενο λεωφορείο όσο και το ΙΧΦ αυτοκίνητο αναγκάστηκαν να κινηθούν στο άκρο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας τους. Ο ως άνω πεζός, βλέποντας ότι τα οχήματα τα οποία ευρίσκονταν επί της οδού, ευρίσκοντο σε προσωρινή διακοπή πορείας, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό όπως έπραξε αμέσως πριν έτερος πεζός και συγκεκριμένα υποβασταζόμενος από βακτηρίες (πατερίτσες), κατήλθε του πεζοδρομίου και εισήλθε στο οδόστρωμα, διερχόμενος πίσω ακριβώς από το ως άνω αστικό λεωφορείο και έμπροσθεν του ως άνω φορτηγού που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ανάμεσα στα οποία υπήρχε διάκενο διαστήματος περίπου δύο (2) μέτρα. Την ίδια στιγμή όμως, το ως άνω λεωφορείο ξεκίνησε την πορεία του προς το κέντρο της πόλης, αντίστοιχα δε και ο οδηγός του φορτηγού προέβη σε επανεκκίνηση τούτου, χωρίς να αντιληφθεί ότι εκινείτο ο ως άνω πεζός επί του οδοστρώματος, έμπροσθεν του οχήματος του, ο οποίος σχεδόν είχε φθάσει στη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή και συνεχίζοντας την πορεία του επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του στον ως άνω υπερήλικα πεζό, τον παρέσυρε κάτω από το όχημα και εν συνεχεία με τους οπίσθιους αριστερούς τροχούς πέρασε επάνω από αυτόν, διέκοψε δε την κίνησή του μετά από απόσταση, λόγω του φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και μόνον τότε άκουσε κάποιους να του φωνάζουν ότι είχε χτυπήσει τον πεζό. Ο τελευταίος μετά την πρόσκρουση με το φορτηγό και την παράσυρσή του από αυτό, κατέληξε δίπλα στη διπλή διαχωριστική γραμμή στο ύψος της στάσης, όπου και ανευρέθηκε επί του οδοστρώματος κηλίδα αίματος του θανόντος (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Πατρών). Ειδικότερα το σημείο επαφής του πεζού με το φορτηγό εντοπίζεται στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά αυτού, στο ύψος άνω του δεξιού φανού, δοθέντος ότι ανιχνεύθηκε πρόσφατο σημείο σύγκρουσης, από τους πραγματογνώμονες που διορίστηκαν στα πλαίσια της προανάκρισης, οι οποίοι εξέτασαν το φορτηγό στο χώρο του παρκινγκ της τροχαίας, όπου είχε μεταφερθεί μετά το ένδικο ατύχημα. Συνεπεία του ατυχήματος ο πιο πάνω πεζός τραυματίσθηκε θανάσιμα. Ειδικότερα υπέστη κάταγμα δεξιού βραχιονίου οστού, κάταγμα αριστερού αντιβραχίου, κατάγματα μηριαίων άμφω, διάσταση ηβικής σύμφυσης, κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής, κατάγματα πλευρών άμφω (διπλά - κατά τη μεσότητα και παρασπονδυλικά), από τις κακώσεις δε αυτές ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του (βλ. την υπ' αριθμ. 139/10-05-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής). Πρέπει να σημειωθεί ότι στο φορτηγό είχε γίνει μετατροπή του εμπρόσθιου προφυλακτήρα με εφαρμογή στις ακμές χαλύβδινων ράβδων οπλισμού σκυροδέματος, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ισχυρή ακαμψία που αποτελεί αυξημένο κίνδυνο σε περίπτωση σύγκρουσης με όχημα ή πεζό, ενώ παράλληλα είχαν τοποθετηθεί αντικείμενα στο κάτω μέρος του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα και εντός του οπτικού πεδίου του οδηγού, γεγονός που περιόριζε την ορατότητα του οδηγού, όπως αναφέρεται στην από 26-1-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Θ. Χ. και Ν. Κ., Μηχανολόγων Μηχανικών, οι οποίοι διορίστηκαν στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Πατρών. Τα ανωτέρω σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος πραγματικά περιστατικά προέκυψαν ιδίως από την από 2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Πατρών και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, το υπ' αριθμ. 89/30-1-2014 δελτίο Τ.Ο.Τ.Α., τμήματος τροχαίας Πατρών, τη διενεργηθείσα κατά την προανάκριση πραγματογνωμοσύνη από τους μηχανολόγους μηχανικούς Θ. Χ. και Ν.. Κ., τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, καθώς και τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Τ. και Φ. Λ., ο οποίος επιβεβαίωσε τα ως άνω περιστατικά και κατά την ένορκη εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Φ. Λ., στην από 04-04-2014 έκθεση ένορκης εξέτασής του, όπως και στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με σαφήνεια περιγράφει τα περιστατικά του ένδικου ατυχήματος τόσο ως προς τις συνθήκες του όσο και ως προς την κίνηση και θέση του πεζού και το εμπλεκόμενου IX φορτηγού, καταθέτοντας ότι ο πεζός μόλις αποβιβάστηκε από το λεωφορείο, διέσχισε κάθετα την οδό Δ. Γούναρη ανάμεσα στο προπορευόμενο λεωφορείο και το φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο παρέσυρε τον πεζό, χωρίς να τον αντιληφθεί, ενώ σταμάτησε αρκετά μέτρα παρακάτω αφού του φώναξαν τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι πεζοί, γεγονός που επαληθεύει και ο προαναφερόμενος μάρτυρας Ε. Τ., ιδιοκτήτης παρακείμενου καφενείου, στην από 4-4-2014 προανακριτική του κατάθεση. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πεζός κινήθηκε πίσω από το IX φορτηγό, στη συνέχεια κινήθηκε παράλληλα προς τη διαχωριστική γραμμή και ακολούθως έχασε την ισορροπία του και επέπεσε στους οπίσθιους αριστερούς τροχούς του φορτηγού, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον πέραν του ότι δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, ακόμη και ο ίδιος ο οδηγός του φορτηγού και πρώτος εναγόμενος δεν μπόρεσε, κατά την ανωμοτί του κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να δώσει λογική εξήγηση για το πώς ο πεζός, ο οποίος κατά τις αιτιάσεις του εκινείτο παράλληλα με το φορτηγό κατέληξε κάτω από τους οπίσθιους αριστερούς τροχούς, χωρίς προηγουμένως να υπάρξει άλλο σημείο επαφής με το φορτηγό, ενώ έτι περαιτέρω στην περίπτωση αυτή θα είχε ήδη γίνει αντιληπτός από τον ίδιο από τον αριστερό καθρέφτη του φορτηγού. Εξάλλου, το φορτηγό κινούνταν όπως προεκτέθηκε στην άκρα αριστερά πλευρά του ρεύματος πορείας, προκειμένου να διέλθει αριστερά από το σταθμευμένο, λίγα μέτρα από τη στάση IX αυτοκίνητο, και ως εκ τούτου ο θανών, ο οποίος χρησιμοποιούσε βακτηρίες, δεν θα χωρούσε εκ των πραγμάτων να κινηθεί επί της διαχωριστικής γραμμής παράλληλα με το φορτηγό. Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου οδηγού όσο και του αποβιώσαντος πεζού, η οποία (αμέλειά τους) συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός και πεζός θα κατέβαλαν, εάν βρισκόντουσαν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες και την κοινή λογική και πείρα, την οποία (επιμέλεια και προσοχή) εάν είχαν καταβάλει, θα μπορούσαν να προβλέψουν τη σύγκρουση. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, κινούμενος στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που μπορούσε αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και συγκεκριμένα δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθώς ενώ ευρισκόταν σε στάση μέσων μαζικής μεταφοράς όπου μόλις είχαν αποβιβαστεί επιβάτες από προπορευόμενο αστικό λεωφορείο, δεν έλαβε υπόψη του ως επαγγελματίας οδηγός, την μεγάλη κίνηση των οχημάτων που υπήρχε εκείνη τη στιγμή επί της οδού, ούτε ότι κινούμενος σε κατοικημένη περιοχή, λόγω του "μποτιλιαρίσματος" των οχημάτων, ήταν ενδεχόμενο κάποιοι πεζοί να επιχειρήσουν να διέλθουν ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα (φαινόμενο άλλωστε σύνηθες κατά την κοινή πείρα σ' αυτές τις περιπτώσεις), δεδομένου μάλιστα ότι εκείνη τη χρονική στιγμή είχαν αποβιβαστεί επιβάτες από το προπορευόμενο αστικό λεωφορείο, και έθεσε σε κίνηση το όχημά του για να συνεχίσει την πορεία του, χωρίς να ελέγξει επισταμένως, είτε δια των βοηθητικών προς τούτο μέσων του οχήματος του (πλαϊνών καθρεπτών), είτε δια των αναγκαίων, εκ της θέσεως του οδηγού όπου ευρίσκετο, προς τούτο κινήσεων του σώματός του, τον χώρο του οδοστρώματος μπροστά από το όχημά του, παρόλο που εκ του ύψους και όγκου του φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά και του γεγονότος ότι είχε περιορισμένη ορατότητα λόγω των αντικειμένων που είχαν τοποθετηθεί στον ανεμοθώρακα, δεν εξασφαλιζόταν έμπροσθεν ακριβώς του οχήματος του, ο πλήρης έλεγχος του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον διερχόμενο πεζό που διέσχιζε κάθετα την οδό από δεξιά προς τα αριστερά της πορείας του, ο οποίος είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας, και καθυστερούσε λόγω της δυσκινησίας που είχε, αφού βάδιζε με την υποβοήθηση βακτηριών και λόγω της μεγάλης ηλικίας του και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1, 2, 3, και 39 Ν. 2696/1999). Συνυπαίτιος όμως για το θανάσιμο τραυματισμό του, είναι και ο ίδιος ο θανών, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε υπό τις άνω περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός, επεχείρησε εντελώς παράνομα, απρόσεκτα και απερίσκεπτα, παρόλο που ήταν υπερήλικας, ηλικίας 91 ετών και εκινείτο με την υποβοήθηση βακτηριών, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της παραπάνω οδού Δ. Γούναρη, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι θα μπορούσε να το πράξει αυτό με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίζει την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας των οχημάτων στο οδόστρωμα της οδού, προέβη δε στην ενέργεια του αυτή, χωρίς να επιδείξει καθόλου προσοχή, τόσο λόγω του ότι κινήθηκε εκτός διάβασης πεζών παρόλο που υπήρχε τέτοια σε απόσταση 50 μέτρων, ενώ κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε πολύ αυξημένη (πυκνή) κίνηση στην οδό, όσο και λόγω του ότι κινήθηκε πολύ κοντά στο προσωρινώς ακινητοποιημένο φορτηγό κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α, β και δ του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας αμελούς ενεργείας του ως άνω πεζού και του επελθόντος αποτελέσματος. Μετά από αυτά το ποσοστό συνυπαιτότητας του κάθε εμπλεκόμενου μέρους ανέρχεται σε ποσοστό 70% για τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και 30% για τον πεζό, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατά παραδοχή της προβληθείσας από τους εναγόμενους ενστάσεως συνυπαιτιότητας του πεζού Π. Π., έκρινε συνυπαιτίους του ατυχήματος τον τελευταίο και τον εναγόμενο οδηγό κατά το παραπάνω ποσοστό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί με την υπαιτιότητα λόγοι των εκκαλούντων των ενδίκων από 1-9-2016 και 22-11-2016 εφέσεων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο θανών Π. Π., ήταν ηλικίας 91 ετών, με πλησιέστερους συγγενείς τους ενάγοντες και συγκεκριμένα οι πέντε πρώτοι ενάγοντες, Δ. Π., Μ. Π., Π. Π., Κ. Π. και Α. Π., ήταν τέκνα αυτού, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 60, 67, 65, 48 και 46 αντίστοιχα, ο έκτος ενάγων Κ. Κ. (σύζυγος της τέταρτης ενάγουσας), η έβδομη ενάγουσα Θ. Φ. (σύζυγος του πέμπτου ενάγοντος) και ο όγδοος ενάγων Ρόμπερτ Μακγκρίβυ (Robert MacGreevy) (σύζυγος της τρίτης ενάγουσας), γαμβροί και νύφη, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 53, 38 και 64 αντίστοιχα, ενώ οι λοιποί ενάγοντες, ήτοι οι Χ. Π., Γ. Τ., Ι. Σ., Α. Β. (A. V.), Τ. Β. (G. V.), Π.. Π.., Ε. Π. και Α. Π., ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 37, 35, 49, 37, 36, 16, 15 και 13 ετών αντίστοιχα, εγγονοί του, συνδέονταν με τον θανόντα με αμοιβαία αγάπη και στενούς ψυχικούς δεσμούς και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο, από το θάνατο του τελευταίου. Σημειωτέον ότι, ο θανών συγκατοικούσε στην ίδια οικία με τον πέμπτο και έβδομη των εναγόντων μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, ενώ με τους λοιπούς διατηρούσε άριστες σχέσεις με στενούς δεσμούς αγάπης, ακόμη και με τους ενάγοντες που διαμένουν στις ΗΠΑ. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, το βαθμό της συγγενικής σχέσης των εναγόντων με τον θανόντα, την ηλικία του, το είδος της βλάβης (θάνατος), την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους των εναγόντων, το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης, το είδος και το βαθμό της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και το βαθμό της συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ένδικο ατύχημα, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, πλην της δεύτερης εναγομένης της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνεται ότι για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται: στο ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε τέκνο του, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 40 ευρώ για το οποίο έκαστο τέκνο επιφυλάχθηκε να ασκήσει τη σχετική αξίωση ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων, στο ποσό των 3.000 ευρώ για έκαστο από τους γαμβρούς και νύφη αυτού και στο ποσό επίσης των 3.000 ευρώ για έκαστο εγγονό του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία πρέπει να επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων και ειδικότερα ότι πρέπει να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση υπέρ εκάστου τέκνου του το ποσό των 20.000 ευρώ, υπέρ εκάστου από τους γαμβρούς και νύφη αυτού το ποσό των 10.000 ευρώ και υπέρ εκάστου από τους εγγονούς του το ποσό των 13.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και πρέπει ο σχετικός λόγος της από 22-11-2016 εφέσεως των εναγομένων, να γίνει δεκτός ως βάσιμος εν μέρει κατ' ουσίαν και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της ένδικης από 1-9-2016 εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες επιδιώκουν να επιδικαστούν ολόκληρα τα ζητούμενα για την εν λόγω αιτία ποσά.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και το λόγο εφέσεως αυτής, με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούντο ότι τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς τον, ως άνω, λόγο αναιρέσεως, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης καθενός των αναιρεσειόντων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-7-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4218/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ