Αριθμός 1970/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1 ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πετρόχειλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4792/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 22 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριμένα, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση , 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των πιο πάνω αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων (ΑΠ 1894/2009). Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6 και 9 του ν. 6422/1934, των εκδοθέντων κατ'εξουσιοδότηση του νόμου αυτού από 14.10.1937 β. δ/τος, 25/1938 β. δ/τος, ΚΥΑ 32803/1308/1997 (ΦΕΚ Β 815/1997), ΚΥΑ 29362/1957 (ΦΕΚ Β 1797/2005), ΚΥΑ 28425/2008 (ΦΕΚ 2604/2008), με τις οποίες προβλέπεται η άσκηση του επαγγέλματος του μηχανολόγου μηχανικού, του ηλεκτρολόγου μηχανικού και του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου από διπλωματούχους ανώτατης τεχνικής σχολής, η εκπόνηση μελετών από αυτούς και η διενέργεια, μεταξύ άλλων, ηλεκτρομηχανολογικών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ανελκυστήρων, οι όροι εγκατάστασης, λειτουργίας και συντήρησης ανελκυστήρων και οι κυρώσεις παράβασης τους, προκύπτει ότι η διεκπεραίωση ορισμένων ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών μελετών και εργασιών για την εγκατάσταση και λειτουργία ανελκυστήρων επιβάλλεται να γίνεται από διπλωματούχους μηχανικούς αντίστοιχης ειδικότητας. Δεν συνάγεται όμως από τις ίδιες διατάξεις ότι για το κύρος της σύμβασης έργου, με την οποία αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ η υποχρέωση εγκατάστασης ανελκυστήρα σε οικοδομή από εργολάβο, απαιτείται να συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου και τα τυπικά προσόντα διπλωματούχου μηχανικού, που, όπως προεκτέθηκε, ο νόμος αξιώνει για τη διενέργεια μελετών και εργασιών εγκατάστασης ανελκυστήρων. Η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη και παράγει ως τέτοια τις έννομες συνέπειες της, αφού δεν προσκρούει σε καμιά απαγορευτική διάταξη νόμου, και δεν ελέγχεται για ακυρότητα στο πλαίσιο των άρθρων 174 και 180 ΑΚ. Ενδεχόμενη εκτέλεση εργασιών, που επιφυλάσσονται σε διπλωματούχους μηχανικούς και αδειούχους εγκαταστάτες, κατά την εγκατάσταση ανελκυστήρα από τον ίδιο το μη προσοντούχο εργολάβο, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης έργου, αλλά μπορεί, να αντιμετωπιστεί, ως απαγορευμένη από το νόμο παροχή, στο πλαίσιο του άρθρου 365 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης , το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε ως Eφετείο, δέχθηκε ότι με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε ατύπως, μεταξύ της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), ως εργοδότριας, και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), ως εργολάβου, ο τελευταίος ανέλαβε έναντι αμοιβής 12.800 ευρώ την υποχρέωση της εκπόνησης της μελέτης και της εγκατάστασης ενός υδραυλικού ανελκυστήρα τεσσάρων στάσεων στην τετραώροφη οικοδομή της πρώτης, στη .., καθώς και της επίβλεψης και εκτέλεσης του έργου αυτού αυτοπροσώπως, ότι το έργο που εκτελέστηκε είχε ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων και πραγματικά ελαττώματα, οφειλόμενα σε υπαιτιότητα του ενάγοντος εργολάβου, ότι για τις ελλείψεις και τα ελαττώματα αυτά η εναγομένη εργοδότρια έχει τα δικαίωμα της μείωσης της αμοιβής ή της αποζημίωσης, όχι όμως τις προβλεπόμενες από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 374 επ. ΑΚ ενστάσεις της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης, ότι, ενόψει αυτών, η ένδικη αγωγή, με την οποία ο εργολάβος ζητεί το οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής του, ποσού 8.800 ευρώ, το οποίο αρνείται να του καταβάλει η εναγομένη, προβάλλοντας ένσταση μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης και όχι μείωσης της αμοιβής ή αξίωση αποζημίωσης, είναι ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει, αφού εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση 44/2010 του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα εργολάβο το ποσό των 8.800 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνημένης εργολαβικής του αμοιβής. Με τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, ορθά έκρινε ως έγκυρη, σύμφωνα με την πιο πάνω νομική σκέψη, την επίμαχη σύμβαση έργου και ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 687 έως 690 και 694 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το πολυμελές πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 687-690 και 694 ΑΚ, κρίνοντας έγκυρη την επίμαχη σύμβαση έργου, ενώ παρέλειψε να εφαρμόσει τις προαναφερόμενες ειδικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για την εγκατάσταση και λειτουργία ανελκυστήρων και να κρίνει με βάση αυτές άκυρη την εν λόγω σύμβαση, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 147 και 184 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας ο οφειλέτης παρασύρθηκε στη δήλωση βούλησης με απάτη, έχει δικαίωμα να ζητήσει για το λόγο αυτό την ακύρωση της δκαιοπραξίας, είτε με αγωγή είτε με ένσταση προς απόκρουση αγωγής του αντισυμβαλλομένου του, γεγονός (ακύρωση) που έχει ως συνέπεια την εξομοίωση τη δικαιοπραξίας με την εξαρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι, ενώ αυτή ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη ότι οδηγήθηκε στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης έργου ύστερα από απάτη του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ο οποίος της παρέστησε ψευδώς ότι είναι αδειούχος εγκαταστάτης και έχει την απαιτούμενη επαγγελματική άδεια ηλεκτρολόγου Δ' κατηγορίας για την εγκατάσταση ηλεκτροκίνητων ανελκυστήρων, γεγονός το οποίο αν η ίδια γνώριζε δεν θα κατέληγε στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά τον εν λόγω ισχυρισμό της. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν ασχολήθηκε καθόλου, ούτε με άμεσο ούτε με έμμεσο τρόπο, με τέτοιο ισχυρισμό, για την πληρότητα μάλιστα του οποίου, ως ένστασης κατά της αγωγικής αξίωσης από έγκυρη σύμβαση έργου, θα έπρεπε η εναγομένη να εκθέτει ότι ζητεί την ακύρωση της επίμαχης σύμβασης και την αποδέσμευση της από αυτή. Έτσι δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για σιωπηρή απόρριψη τέτοιας ένστασης ακυρωσίας της επίμαχης σύμβασης, λόγω απάτης ( πρβλ. ΑΠ 1478/2005), και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης εκ μέρους του πολυμελούς πρωτοδικείου του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 147 ΑΚ. Στην ένδικη περίπτωση προσιδιάζει ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων, με την εκδοχή βέβαια ότι προτείνεται ορισμένως η ένσταση ακυρωσίας της σύμβασης με βάση το άρθρο 147 ΑΚ. Όμως τέτοιος λόγος αναίρεσης στην ένδικη υπόθεση, στην οποία αντικείμενο προσβολής με την αίτηση αναίρεσης αποτελεί απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-2-2013 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 4792/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ