Αριθμός 689/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Η. Ε. Φ. Κ. Α." (e-Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ι. Κ. Α. - Ε. Τ. Α. Μ. (Ι..Κ..Α.. - Ε..Τ..Α..Μ..)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Κ. Δ. Α. - M. H. Α. Ε." και ήδη "Α. Α. Δ. Α. Κ. Ι. Δ. Ε. M. H. Α. Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μήτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9076/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1714/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Με την κρινόμενη από 17-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1714/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 18.4.2012 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." με κοινοποίηση προς το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α,Μ.", εξέθετε ότι, στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητάς της, κατήρτισε με το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", την υπ' αρ. Φ.Υ.191/2009 διοικητική σύμβαση, της οποίας το ποσό κατακύρωσης είχε εξαντληθεί, συνέχισε όμως η ίδια η ενάγουσα εταιρεία να προμηθεύει το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." με υλικά στις ίδιες τιμές με τις συμβατικές, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης του τελευταίου περί προμήθειας υλικών από το ελεύθερο εμπόριο. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 έως τον Ιανουάριο του έτους 2012, με διαδοχικές άτυπες, κοινές συμβάσεις πώλησης, μη διοικητικές, πώλησε και παρέδωσε στην τοπική μονάδα υγείας Ι.Κ.Α. ..., τα αναφερόμενα στα τιμολόγια που εξέδωσε, εμπορεύματα, με την ειδικότερη συμφωνία εξόφλησης των τιμολογίων εντός προθεσμίας 60 ημερών από την επομένη της έκδοσής τους. Ότι το τίμημα εκάστου τιμολογίου υπολειπόταν του ποσού των 2.500 ευρώ, ενώ το τίμημα των εν λόγω πωλήσεων ανήλθε συνολικά στο ποσό των 32.471,416, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23%, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και την ανεπιφύλακτη παραλαβή των πωληθέντων προϊόντων από την ανωτέρω τοπική μονάδα υγείας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., να της καταβάλει το ανωτέρω συνολικό ποσό των 32.471,416, νομιμοτόκως από την επομένη της παρέλευσης της 60ης ημέρας από την ημερομηνία έκδοσης ενός εκάστου των τιμολογίων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.2 εδ. δ' του π.δ. 166/2003, άλλως επικουρικώς από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επικουρικά, ζήτησε, σε περίπτωση απόρριψης της ενδοσυμβατικής ευθύνης του εναγόμενου, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, εξαιτίας της μη τήρησης έγγραφου τύπου, να της καταβληθεί το ανωτέρω ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι το εναγόμενο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο, με ισόποση ζημία της ίδιας της ενάγουσας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9076/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, εκτός του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δέχτηκε ως εναγομένους και τους ΕΦΚΑ και ..., άπαντες ως καθολικούς διαδόχους του ΙΚΑ ΕΤΑΜ και αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά του 1ου εναγομένου - μη διαδίκου εν προκειμένω (Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.),και της 3ης εναγομένης 2ης ΥΠΕ, δέχθηκε αυτή (αγωγή) κατά του 2ου εναγομένου ΕΦΚΑ ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", κατά την κυρία (από τη σύμβαση) βάση της και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το 2ο εναγόμενο (ΕΦΚΑ) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.656,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη παρέλευσης των εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου. Κατά της απόφασης αυτής το 2ο εναγόμενο (ήδη ΝΠΔΔ e-Ε.)-αναιρεσείον άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1714/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης και έκανε δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως προς το ποσό των 28.270,15 ευρώ που αφορά πωλήσεις που έλαβαν χώρα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους και επιδίκασε το ποσό αυτό στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με επιτόκιο 6% ετησίως και το υπόλοιπο ποσό των 4.201,46 ευρώ, ως προς την κυρία της βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη παρέλευσης των εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου, σύμφωνα με το αρθ.4 του ΠΔ/τος 166/2003. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 2. Με το Ν.3918/2-3-2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", προκειμένου (όπως αναφέρεται στην Εισηγητική του Έκθεση) να εξασφαλισθεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν και τα ακόλουθα: Στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν.3984/2011, ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (...), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν.3655/2008 , ως προς τις παροχές σε είδος. 3... 4. ... 5. ...". Στο άρθρο 18 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ... ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων... 3. ... 4. ...". Στο άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β...". Περαιτέρω, στο άρθρο 29 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2 ... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ.1 Ββ' του ν.3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (Β' 3010/29.12.2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1.1.2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.3 του π.δ. 266/1989, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του Ν.3918/2011 συστήθηκε ως ΝΠΔΔ ο ΕΟΠΥΥ, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι ο ΕΟΠΥΥ, κατά το άρθρο 29 παρ.1 και 9 και 33 παρ.9 του ιδίου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των ΦΚΑ, που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης (ΑΠ 465/2019, ΣτΕ.759/2020). Επομένως μετά τον Ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, συνεχίζει τις σχετικές δίκες ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΕΟΠΥΥ (ΑΠ1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ.759/2020). Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν με τον Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.2.2014), και ορίζει στην παρ. 2 του άρθρου 1, με τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: "Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας" και στο άρθρο 2 ότι: "1. Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε. αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.. 2. ... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε. ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.ΠΥ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4. ...", γιατί, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 21 παρ. 4,5,6,8 και 9 του νόμου αυτού, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ με τον Ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο ΕΟΠΥΥ και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες Δ.Υ.Πε. (Α.Π.1990/2022, Α.Π.465/2019, ΣΤΕ.759/2020). Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ.1 του Ν.4387/12-5-2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την ..., το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ. του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την ένταξη των νοσοκομείων του στο ΕΣΥ με το άρθρο 32 του ανωτέρω Ν.3918/2011, των οποίων ΦΚΑ ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος, ως σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. δε ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους ...γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α. ενώ με το άρθρο 51 Α'παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4670/2020, που άρχισε να ισχύει από 1/3/2020, ο ΕΦΚΑ μετονομάσθηκε από την 1.3.2020 σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-Ε.Φ.Κ.Α.". Στη συνέχεια ο Ν.4430/31-10-2016, στην παρ.1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όρισε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), "φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ." [όπως το εντός εισαγωγικών τμήμα προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.4 περ. α' του ν. 4447/2016...] β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 όριζε ότι: "4. Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α. των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ.10 του Ν.3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30.6.2017". Η διάταξη αυτή της παρ.4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ.1α του Ν.4486/7-8-2017 ως ακολούθως: "4. Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α.. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ..., πρώην ... και πρώην ... και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Επακολούθησε, ο Ν. 4578/3-12-2018, ο οποίος στο άρθρο 12 αυτού, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περιπτ. α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του ν. 4611/17-5-2019 όρισε ότι: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2019. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην ... και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν.4430/2016.... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1.1.2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Επίσης, με το άρθρο 13 του ως άνω Ν.4578/2018, με τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίστηκε ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, την παρ.17 του άρθρου 13 του Ν.4052/2012... και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ` του άρθρου μόνου του Ν. 4093/2012 ..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30.6.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ.1 α' του Ν.4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως είναι και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως προαναφέρθηκε, (πλην εκείνων του πρώην ..., πρώην ... και πρώην ...), "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.)" και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο ΕΟΠΥΥ, αλλά ο ΕΦΚΑ και ήδη ο ε-ΕΦΚΑ (Α.Π.1990/2022, Α.Π.343/2018, ΣτΕ. 759/2020). Από την γενικότητα της διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό, που επιδιώκει, συνάγεται ότι στις ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις του ΕΟΠΠΥ, που μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.), συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που είχε συνάψει με προμηθευτές του το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μέχρι και τις 31/12/2011. Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από 1.1.2006 και εντεύθεν, όρισε με το άρθρο 12 του Ν.4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι 31.12.2019 (πλην εκείνων του πρώην ..., πρώην ... και πρώην ...), ήδη δε, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31/12/2022, δυνάμει της Υ.Α.60855/2022 (ΦΕΚ Β'3354/2022), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 ν.4825/2021. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται σε βάρος του. Η διάταξη, όμως, αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.4 του ιδίου άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017 μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του Ν. 4578/2018 εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην ..., πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ.4 Ν.4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 Ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 222/2022, ΑΠ 624/2022, ΣτΕ 759/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). 3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατ' αρχάς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Το εκκαλούν με τους πρώτο, τρίτο α' υποπερίπτωση και τέταρτο λόγους της έφεσής του, με όμοιο μεταξύ τους περιεχόμενο, ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε την αγωγή, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής του, καθόσον η αγωγή αφορά αποκλειστικά και μόνο τον πρώην κλάδο υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ήδη ενταγμένο στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 1-1-2012, ο οποίος αποτελεί καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και τυγχάνει ο μοναδικός φορέας που νομιμοποιείται παθητικά για την άσκηση της αγωγής. Ο λόγος αυτός όμως, κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι.... κατά το άρ. 52 παρ.4 Ν.4430/2016, μετά την 30η.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4578/2018, οι οποίες καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δίκες, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν σε εκκρεμείς δίκες, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην ..., πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες δε μεταφέρθηκαν προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν, κατά τα ανωτέρω, και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του...Επομένως, το εκκαλούν αποτελεί το μοναδικό πλέον οιονεί καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνακόλουθα το μοναδικό παθητικά νομιμοποιούμενο διάδικο στην παρούσα δίκη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς το εναγόμενο ΝΠΔΔ "Ε.Ο.Π.Υ.Υ", απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια δε, το Εφετείο, ερευνώντας την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ....Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας, η ενάγουσα(αναιρεσίβλητη) έλαβε μέρος στην προκηρυχθείσα από το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.", του οποίου το εκκαλούν (αναιρεσείον) αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα- διαδικασία διαπραγμάτευσης για την προμήθεια αντιδραστήρων και αναλωσίμων υλικών για βιοχημικούς αναλυτές "...", για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι από 10.3.2010 έως 9.3.2011 ... αντί συνολικού ποσού κατακύρωσης 1.947.808,176, πλέον του αναλογούντος ποσού Φ.Π.Α. Εντούτοις, περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2011, εξαντλήθηκε το ποσό της κατακύρωσης, πλην όμως για την κάλυψη των αναγκών της Νοσοκομειακής Μονάδας Υγείας (Ν.Μ.Υ.) του Ι.Κ.Α. ..., η οποία υπάγεται στη 2η Διοίκηση Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.ΠΕ.) Πειραιώς και Αιγαίου...., η ενάγουσα συνέχισε την προμήθεια υλικών. Για τον λόγο, δε, αυτό, το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., κατόπιν διαδοχικών έγγραφων παραγγελιών δια των υπαλλήλων του, προμηθευόταν τα αναγκαία κατά περίπτωση υλικά, στις ίδιες με τις συμβατικές τιμές, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης περί προμήθειας από το ελεύθερο εμπόριο. Ειδικότερα, μεταξύ της ενάγουσας και του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. καταρτίσθηκαν διαδοχικές, κοινές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 έως τον Ιανουάριο του έτους 2012, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο, διάφορα ιατρικά είδη της εμπορίας της, τα οποία ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες της λειτουργίας της Ν.Μ.Υ. του Ι.Κ.Α. ..., εκδίδοντας για καθεμία πώληση τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, τα οποία υπέγραφαν κατά περίπτωση οι εξουσιοδοτημένοι προς τούτου υπάλληλοι του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως άπαντα τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από το εκκαλούν. Πλέον συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέδωσε τα κατωτέρω είκοσι έξι τιμολόγια πώλησης -δελτία αποστολής, δυνάμει των οποίων πωλήθηκαν και απεστάλησαν στη Ν.Μ.Υ. Ι.Κ.Α. ..., τα κατωτέρω αναφερόμενα εμπορεύματα, ήτοι εξέδωσε: 1) το υπ' αριθμ...., για τρεις ποσότητες υλικών (...), αντί συνολικού τιμήματος 986,346, 2).... 24) το υπ' αριθμ.59.775/30.12.2011,για δεκατρείς ποσότητες υλικών(...,ΑΜΕΣΗ ...,C2, C4 ...), αντί συνολικού τιμήματος 1.976,446, 25) το ..., για εννέα ποσότητες υλικών και αναλυτών (γ-GT 6X150 ...), αντί συνολικού τιμήματος 2.465,94€, και 26) το υπ'αριθμ.59.821/5.1.2012, για τρεις ποσότητες υλικών (...), αντί συνολικού τιμήματος 1.735,526. Η ενάγουσα, λοιπόν, πώλησε και παρέδωσε στη Ν.Μ.Υ. Ι.Κ.Α. ... προϊόντα, συνολικής αξίας 32.471,416 (συμπεριλαμβανομένου ποσού Φ.Π.Α. ποσοστού 23%). Εντούτοις, τόσο αρχικά το Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., όσο και το εκκαλούν, ως οιονεί καθολικός διάδοχός του, δεν προέβησαν στην έγκαιρη εξόφληση των ανωτέρω τιμολογίων, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλεται το ανωτέρω συνολικό ποσό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλες οι ένδικες συμβάσεις πώλησης συνήφθησαν, χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός οποιασδήποτε μορφής, αλλά με απευθείας ανάθεση των εκπροσώπων του αρχικού οφειλέτη Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., στα πλαίσια μιας διαρκούς συνεργασίας του με την εφεσίβλητη. Η από τις ένδικες, διαδοχικές, όμοιες συμβάσεις πώλησης, ετήσια δαπάνη για το έτος 2011 υπερβαίνει όμως, συνολικά το ποσό των 20.000 ευρώ, μέχρι του οποίου επιτρέπεται η σύναψή τους με απευθείας ανάθεση, σύμφωνα με τα άρ. 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 του Ν. 2.362/1995, με συνέπεια την ακυρότητά τους, λόγω παράβασης των διατάξεων του Ν.2.286/1995 και του Π.Δ.118/2007. Και αυτό, διότι ως κριτήριο για το επιτρεπτό ή μη της σύναψής τους με απευθείας ανάθεση, λαμβάνεται υπόψη η συνολική ετήσια για το Ν.Π.Δ.Δ. δαπάνη των επιμέρους μικρής διάρκειας συμβάσεων πώλησης και όχι εκάστη τούτων, αφού, στην αντίθετη περίπτωση θα γινόταν καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 2.362/1995, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη. Επομένως, εφόσον δε διενεργήθηκε πρόχειρος μειοδοτικός διαγωνισμός, σύμφωνα με το άρ. 2 παρ.2 του Π.Δ.118/2007, λόγω της συνολικής για το Ν.Π.Δ.Δ. δαπάνης, ύψους 21.768,01 € {32.471,41 -[2.465,94 +1.735,32 (που αφορούν δαπάνες του έτους 2012]=28.270,15-23% [Φ.Π.Α. που δε συμπεριλαμβάνεται κατά τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη]} είναι αυτοδικαίως άκυρες οι συμβάσεις πώλησης για το έτος 2011, κατά το άρθρο 85 εδ. α' του Ν.2.362/1995, και συνεπώς κρίνεται απορριπτέα η κύρια βάση της κρινόμενης αγωγής, κατά το μέρος της που στηρίζεται στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων για το έτος 2011, οι οποίες στο σύνολό τους υπερέβαιναν ετησίως το ποσό των 20.000 ευρώ, διότι γι' αυτές δεν αρκούσε η σύναψη με απευθείας ανάθεση, αλλά έπρεπε να προηγηθεί πρόχειρος διαγωνισμός, διενεργούμενος από τριμελή επιτροπή, γενόμενου δεκτού ως ουσία βάσιμου του δεύτερου λόγου έφεσης. Υποχρεούται, όμως, το εκκαλούν-εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, κατ' άρθρο 904 Α.Κ., γενομένης δεκτής της επικουρικής βάσης της αγωγής, την ωφέλεια από την εξοικονόμηση της ως άνω δαπάνης, ήτοι το ποσό των 28.270,15€ [32.471,416-(2.465,946+1.735,526)], νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής με επιτόκιο 6% ετησίως, σύμφωνα με το άρθρ.7§2 του ν.δ.496/1974, καθόσον το π.δ. 166/2003 εφαρμόζεται, μόνο όταν υπάρχει έγκυρη σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως, και όχι όταν η αξίωση του δανειστή του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό...Ακολούθως, απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση που πρότεινε πρωτοδίκως το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, η οποία στηρίζεται στο άρ. 909 Α.Κ., και συνιστά τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ότι ο φερόμενος πλουτισμός του δε σώζεται, καθώς ο πρώην Κλάδος Υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. έχει αποσχισθεί από το τελευταίο και έχει ενταχθεί είτε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. είτε στην αρμόδια Δ.Υ.ΠΕ. είτε στους φορείς υποδοχής του Ε.Σ.Υ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το εκκαλούν αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχο του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α. Δηλαδή, εσφαλμένα διαλαμβάνει το εκκαλούν ότι με την οιονεί καθολική διαδοχή επήλθε εξαφάνιση της περιουσίας του αρχικού οφειλέτη Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνεπώς απόσβεση της ευθύνης του.... Επομένως, η καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης βαρύνει αποκλειστικά το εκκαλούν, διότι το ίδιο όφειλε, ως καθολικός διάδοχος του αρχικού αγοραστή, να εξοφλήσει το ποσό εκάστου εκδοθέντος τιμολογίου. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά την κυρία από τις συμβάσεις πώλησης βάση της, για το έτος 2011, δεχόμενο ότι λόγω του μικρού ύψους εκάστης, μερικότερης σύμβασης, ήτοι μικρότερου των 20.000€, δεν απαιτείται για την εγκυρότητά τους η διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, κατ' άρ. 2 του π.δ. 118/2007, και μετά ταύτα έκρινε ότι η εφεσίβλητη δικαιούται τόκους, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.2 εδ. δ' του π.δ. 166/2003, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως υποστηρίζει και το εκκαλούν-εναγόμενο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, στο σύνολό της, για το ενιαίο του τίτλου της εκτέλεσης, έστω και αν γίνεται δεκτός λόγος έφεσης που πλήττει την πρωτόδικη απόφαση μόνο μερικώς, για το ποσό των 28.270,15€... Ακολούθως, συνεξαφανίζεται και η διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ως παρεπόμενο κεφάλαιο της κύριας δίκης, που συνέχεται αναγκαίως με αυτή, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για ουσιαστική εκδίκαση..., πρέπει να δικαστεί κατ' ουσία η ένδικη αγωγή να γίνει αυτή ως νόμιμη κατά την επικουρική της βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για το ποσό των 28.270,156 και ως νόμιμη κατά την κύρια βάση της για ποσό των 4.201,466, ....και να υποχρεωθεί το εκκαλούν-εναγόμενο να καταβάλει στην εφεσίβλητη- ενάγουσα: α) το συνολικό ποσό των 28.270,156, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με επιτόκιο 6% ετησίως και β) το συνολικό ποσό των 4.201,466 (2.465,946+ 1.735,526) νομιμοτόκως από την επομένη της παρέλευσης εξήντα (60) ημερών από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, με επιτόκιο εκείνο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με το άρ. 4 του Π.Δ.166/2003....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή και αποδειχθέντα, στη συνέχεια, πραγματικά περιστατικά ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη, ως προς το κονδύλιο των 28.270,156 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 παρ. ια' Ν. 4486/2017, η οποία ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το έτος 2011 ποσού των 28.270,156 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τις αναφερόμενες στην απόφαση 24 άκυρες συμβάσεις πώλησης ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην τοπική Μονάδα Υγείας ... αυτού, οι οποίες συνάφθηκαν και εκτελέστηκαν μέχρι τις 30/12/2011 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30/6/2017, τόσο από το ΙΚΑ, όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του - αρχικά εναγόμενο ΕΟΠΥΥ, και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη, αφορώσα στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ (και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το Ν. 4238/2014 αφού δεν μεταφέρθηκαν στις Δ.Υ.Πε.) συνεχίστηκε νομίμως πλέον από τον ΕΦΚΑ (και ήδη τον e-Ε.), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης, και ο οποίος πλέον μόνος νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτή του ΕΦΚΑ δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, γιατί το άρθρο αυτό δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του Ν. 4486/2017, "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ", αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ..., ..., πρώην ...), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30/6/2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Επομένως οι πρώτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, στους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 (και όχι και από τους αρ. 9, 14 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και ο συναφής δεύτερος, επίσης από τον 1 (και όχι και από τους αριθ.14 και 19), λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Αντίθετα όμως το Εφετείο, καθό μέρος έκρινε ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά και ως προς το κονδύλιο των 4.201,46 ευρώ, που αφορά πωλήσεις που έλαβαν χώρα από τον Ιανουάριο του 2012, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης αυτού και ακολούθως δεχόμενο την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής και ως προς το ως άνω κονδύλιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ.4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 παρ.1α' Ν. 4486/2017, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση ποσού 4.201,46 ευρώ, από τα αναφερόμενα στην απόφαση 2 τιμολόγια -δελτία αποστολής ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού στην τοπική Μονάδα Υγείας ... αυτού, δυνάμει συμβάσεων που συνάφθηκαν και εκτελέστηκαν στις 5/1/2012, όταν δηλαδή το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ είχε παύσει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο και είχε συσταθεί ο ΕΟΠΥΥ και επομένως δεν επρόκειτο για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αλλά κατά του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες (απαιτήσεις) εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Επομένως, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο των 4.201,46 ευρώ,, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού του, την από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια (και όχι και από τους αριθ.14 και 19), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 52 του ν.4430/2016 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 97 παρ.1α' του ν.4486/2017, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε σε βάρος του, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν.4578/2018, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, από την οποία προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά αποκλειστικά και μόνο ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και όχι το ίδιο, είναι βάσιμος. 4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 845/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 (και όχι από τους αρ. 1, 9, 14 και 19 που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "επιλήφθηκε" του έκτου λόγου έφεσής του, στον οποίο είχε προβάλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρύξει την εναντίον του απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 11.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά παραδοχή άλλων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος και συνεπώς, μετά την εξαφάνιση αυτή παρείλκε η εξέταση του ανωτέρω έκτου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν είχε πλέον αντικείμενο. 5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, και Α.Υ.Ο. 35130/739/9-8-2010 (ΦΕΚ Β` 1291/11-8-2010), που ίσχυαν κατά το χρόνο γενέσεως της ένδικης αξίωσης, προκύπτει ότι για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ` εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη συμβάσεως προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων για ετήσια δαπάνη, ήδη από 11-8-2010, μέχρι το ποσό των 20.000 ευρώ (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ), με συνοπτική διαδικασία - πρόχειρο διαγωνισμό μέχρι του ποσού των 45.000,00 και ήδη 60.000,00 ευρώ και με διενέργεια τακτικού διαγωνισμού άνω του ποσού των 45.000,00 (ήδη 60.000,00) ευρώ. Επί των ως άνω συμβάσεων, εφ' όσον καθεμία έχει μικρή διάρκεια (κάτω του έτους), για να επιτρέπεται η σύναψή τους από Δημόσιο με απευθείας ανάθεση, πρέπει η από τις συμβάσεις αυτές προκαλούμενη για το Δημόσιο ετήσια δαπάνη να ανέρχεται μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ (Α.Π.197/2022). Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, η σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πιστώσεως προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό. Συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος ως άνω Ν. 2362/1995 είναι άκυρες κατ` άρθρο 85 του ίδιου Νόμου και δεν παράγουν έννομες συνέπειες (Α.Π.738/2022, Α.Π.261/2020, Α.Π.1260/2018, A.Π.327/ 2018). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.Δ της 26.6/10.7.1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισ.Ν.ΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Επίσης και η διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού ΝΠΔΔ" (που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 15/2020) και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (Ολ.ΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Εξ άλλου, με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1-3 π.δ/τος 166/2003). Έτσι κατά το άρθρ. 4§2 του ως άνω π.δ/τος, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ. 14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των 30 ημερών αυξάνεται σε 60 ημέρες (Α.Π.1308/2021). Η εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.166/2003 ως προϋπόθεση έχει, μεταξύ άλλων, την εγκυρότητα της σύμβασης (Α.Π.1212/2020). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κ. Α. της Ευρωπαϊκής ... (...), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κ. Α. της Ευρωπαϊκής ... (...), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ.1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2). Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν.4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κ. Α. της Ευρωπαϊκής ... (...), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (Α.Π.1303/2022). Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν.4607/2019 (Α.Π.1303/2022). Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 Θ'του Ν. 4387/2016, που ορίζει ότι ο Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 306/2017). Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (Ολ.Α.Π.30/1998, Α.Π. 1628/2017). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, που έχει ισχύ και για τον ΕΦΚΑ και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει τόκο, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (27-10-2020), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (30-3-2021) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24.4.2019 ένδικη αξίωση της ιδιώτη - ενάγουσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με το κονδύλιο των 28.270,15 ευρώ, παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα και για τον ΕΦΚΑ, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1/5/2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και συνεπώς και από τον ΕΦΚΑ τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρ. 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα. 7.Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω κριθέντων ως βάσιμων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος eΕΦΚΑ για το κονδύλιο των 4.201,466 ευρώ και ως προς το κεφάλαιο των τόκων για το κονδύλιο των 28.270,15 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή ( ΚΠολΔ 580 παρ.3), χωρίς να ερευνηθεί ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την περί δικαστικών εξόδων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, λόγω του ότι συναναιρείται και η διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ως παρεπόμενο κεφάλαιο της κύριας δίκης, που συνέχεται αναγκαίως με αυτή. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β` του ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον κατά το άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016, όπως ισχύει (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 259/2020), σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 1714/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής. - Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. -Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ