ΑΡΙΘΜΟΣ 941/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Α. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Οικονόμου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6546/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ο. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του καθώς και στο από 19 Φεβρουαρίου 2013 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 29-11-2012 αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο από 19-2-2013 πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά της με αριθμό 6546/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίες έχουν ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα, και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας Κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου, Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν, η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 367 Π.Κ., σαφώς συνάγεται ότι κατ1 αρχήν μεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας, είτε της κατ' αρθρ. 361 εξυβριστικής, είτε της κατ' άρθρο 362 δυσφημιστικής εκδηλώσεως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές λαμβάνουν χώρα χάριν προστασίας δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Κατ' εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 Π.Κ., καθώς και όταν από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες η εκδήλωση αυτή έλαβε χώρα, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Υπάρχει δε σκοπός εξυβρίσεως από τον τρόπο της εκδηλώσεως, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσει προσηκόντως το πραγματικό περιεχόμενο της σκέψεως του δράστη για την προστασία του δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και ο δράστης μολονότι το γνώριζε προέβη στην εκδήλωση με σκοπό να βλάψει την τιμή του άλλου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρο 93§3 του Συντάγματος και 193 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως την από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έγνοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της Ο. Τ. με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "... και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι από αρχές Μαρτίου 2002 μέχρι Ιανουάριο 2006 ο κατηγορούμενος Π. Α., που είναι γνωστός τραγουδιστής, διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με την πολιτικώς ενάγουσα Ο. Τ., καρπός των οποίων ήταν η γέννηση από την εγκαλούσα στις 5-1-2005 ενός άρρενος τέκνου, που έλαβε το όνομα Ά.-Ν.. Ενώ ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι θα αναγνωρίσει εκουσίως το ανωτέρω τέκνο και η σχέση των διαδίκων συνεχίστηκε και μετά τη γέννηση αυτού, ο κατηγορούμενος δεν προέβαινε στην αναγνώριση του τέκνου, παρά τις οχλήσεις της πολιτικώς ενάγουσας. Κατόπιν τούτου η πολιτικώς ενάγουσα με την από 22-2-2006 αγωγή της κατά του κατηγορουμένου-εναγομένου Π. Α. ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος είναι πατέρας του ανωτέρω τέκνου της Ά.-Ν.. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε 6472/2007 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο Κ. Π., ιατρός γενετιστής, ορίστηκε πραγματογνώμονας, προκειμένου να διαπιστωθεί με τη μέθοδο εξέτασης του DΝΑ, εάν το ως άνω τέκνο είναι τέκνο του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, αφού έλαβε δείγματα αίματος από τη μητέρα, το ανήλικο και τον κατηγορούμενο και ανέλυσε αυτά με τη σύγχρονη και επιστημονικά παραδεκτή μέθοδο ελέγχου των πολυμορφικών συστημάτων με ανάλυση του DΝΑ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος - εναγόμενος είναι πατέρας του πιο πάνω ανηλίκου κατά 99,999%. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Π. Γ., που ορίστηκε από την πολιτικώς ενάγουσα ως τεχνικός σύμβουλος. Ο κατηγορούμενος, παρότι είχε νομικούς παραστάτες, δεν διόρισε τεχνικό σύμβουλο, ούτε πραγματοποίησε άλλη εξέταση DΝΑ, αν και μπορούσε, αφού ο Κ. Π. του χορήγησε δείγματα DΝΑ του ίδιου, της πολιτικώς ενάγουσας και του ανωτέρω τέκνου, ενώ δεν μπορούσε να του χορηγήσει το δείγματα του ληφθέντος περιφερικού αίματος αυτών, καθόσον τούτο είχε αναλωθεί. Την συνήθη για όμοιες πραγματογνωμοσύνες αμοιβή του ανωτέρω πραγματογνώμονα, ύψους 1550 ευρώ, προκατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα, ως επιμελέστερη διάδικος στη συναφή δίκη. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2048/2009 απόφασή του δέχθηκε την πιο πάνω αγωγή. Κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η 431/21-1-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε με την 273/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου αμετάκλητα ήδη έχει κριθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι ο φυσικός πατέρας του ανωτέρω τέκνου. Ήδη ο κατηγορούμενος με την από 14-10-2011 αίτησή του ζητεί την αναψηλάφηση της 431/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου ο κατηγορούμενος ουδεμία αμφιβολία διατηρούσε για την ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης, γεγονός που ενισχύεται, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και από το ότι ενώ είχε λάβει από τον ανωτέρω πραγματογνώμονα δείγματα DΝΑ του ίδιου, της μητέρας και του τέκνου δεν ενέργησε άλλη εξέταση αυτών, παρότι τούτο ήταν επιστημονικά εφικτό. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι σε συνεντεύξεις που ο κατηγορούμενος έδωσε μετά την έκδοση της 431/21-1-2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε τελεσίδικα το θέμα της πατρότητας και δημοσιεύθηκαν α) στις 27-4-2010 στο με αριθμό 4 του περιοδικού PEOPLE και β) στις 2-5-2010 σε φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τίτλο VETO της Κυριακής, που κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, σε ένθετο έντυπο αυτής με το τίτλο "ΡΙΑΖΖΑ", ισχυρίστηκε όσα αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας εκτίθενται, στα οποία γίνεται ρητή παραπομπή. Από όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στις πιο πάνω συνεντεύξεις, τα αναφερόμενα 1) στο ότι η ερωτική συνεύρεσή του με την πολιτικώς ενάγουσα πραγματοποιήθηκε μόνο μία φορά, κατόπιν δόλιας συμπεριφοράς της τελευταίας, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους διαρκής ερωτική σχέση και 2) στο ότι η διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη δεν ήταν σύννομη αλλά σχετίζεται με υπόθεση χρηματισμού ιατρού στο νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" και ότι έλαβε χώρα παράνομη συναλλαγή μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και του ανωτέρω πραγματογνώμονα προκειμένου να συνταχθεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ευνοϊκό για την τελευταία αποτέλεσμα, ήταν ψευδή, ο δε κατηγορούμενος τα ισχυρίστηκε εν γνώσει της αναληθείας τους, ενόψει του ότι κατά τα προαναφερθέντα, γνώριζε αφενός ότι η ερωτική σχέση του ήταν διαρκής και καρπός αυτής ήταν το ανωτέρω τέκνο, αφετέρου δε ότι η διαδικασία διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης ήταν απολύτως σύννομη και διαφανής και ουδεμία παράνομη συναλλαγή είχε συντελεστεί μεταξύ του ανωτέρω πραγματογνώμονα και της πολιτικώς ενάγουσας. Τα ισχυρισθέντα, τα οποία δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δυσμενείς κρίσεις για επιστημονική εργασία, αφού δεν εντοπίζονται λάθη επιστημονικά, ούτε εκφράζεται οποιαδήποτε άλλη επιστημονική άποψη, μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, αφού αυτή παρουσιάστηκε στο μέσο αναγνώστη των πιο πάνω δημοσιευμάτων, ως άτομο χαμηλού ηθικού επιπέδου, ψεύτρα, αδίστακτη, δολοπλόκος και υπαίτια παράνομων συναλλαγών Συνεπώς, αφού τα ισχυρισθέντα για την πολιτικώς ενάγουσα εμπεριέχουν τα στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του κατηγορουμένου, κατ' άρθρο 367 παρ 2 ΠΚ, γι αυτό αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί του ότι τα ισχυρισθέντα δεν αποτελούν άδικη πράξη, καθόσον περιέχουν δυσμενείς κρίσεις για επιστημονική εργασία που έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ), πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, να αναγνωριστεί, όμως ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, διότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημμελημάτων) κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ομόφωνα, της ως άνω πράξεως. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα την 27-4-2010 και στις 2-5-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, χρησιμοποιώντας ως μέσο τον τύπο και καταχρώμενος του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για άλλον, εν γνώσει της αναληθείας, ψευδή γεγονότα, που μπορούν να βλάψει την τιμή και υπόληψή του και ειδικότερα: α] στον ανωτέρω τόπο παραχώρησε σε δημοσιογράφο του εβδομαδιαίου-περιοδικού πανελλαδικής κυκλοφορίας "PEOPLE" συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στις 27-4-2010 στο υπ' αριθ.4 τεύχος, στις σελίδες 70 και 71, με τίτλο "Τα αποτελέσματα του DΝΑ τεστ. Ένα πεντάχρονο αγόρι σήμερα, ο γιος της Ο. Τ., αναζητά ακόμη τον πατέρα του. Το τεστ πατρότητας ήταν αποκαλυπτικό. Αλλά ο Π. Α. εξακολουθεί να διαφωνεί", στην οποία διέλαβε για την εγκαλούσα Ο. Τ. τους εξής ψευδείς ισχυρισμούς: "... Μετά την αποκάλυψη στην εκπομπή Ζούγκλα του Μ. Τ. για το χρηματισμό της στενής συνεργάτιδας του Κ. Π., της διευθύντριας του κέντρου αιμοδοσίας Π. Κ.-Σ., ώστε να βγάλει λανθασμένα ή κατά προτίμηση του πελάτη αποτελέσματα στο τεστ πατρότητας ... το πράγμα είναι ξεκάθαρο. Καλώ εδώ και τώρα τον κύριο Π. να ζητήσει και από τις δύο πλευρές να πραγματοποιήσουμε επιτέλους το δεύτερο τεστ DΝΑ. Η πρώτη εξέταση διεξήχθη κάτω από αδιαφανείς συνθήκες. Θέλω αυτή τη φορά να πάρω κι εγώ δείγμα από το περιφερειακό αίμα για να κάνουμε την ταυτοποίηση ... Θα χάσω τα λογικά μου, αν αποδειχθεί τελικά ότι είμαι εγώ ο πατέρας του παιδιού Δεν είμαι εγώ ο πατέρας αυτού του παιδιού, το φωνάζω και το διαλαλώ εδώ και τέσσερα χρόνια. Είμαι παγιδευμένος. Απόλυτα. Και μετά την αποκάλυψη αυτού του σκανδάλου θεωρώ ότι έφτασε η ώρα να δικαιωθώ επιτέλους! ...", β] στον ανωτέρω τόπο παραχώρησε σε δημοσιογράφο κυριακάτικης εφημερίδας πανελλαδικής κυκλοφορίας "VETO PIAZZA", που διατίθεται ως ένθετο μαζί με την εφημερίδα "VETO ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στις 2-5-2010 στο υπ' αριθ. 27 φύλλο, στις σελίδες 9 έως 11, με τίτλο "Ο Π. τα λέει όλα για το στιγμιαίο λάθος και το τεστ DΝΑ" "Συνέντευξη ποταμός" "Επιμένω γιατί ξέρω! Το παιδί δεν είναι δικό μου", στην οποία διέλαβε για την εγκαλούσα Ο. Τ. τους εξής ψευδείς ισχυρισμούς: "... Από τη δεύτερη κιόλας μέρα της ανακοίνωσης του αποτελέσματος DΝΑ από το γενετιστή κ. Κ. Π. ότι με βρίσκει κατά 99,9% πατέρα του παιδιού της κυρίας Τ. διαμαρτύρομαι και λέω ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει κάτι τέτοιο. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι έγινε δεύτερη πραγματογνωμοσύνη από τον τεχνικό σύμβουλο της κυρίας Τ.. Κι όμως δεν έγινε. Επανεξετάστηκε η πρώτη από τους ίδιους συνεργάτες ... έχουν προκύψει νέα στοιχεία βάσει των οποίων είναι περισσότερο από επιτακτική η ανάγκη για επανάληψη του έλεγχου πατρότητας. Να είστε βέβαιοι ότι ο πάταγος των αποκαλύψεων θα καταρρίψει όσα μέχρι σήμερα έχουν ακουστεί ... δεν πήρα δείγμα από το αίμα των τριών εξεταζομένων για να πάω κι εγώ κάπου αλλού να ελέγξω το αποτέλεσμα ... όταν συνευρέθηκα με αυτή την γυναίκα ήταν ήδη τριών εβδομάδων έγκυος ... εγώ ξέρω πολύ καλά ότι συνευρέθηκα μαζί πρώτη Ιουνίου. Άρα το παιδί της έπρεπε να γεννηθεί τέλος Φεβρουαρίου του 2005 ... Το αποτέλεσμα δεν συγκλίνει με τα αδιάσειστα στοιχεία που έχω ... έγινε μία παράνομη συναλλαγή η οποία δεν ξέρω ποια ήταν. Και δεν γνωρίζω αν ήταν συναλλαγή των 1500 ευρώ μόνο ... Κάλεσα επανειλημμένως την κυρία Τ. με εξώδικες προσκλήσεις να μου παραχωρήσει μία δεύτερη εξέταση προκειμένου να λήξει αυτή η ατέρμονη ταλαιπωρία. Η άρνηση της είναι συνεχής, πεισματική και ύποπτη ... Ελπίζω ότι οι δικαστές θα κατανοήσουν το μεγάλο πρόβλημα που προέκυψε, την παγίδευση και τον εγκλωβισμό μου και θα μου επιτρέψουν μία δεύτερη εξέταση κάτω από απόλυτη διαφάνεια ... είμαι σίγουρος ότι το παιδί δεν είναι δικό μου ... (το παιδί το συνάντησα) μόνο στο γενετιστή όταν πάρθηκε το αίμα, όταν ήταν τριών ετών ...", υπό τον τίτλο "Οι άνδρες δεν έχουμε μυαλό στο κεφάλι": "... Με την κυρία Τ. είχα μία επαγγελματική σχέση ... με κάλεσε στο σπίτι της. Εκεί "παίχτηκε" κάτι από πλευράς της και με έριξε στο κρεβάτι της ... Με διαβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε αντισύλληψη και να μην ανησυχώ ... Η κυρία Τ. μέχρι τώρα και τι δεν είπε. Δημιούργησε ιστορίες και μέσα από αυτές με κατηγορεί ... αποφεύγει παρ' όλες τις εκκλήσεις μου να κάνουμε τεστ πατρότητας ... φοβάται ότι θα πάει φυλακή ...". Στους ανωτέρω δε ισχυρισμούς προέβη αν και γνώριζε την αλήθεια, ήτοι ότι είναι ο πατέρας του παιδιού της εγκαλούσας, με την οποία διατηρούσε τετραετή εξωσυζυγική σχέση, γεγονός που εμπράκτως αποδεχόταν μέχρι την προσφυγή της εγκαλούσας στη Δικαιοσύνη και που τελεσίδικα είχε κριθεί με την υπ' αριθ. 431/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι η διαδικασία ελέγχου πατρότητας ήταν απόλυτα σύννομη κι ενδεδειγμένη και ουδόλως σχετίζεται με το σκάνδαλο χρηματισμού στο Νοσοκομείο "Γ. Γεννηματάς" ο ίδιος δε μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων δεν είχε επιφυλαχθεί ως προς τις συνθήκες διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, ούτε ζήτησε δείγματα περιφερικού αίματος μετά την αιμοληψία στις 17-12-2007, όταν δε το έπραξε αυτό, στις 14-1-2008, ο πραγματογνώμονας του χορήγησε δείγματα DΝΑ που είχαν απομονωθεί από αντίστοιχα δείγματα περιφερικού αίματος των τριών εξετασθέντων ατόμων, τέλος δε ότι ουδεμία παράνομη συναλλαγή είχε λάβει χώρα μεταξύ της εγκαλούσας και του πραγματογνώμονα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε τα ψευδή αυτά γεγονότα, που μπορούν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη της εγκαλούσας, αφού την παρουσιάζουν ως δολοπλόκο, ψεύτρα κι ανήθικη, εν γνώσει της αναληθείας τους, αυτοί δε οι ισχυρισμοί του περιήλθαν σε γνώση τρίτων και δη των δημοσιογράφων των εντύπων, του αναγνωστικού κοινού και των οικείων της εγκαλούσας". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά από τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362-363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλ. με αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο α) εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η αναλήθεια του δυσφημιστικού γεγονότος και η γνώση αυτής από τον αναιρεσείοντα καθώς και το πώς γνώριζε την αναλήθεια του γεγονότος και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση συσχετισμός και συγκεκριμένα στάθμευση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και δη ειδικά στην προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα και αναγνωσθείσα στο δικαστήριο ιατρική γνωμοδότηση του γενετιστή ιατρού Γ. Φ.. β) Με πειστικές σκέψεις αιτιολόγησε πλήρως το δόλο του αναιρεσείοντος, δηλ. την ηθελημένη ενέργειά του διάδοσης ενώπιον τρίτων του ψευδούς γεγονότος με την έννοια της βεβαιότητος, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. γ) Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αιτιολογείται ειδικά η έννοια της "προπληρωμής" του πραγματογνώμονα είναι αβάσιμη καθόσον δεν απαιτείται να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται η έννοια αυτή, διότι τούτο δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό αλλά στοιχείο της κατηγορίας. δ) Λήφθηκαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως ρητά αναφέρεται στα πρακτικά, τόσο η ιατρική γνωμοδότηση του Γ. Φ., όσο και οι έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα δικόγραφα της εφέσεως, αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως αυτού και δεν ήταν αναγκαίο να γίνει συγκριτική στάθμευση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. και ε) Με πληρότητα και σαφήνεια το Δικαστήριο έκρινε, ότι στοιχειοθετείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αφού δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ο αναιρεσείων είναι αναληθή και ότι αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και ότι αυτά μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή της εγκαλούσας, αφού την παρουσιάζουν "ως δολοπλόκο " "ψεύτρα" και "ανήθικη". Επίσης με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων, ενώπιον τρίτων, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δυσμενείς κρίσεις για επιστημονική εργασία που έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού δεν εντοπίζονται λάθη επιστημονικά, ούτε εκφράζεται οποιαδήποτε άλλη επιστημονική άποψη και ο τρόπος αυτός ενεργείας του δεν ήταν αναγκαίος για να εκφράσει προσηκόντως το πραγματικό περιεχόμενο της σκέψεώς του για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και μολονότι το γνώριζε προέβη στην εκδήλωση αυτή με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας. Επομένως ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' και στοιχ.Ε' λόγος αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, ως προς την κρίση της περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ είναι απορριπτέοι και αβάσιμοι. Τέλος ο λόγος 510§1 στοιχ.Δ', κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της ουσίας του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170§2 και 333§2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αξιοποίνου, του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού, ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας το Δικαστήριο, δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας διά του συνηγόρου του εγγράφως, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών τον αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 367§1 ΠΚ για άρση του αδίκου της πράξεως, διότι τα ισχυρισθέντα από αυτόν στο φύλλο της κυριακάτικης εφημερίδας πανελλαδικής κυκλοφορίας "VETO PΙAZZA" για τη μηνύτρια δεν αποτελούν άδικη πράξη αλλά περιέχουν δυσμενείς κρίσεις για επιστημονική εργασία που έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό μετά την παράθεση των πραγματικών περιστατικών επί της κατηγορίας με την αιτιολογία "Τα ισχυρισθέντα τα οποία δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δυσμενείς κρίσεις για επιστημονική εργασία, αφού δεν εντοπίζονται λάθη επιστημονικά, ούτε εκφράζεται οποιαδήποτε άλλη επιστημονική άποψη μπορούσαν να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, αφού αυτή παρουσιάστηκε στο μέσο αναγνώστη των πιο πάνω δημοσιευμάτων, ως άτομο χαμηλού ηθικού επιπέδου, ψεύτρα, αδίστακτη, δολοπλόκος και υπαίτια παράνομων πράξεων και υπαίτια παράνομων συναλλαγών. Συνεπώς, αφού τα ισχυρισθέντα για την πολιτικώς ενάγουσα εμπεριέχουν τα στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 367§2 ΠΚ ...". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως είναι πλήρης, διότι αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια, ότι όσα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων για την πολιτικώς ενάγουσα στην ανωτέρω εφημερίδα είναι συκοφαντικά ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτής και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 367§1 του ΠΚ σύμφωνα με την § 2 του αυτού άρθρου, η οποία ορίζει ότι δεν έχει εφαρμογή επί συκοφαντικής δυσφημήσεως η §1 του άρθρου 367 ΠΚ. Επομένως ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ.Η' "αναφέρει ότι υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη νόμου στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων". Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στο σκεπτικό αυτής αναφέρεται το εξής: "Κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της παραπάνω αποφάσεως εκδόθηκε η 431/21-1-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της ανωτέρω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την 273/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου αμετάκλητα ήδη έχει κριθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι ο φυσικός πατέρας του ανωτέρω τέκνου. Ήδη ο κατηγορούμενος με την από 14-10-2011 αίτησή του ζητεί την αναψηλάφηση της 431/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την παραδοχή αυτή το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλυσε κανένα προκαταρκτικό ζήτημα, ανεξάρτητα από το ότι η με αριθμό 273/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση κατά της με αριθμό 431/2010 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, έστω και αν λόγω της ασκηθείσης αιτήσεως αναψηλαφήσεως δεν ενεργοποιούνται τα διαπλαστικά της αποτελέσματα λόγω της φύσεως της υποθέσεως. Επομένως ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Η' πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583§1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-11-2012 αίτηση και τον από 19-2-2013 πρόσθετο λόγο του Π. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6546/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης ως πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ