Αριθμός 119/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΜΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Αλεξόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …. που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Α. Ξ., κατοίκου …ατομικώς και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, οι οποίο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-11-2005 και 15-9-2006 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40774/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 841/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2011 αίτησή της και τους από 27-6-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 "περί δημοσίων έργων και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων όπως η παρ. 6 συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2229/1994, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η υποκατάσταση τρίτου στην κατασκευή μέρους ή όλου του δημοσίου έργου απαγορεύεται χωρίς την έγκριση του φορέα της κατασκευής του έργου. Αν διαπιστωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι έχει γίνει άμεση ή έμμεση υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση, ο κύριος του έργου-φορέας κατασκευής κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων. Σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης ο ανάδοχος ευθύνεται μαζί με τον υποκατάστατο εις ολόκληρον προς τον κύριο του έργου, το προσωπικό του έργου και οποιονδήποτε τρίτο. Κατ' εξαίρεση μπορεί να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή του αναδόχου από την ευθύνη του προς τον κύριο του έργου, αν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του έργου και ο ανάδοχος βρίσκεται σε προφανή αδυναμία να περατώσει το έργο. Με προεδρικό διάταγμα καθορίζονται τα προσόντα του υποκατάστατου, οι συνέπειες για τον ανάδοχο, η διαδικασία έγκρισης της υποκατάστασης, τα θέματα που σχετίζονται με την υποκατάσταση μέλους αναδόχου κοινοπραξίας και κάθε σχετική λεπτομέρεια". Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκε το Π.Δ. 609/1985, στο άρθρο 51 του οποίου ορίζεται: "1.Η υποκατάσταση άλλης εργοληπτικής επιχείρησης στην κατασκευή του έργου σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του Ν. 1418/1984 προτείνεται από την Διευθύνουσα Υπηρεσία και εγκρίνεται από την Προϊσταμένη Αρχή. Για να εγκριθεί η υποκατάσταση, πρέπει η εργοληπτική επιχείρηση, που θα υποκαταστήσει τον ανάδοχο, να έχει τα ίδια προσόντα που απαιτήθηκαν για την ανάληψη του έργου από τον ανάδοχο και να παρέχει τα απαραίτητα εχέγγυα για την κατασκευή του έργου κατά την κρίση της Προϊσταμένης Αρχής, που λαμβάνει υπόψη της και τα σχετικά στοιχεία του Μ.Ε.Ε.Π. 2. Για να εγκριθεί η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη του αρχικού αναδόχου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ.6 του άρθρου 5 Ν. 1418/1984, στην αίτηση του αναδόχου προσδιορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο ζητείται η υποκατάσταση με απαλλαγή από την ευθύνη και η πιστοποίηση, μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται απ' ευθείας στο νέο ανάδοχο.... Με την απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή καθορίζεται το τμήμα της εργολαβίας για το οποίο καθορίζεται η υποκατάσταση, αν η υποκατάσταση δεν γίνεται για το σύνολο του έργου, η πιστοποίηση μετά την οποία όλες οι πληρωμές θα διενεργούνται στο νέο ανάδοχο, οι εγγυήσεις του νέου αναδόχου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Στις περιπτώσεις της παραγράφου αυτής ο υποκατάστατος του αναδόχου επέχει στο εξής θέση αναδόχου και αναλαμβάνει όλες τις ευθύνες για το σύνολο του έργου ή για τα τμήματα του έργου που προσδιορίζονται στην απόφαση έγκρισης της υποκατάστασης με απαλλαγή του αρχικού αναδόχου. Επίσης, αναλαμβάνει και τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου προς το προσωπικό που εργάστηκε στο έργο τους τελευταίους τρεις μήνες. Οι εγγυήσεις επ' ονόματι του αρχικού αναδόχου ή το μέρος τους που ορίζεται με την εγκριτική απόφαση, αποδίδονται αφού προηγουμένως κατατεθούν νέες ισόποσες εγγυήσεις από το νέο ανάδοχο. Μόνο με την κατάθεση αυτή επέρχεται η απαλλαγή του αρχικού αναδόχου από την ευθύνη του. 3. Σε περίπτωση αναδόχου κοινοπραξίας, που την υποκατάσταση ζητεί μέλος της, απαιτείται η συναίνεση όλων των μελών της κοινοπραξίας και κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι προηγούμενες παράγραφοι". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι προβλέπεται υποκατάσταση του αναδόχου από άλλη εργοληπτική επιχείρηση στην εκτέλεση δημοσίου έργου, μόνο ύστερα από την τήρηση των προαναφερόμενων προϋποθέσεων και εφόσον εγκριθεί η υποκατάσταση από τον φορέα κατασκευής του έργου, διαφορετικά ο τελευταίος κηρύσσει έκπτωτο τον ανάδοχο, μετά από γνώμη του αρμοδίου Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων. Σε κάθε περίπτωση η υποκατάσταση προβλέπεται μόνο κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου, δηλαδή στο στάδιο που ακολουθεί την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου, όχι, όμως, και κατά το στάδιο που προηγείται της κατακύρωσης του διαγωνισμού. Εξ άλλου, με τον όρο "υποκατάσταση τρίτων" νοείται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση σε τρίτον, όσον αφορά το όλον ή μέρος του αναληφθέντος έργου, κατά τρόπον ώστε να υπεισέρχεται ο τρίτος στην μεταξύ φορέα του έργου και εργολάβου σχέση. Συνεπώς, ως υποκατάσταση τρίτου, κατά την έννοια του άνω νόμου, δεν νοείται η υπεργολαβία, δηλαδή η σύμβαση με την οποία ο εργολάβος αναθέτει με αμοιβή την εκτέλεση ορισμένων εργασιών σε τρίτον, ο οποίος δεν συνδέεται με νομικό δεσμό με τον εργοδότη (φορέα του έργου), έναντι του οποίου μόνος υπεύθυνος για τις εκτελούμενες από τον εργολάβο εργασίες παραμένει ο εργολάβος (Α.Π. 570/2007, Ολ.Σ.τ.Ε. 971/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 1-11-2005 αγωγή της αναιρεσειούσης εταιρίας, επί της οποίας εκδόθηκε εν τέλει η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, η ενάγουσα εξέθεσε τα ακόλουθα, όσον αφορά την κυρία βάση της αγωγής: Την 23-7-2003 διεξήχθη δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου του Έργου της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων ΔΕΚΕ Κεντρικής Μακεδονίας με τον τίτλο " Αναβάθμιση οδού Λαγκαδά από κόμβο Εσωτερικής Περιφερειακής μέχρι κόμβο Κ4 ", στον οποίο, μεταξύ των άλλων, συμμετείχε τόσο η ίδια όσο και η πρώτη εναγομένη ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …, η οποία αναδείχθηκε ανάδοχος του έργου και σ' αυτή κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα της δημοπρασίας. Ήδη όμως πριν την κατακύρωση αυτή η ενάγουσα συνήψε άτυπη σύμβαση με την πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα με την οποία το έργο θα εκτελούσε η ίδια ( ενάγουσα ), με αποκλειστικά δικές της δαπάνες και ευθύνη και θα παρείχε στην αντισυμβαλλόμενή της ανάδοχο ποσοστό 2% των ακαθαρίστων κερδών, δηλαδή των πιστοποιήσεων της εργολαβίας, ενόψει του ότι η τελευταία, που ήταν εξειδικευμένη σε άλλου είδους δημόσια έργα, ενδιαφερόταν μόνο για την απόκτηση πιστοποιητικού εμπειρίας έργων οδοποιίας. Κατόπιν της σύναψης της εν λόγω σύμβασης, όλες τις επαφές με τις αρμόδιες υπηρεσίες διεξήγαγε η ίδια, ενόψει της υπογραφής της οικείας σύμβασης μεταξύ του κυρίου του έργου και της αναδόχου αυτού πρώτης εναγομένης και παράλληλα συνέταξαν οι νομικοί σύμβουλοί της τα απαραίτητα συμφωνητικά, αφενός για τη σύσταση κοινοπραξίας μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγόμενης με τους υποχρεωτικούς όρους του νόμου (συμμετοχή της καθεμίας στην κοινοπραξία ανά 50%) και αφετέρου αντέγγραφο που θα αποτύπωνε τη μεταξύ τους προηγηθείσα προφορική συμφωνία, προς αποδεικτική και μόνο πιστοποίηση αυτής. Στο μεταξύ, η ενάγουσα εξέδωσε δύο τραπεζικές εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης του έργου, ύψους 868.650 ευρώ, που έπρεπε να προσκομιστούν υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία ώστε να επισυναφθούν στο συμφωνητικό της σύμβασης έργου, μεταξύ του κυρίου αυτού και της αναδόχου, ενώ παρέδωσε στην τελευταία μία επιταγή ποσού 150.000 ευρώ, έναντι της αμοιβής της ( ύψους 2%). Την 5-5-2005 υπογράφηκε μεταξύ του κυρίου του έργου και της πρώτης εναγομένης η σχετική σύμβαση, όμως η τελευταία άρχισε να κωλυσιεργεί ως προς την υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων συμφωνητικών (σύστασης κοινοπραξίας και αντεγγράφου) και στις αρχές Ιουνίου του 2005 της δήλωσε ότι δεν δέχεται να εκτελέσει το έργο. Συνέπεια της προπεριγραφόμενης αθέτησης εκ μέρους της εναγομένης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ήταν να υποστεί αυτή ζημία ύψους 3.386.600,40 ευρώ, ποσό το οποίο θα κέρδιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκτέλεση του έργου, δεδομένου ότι το κέρδος της θα ανερχόταν σε ποσοστό τουλάχιστον 18% επί της ολικής εργολαβικής αμοιβής συνολικού ποσού 18.814.447 ευρώ. Ζητούσε δε εν τέλει η ενάγουσα, με την κυρία βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, να καταβάλει σε εκείνην νομιμοτόκως το ως άνω ποσόν των 3.386.600,40 ευρώ. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά την κυρία βάση της, με την οποία ζητείται η καταβολή αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της αναδόχου του έργου να αναθέσει στην ενάγουσα το σύνολο του προσυμφωνηθέντος έργου, δεν στηρίζεται στο νόμο, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συμφωνήθηκε η ανάθεση από την ανάδοχο του έργου στην ενάγουσα ορισμένων (συγκεκριμένων) εργασιών του εκτελούμενου έργου έναντι αμοιβής, οπότε θα επρόκειτο για προσύμφωνο υπεργολαβίας, αλλά συμφωνήθηκε η ανάθεση ολοκλήρου του έργου στην ενάγουσα αντί όλης της με τον δημόσιο φορέα συμφωνηθείσης αμοιβής, ενώ επί πλέον συμφωνήθηκε, ότι η ενάγουσα θα παρείχε στην ανάδοχο εναγομένη ποσοστό 2% επί των ακαθαρίστων εσόδων "υπό μορφή αμοιβής της". Η συμφωνία αυτή προσιδιάζει στην έννοια της συμβατικής υποκαταστάσεως σε ολόκληρο το έργο, το οποίο κατά την σύμβαση με τον φορέα του έργου, θα έπρεπε να εκτελέσει η εναγομένη ανάδοχος. Τέτοια όμως συμφωνία, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε, με βάση τα προεκτεθέντα να γίνει κατά το στάδιο εκτέλεσης του έργου δηλαδή κατά το στάδιο που ακολουθεί την υπογραφή της σύμβασης και να προηγηθεί η έγκριση του κυρίου του έργου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε πριν από το στάδιο της κατά την 24-2-2005 κατακύρωσης και της κατά την 5-5-2005 υπογραφής της σύμβασης ανάθεσης εκτέλεσης του δημοσίου έργου μεταξύ της αναδόχου πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και του κυρίου του έργου. Ενόψει τούτων, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, ορθώς υπήγαγε την εκτιθέμενη στην αγωγή συμφωνία των διαδίκων στην έννοια της υποκατάστασης της αναδόχου από την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εταιρεία η οποία κατά τα εκτιθέμενα είναι άκυρη. Εν όψει τούτων, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.6 Ν. 1418/1984 όπως η παράγραφος 6 συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2229/1994 και του άρθρου 51 Π.Δ. 609/1985 και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., είναι δε αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της Α.Κ. 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (Α.Κ. 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου. Συνεπώς κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 Α.Κ. είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991) σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων (Ολ.ΑΠ 396/1975). Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του (τυχόν) αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (Α.Π. 900/2011, Α.Π. 1652/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει με την επικουρική βάση της αγωγής της τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 919 Α.Κ. όποιος από πρόθεση ζημίωσε .......Η παραπάνω εκτεθείσα προδήλως υπαίτια και δη από πρόθεση συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, και προφανή και έντονη αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, όλων τούτων εν τη ως άνω εννοία του άρθρου 919 ΑΚ. Ειδικότερα: Όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι, αφού, μετά την συμφωνία μας να εκτελεσθεί το έργο από εμέ, επέτυχαν να εκπληρωθεί από εμέ, που δικαιολογημένα πίστευα στην συναλλακτική πίστη και συνέπειά τους, ένα σημαντικότατο (ακριβέστερα το πλέον σημαντικό) προαπαιτούμενο για την υπογραφή της σύμβασης με τον κύριο του έργου, δηλαδή η έκδοση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, και επιπλέον χρησιμοποίησαν το υψηλό κύρος της επιχειρήσεώς μας αλλά και το γεγονός ότι εκτελούσα ήδη την α' φάση του έργου για τις κρίσιμες προκαταρκτικές επαφές με τις υπηρεσίες του κυρίου του έργου και την προετοιμασία της εκτελέσεώς του και αφού επί τη βάσει τούτων επέτυχαν την υπογραφή της σύμβασης, εκδήλωσαν τις αληθείς προθέσεις τους και αρνήθηκαν να σεβασθούν τα συμφωνημένα προκειμένου να καρπωθούν τα κέρδη από την εκτέλεση του έργου γνωρίζοντες καλώς ότι με τον τρόπο αυτό με εζημίωναν σοβαρότατα. Η εν λόγω συμπεριφορά των εναγομένων αναμφίβολα αντίκειται στα χρηστά ήθη δηλαδή αποδοκιμάζεται έντονα από τον υγιώς σκεπτόμενο μέσο άνθρωπο τόσο ως προς το επιτρεπτό του σύμφωνα με τα παραπάνω επιδιωχθέντος από τους εναγομένους σκοπού όσο και ως προς τα χρησιμοποιηθέντα από αυτούς μέσα. Από την συμπεριφορά αυτή των εναγομένων προκλήθηκε σ' εμένα η παραπάνω αναλυτικώς προσδιορισθείσα ζημία μου συνισταμένη σε διαφυγόν κέρδος μου ποσού 3.386.600,40 Ευρώ, οι ζημιώσαντες δε εναγόμενοι ήθελαν την πρόκληση της υπόψη ζημίας μου και σε κάθε περίπτωση καίτοι εγνώριζαν ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας μου από την συμπεριφορά τους, εντούτοις δεν απέσχαν από αυτή. Ομού με το νομικό πρόσωπο της α' εναγομένης υπεύθυνος είναι, σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ, και ο β' εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπός της, από τις υπαίτιες, από πρόθεση, παράνομες και εναντίον των χρηστών ηθών ενέργειες και παραλείψεις του οποίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, προκλήθηκε η ζημία μου και συνεπώς πρέπει να υποχρεωθεί και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο να μας καταβάλει το εν λόγω ποσό, νομιμοτόκως από την κοινοποίηση της παρούσης μέχρι την εξόφληση και με προσωπική κράτησή του διάρκειας ενός (1) έτους λόγω της αδικοπραξίας". Ζητεί δε εν τέλει, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν στην ενάγουσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 919 και 298 Α.Κ. και νομιμοτόκως το ως άνω ποσόν των 3.386.000,40 ευρώ και επί πλέον 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση. Από το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, ως προς την επικουρική βάση της, προκύπτει, ότι κατ' αυτήν το παράνομο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης συνίσταται στην παραβίαση της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης εταιρίας, η οποία απορρέει από την επικαλουμένη μεταξύ αυτής και της εναγούσης προφορική (και άδηλη έναντι του Δημοσίου, ως κυρίου του Έργου) σύμβαση. Ως προς την επικουρική αυτή βάση της, η αγωγή, εν όψει των ιστορουμένων συμπεριφορών των συμβληθέντων διαδίκων οι οποίες υπό τα εκτιθέμενα κατέτειναν στην καταστρατήγηση των προαναφερομένων δημοσίας τάξεως διατάξεων του Ν. 1418/1984 και του Π.Δ. 609/1985, δεν είναι νόμιμη, το δε Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος ήταν απαράδεκτος, μη νόμιμος ή επουσιώδης, υπό την έννοια ότι δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του και με τον πρόσθετο λόγο αυτής, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, αφ' ενός μεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198 Α.Κ. (ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις) σε συνδυασμό με τα άρθρα 919 (προσβολή των χρηστών ηθών) και 932 (ικανοποίηση της ηθικής βλάβης) του ιδίου Κώδικος, αφ' ετέρου δε, δεν έλαβε υπόψη τον με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβληθέντα ισχυρισμό, με τον οποίο διευκρίνισε την επικουρική βάση της αγωγής της και κατά τον οποίο, επί λέξει, "Επικουρικώς υπό την εκδοχή ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν καταρτίσθηκε εν προκειμένω σύμβαση αλλά η κατάρτισή της ματαιώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων από υπαιτιότητα της α' εναγομένης και κατά τρόπο αντικείμενο στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οπότε εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ...υφίσταται στην εν λόγω περίπτωση, παραλλήλως προς την προσυμβατική από το άρθρο 197 και 198 ΑΚ ευθύνη, και ευθύνη των εναγομένων από αδικοπραξία και δη από το άρθρο 919 ΑΚ, η οποία περιλαμβάνει την αποζημίωσή μας για κάθε ζημία μας τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των αντιδίκων αλλά και χρηματική ικανοποίησή μας για την ηθική βλάβη μας....." Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός συνιστά μεταβολή της επικουρικής βάσεως της αγωγής και σαν τέτοιος, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., ήταν απαράδεκτος. 'Αλλωστε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργείται ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων, όταν αυτές έχουν ως αντικείμενο την σύναψη παράνομης (και εντεύθεν άκυρης) σύμβασης, όπως η ιστορούμενη στην ένδικη περίπτωση. Επομένως το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, ως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-6-2011 αίτηση της εταιρίας "Δομοτεχνική ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 841/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ