Αριθμός 2237/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 71712/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1α του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή ειδικής και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτούς προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του, όπως ισχύει, Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και εργαζόμενους σ' αυτόν καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά διαπιστώθηκαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα της παραβάσεως του ΑΝ 86/1967, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι διατηρούσε επιχείρηση πλωτών μέσων στο ..... Στην εν λόγω επιχείρηση απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από 1-4-02 μέχρι 31-7-02 προσωπικό που ήταν ασφαλισμένο στο Ι.Κ.Α. Για τους ασφαλισμένους όφειλε να καταβάλει κάθε μήνα τις ασφαλιστικές εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εντός του οποίου κατέστησαν απαιτητές. Οι εν λόγω εισφορές ανέρχονται στο ποσό των 520.531,34 Ευρώ οι εργοδοτικές και στο ποσό των 260.265,66 Ευρώ οι εργατικές για το παραπάνω χρονικό διάστημα και δεν καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο εμπροθέσμως αλλά ούτε και αργότερα. Ο ισχυρισμός, του κατηγορουμένου για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικού πρέπει να απορριφθεί κυρίως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρθηκαν πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικού. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διευκρινίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, το είδος και η μορφή της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "...." κατά το χρόνο τελέσεως των προαναφερομένων παραβάσεων και δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία συνάγεται η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρακρατήσει τις επίδικες εισφορές και να τις αποδώσει μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές στο ΙΚΑ (αν ήταν εργοδότης ο ίδιος ατομικώς ή νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου, στο οποίο ανήκει η επιχείρηση) γιατί δεν αρκεί ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου, ως "εργοδότη της επιχείρησης ή της εταιρείας όπου απασχολούνται οι μισθωτοί, αφού η ιδιότητα του εργοδότη" δεν ταυτίζεται με την ιδιότητα του οφειλέτη ή του υποχρέου προς καταβολή των εισφορών. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχήν, ως βάσιμου, του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 71712/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ