Αριθμός 1297/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ψ. του Π., 2. Α. Ψ. του Π., 3.α) Α. Ψ. του Π. και β) Μ. συζύγου Α. Ψ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανήλικων παιδιών τους Γ. Ψ. και Α. Ψ., κατοίκων ..., 4. Ι. Δ. του Γ. και 5. Π. συζ. Ι. Δ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαλτά, ο οποίος δήλωσε ότι οι Γ. και Α. Ψ. , των οποίων ασκούσαν την γονική μέριμνα οι 1η και 2ος των αναιρεσιβλήτων- γονείς τους, ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν ατομικά τη δίκη καθώς εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7829/1996 μη οριστική 1094/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1108/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 29-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από την προσκομιζομένη από τους αναιρεσιβλήτους υπ' αριθμ. 5781Γ'/4-10-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού ως δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης (10-12-2012) και κλήση για τη δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον το τελευταίο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ). Επειδή, η υπό κρίση, από 14-6-2010 (εκθ. κατ. 627/16-6-2010) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.1108/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως. Εκτιμάται δε ότι ασκήθηκε και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566, 574 και 577 του Κ.Πολ.Δ. ), αφού ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Επειδή, το ενάγον - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τις ένδικες (τρεις) αγωγές του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόταν ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι Α. Ψ. και 1, ως ομόρρυθμοι εταίροι της ετερορρύθμου εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." ώφειλαν από φόρους και πρόστιμα που βεβαιώθηκαν κατά τα έτη 1992 - 1994, το ποσό των 79.381.015 δραχμών και ότι με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση των ληξιπρόθεσμων αυτών απαιτήσεών του και να το βλάψουν, προέβησαν σε μεταβίβαση των ακινήτων (οριζοντίων ιδιοκτησιών) που περιγράφονται στις αγωγές προς τους συνεναγομένους συγγενείς των, οι οποίοι εγνώριζαν ότι οι μεταβιβάσεις εγένοντο προς βλάβη του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου). Ζητούσε δε να ακυρωθούν οι αντίστοιχες εκποιητικές δικαιοπραξίες, ως καταδολιευτικές και να υποχρεωθούν οι αποκτήσαντες τα ακίνητα εναγόμενοι σε αναμεταβίβαση αυτών στους αρχικούς ιδιοκτήτες των από τους οποίους τα απέκτησαν. Επί των αγωγών αυτών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1094/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τις αγωγές για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος. Κατά της ως άνω αποφάσεως το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, που απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Την τελευταία αυτή απόφαση προσβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 του Α.Κ., προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να εγνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπομένη, μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση (Α.Π. 1798/2007, 891/2008, 941/2007). Ενάγων δε στην σχετική δίκη είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστού κατά το χρόνο, που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, απαιτείται δηλαδή η απαίτησή του να είναι "γεγενημένη" και μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής, επιπλέον δε αυτή πρέπει να έχει καταστεί και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (Ολ.Α.Π. 709/1974, Α.Π. 278/2011, 602/2005, 698/2004,1387/1999). Εξάλλου ο από την διάταξη άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου θεωρείται ότι παραβιάσθηκε, αν δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις τρεις ένδικες αγωγές το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε τη διάρρηξη των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν με τα υπ' αριθμ. .../15-11-1994 και .../15-11-1994 πωλητήρια συμβόλαια και με το υπ' αριθμ. .../15-11-1994 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κοτρώτσου, ισχυριζόμενο ότι πριν από την κατάρτισή τους είχε κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Ψ. και Σία Ε.Ε." και κατά των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων που είναι ομόρρυθμοι εταίροι της, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρους, τέλη και εισφορές, οι οποίες όπως συνομολόγησε με τις έγγραφες προτάσεις του κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξοφλήθηκαν ολοσχερώς από την ως άνω οφειλέτιδά του εταιρεία και ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 64.408.000 δραχμών από πρόστιμο συνολικού ύψους 322.040.000 δραχμών ... που επιβλήθηκε στην ως άνω οφειλέτιδά του εταιρεία με την υπ' αριθμ. 154/11-7-1994 απόφαση επιβολής προστίμου ... του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδέλφειας, το οποίο βεβαιώθηκε προς είσπραξη κατά ποσοστό 20% με το υπ' αριθμ. 1542/1994 τριπλότυπο βεβαιώσεως, δηλαδή κατά το ως άνω ποσό των 64.408.000 δραχμών, λόγω ασκήσεως από την ως άνω εταιρεία της από 5-8-1994 προσφυγής κατά της επιβολής του. Όμως, το πρόστιμο αυτό που βεβαιώθηκε προς είσπραξη κατά το ποσό των 64.408.000 δραχμών και που περιλαμβανόταν με τον αριθμό (23) στον ενσωματωμένο στα δικόγραφα των τριών ενδίκων αγωγών από 17-4-1995 αναλυτικό πίνακα χρεών καθώς και στις απαιτήσεις του ... Ελληνικού Δημοσίου που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές πριν από την κατάρτιση των δικαιοπραξιών των οποίων επιδιωκόταν η διάρρηξη, ακυρώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 8417/1999 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την ασκηθείσα προσφυγή κατά της επιβολής του και ακύρωσε στο σύνολό της την υπ' αριθμ. 154/11-7-1994 πράξη επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ν Φιλαδέλφειας ως μη εκδοθείσα νόμιμα. Με την ακύρωση αυτή, η οποία έχει αναδρομική ισχύ, έπαυσε να υπάρχει και θεωρείται ότι δεν υπήρξε ποτέ η ως άνω ... πράξη επιβολής προστίμου ... Και ναι μεν το ... Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 2000 επέβαλε νέο πρόστιμο του Κ.Β.Σ. ύψους 277.000.000 δραχμών στην ως άνω εταιρεία της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι δύο πρώτοι των εναγομένων εφεσίβλητων με νέα πράξη επιβολής προστίμου και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 150/2000 πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. της Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδέλφειας, από το οποίο νέο πρόστιμο βεβαιώθηκε προς είσπραξη με το νέο υπ' αριθμ. 7226/17-11-2000 τριπλότυπο βεβαίωσης ποσοστό 25%, δηλαδή ποσό 69.250.000 δραχμών ή 203.228,17 ευρώ, λόγω ασκήσεως προσφυγής κατά της επιβολής του, πλην όμως η απαίτηση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου προς είσπραξη του νέου αυτού βεβαιωθέντος προστίμου ... δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη ... κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως των ενδίκων αγωγών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έγινε στις 17 Μαΐου 1996 ... . Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια ... δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 939 του Α.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τους λόγους της εφέσεως του το εκκαλούν ενάγον και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 940, 941 και 943 του Α.Κ., ενώ η προσβαλλομένη απόφασή του δεν στερείται νομίμου βάσεως, αφού διαλαμβάνει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 αριθμ. 4 και 340 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. αιτιολογία. Τούτο δε διότι αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, ενδοιαστικές κρίσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε το πόρισμά της, ότι δηλαδή μετά την ακύρωση της πρώτης πράξης επιβολής προστίμου από το Διοικητικό Δικαστήριο, η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος δεν ήταν ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αφού η νέα πράξη επιβολής προστίμου εκδόθηκε περίπου τέσσερα έτη αργότερα). Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και με τον μοναδικό λόγο αυτής, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Κατόπιν δε τούτων, οι διαλαμβανόμενοι στον ίδιο λόγο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους οποίους η υπ' αριθμ. 150/2000 νέα πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. της Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδελφείας , έχει την ίδια νομική και πραγματική βάση με την αρχική, δηλαδή αφορά στην ίδια παράβαση του Κ.Β.Σ και συνεπώς πρόκειται για την ίδια απαίτηση του Δημοσίου, που επαναβεβαιώθηκε με την ταυτόσημη νέα πράξη της φορολογικής αρχής, η οποία είχε γεννηθεί κατά το χρόνο επιβολής του προστίμου με την αρχική πράξη και συνεπώς θεμελιώνει την αγωγική του αξίωση προς διάρρηξη των επιδίκων δικαιοπραξιών, προβάλλονται αλυσιτελώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98 , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-6-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1108/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 21η Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 20η Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ