Αριθμός 1001/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ιωάννη Ιωαννίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, για αναίρεση της 421-426, 453, 472-474/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1,ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης του Ψ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δημητράτο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι μονο ορισμένο απ'αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι, καίτοι ση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκαν ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγουσες η Ψ1 και η Ψ2, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για αποπλάνηση ανηλίκου κατ΄εξακολούθηση, δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως και τις δύο ανώμοτες καταθέσεις των εξετασθεισών ως άνω πολιτικώς εναγουσών, αλλά την μία μόνο απ'αυτές, χωρίς μάλιστα να προκύπτει και ποία ήταν αυτή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα η αμέσως από την πράξη του κατηγορουμένου παθούσα ανήλικη Ψ2, η οποία και εξετάσθηκε ανωμοτί, όχι δε και η Ψ1,που ως ασκούσα την γονική μέριμνα επί της ανωτέρω ανήλικης θυγατέρος της Ψ2, παρέστη με την ιδιότητα της νόμιμης εκπροσώπου της τελευταίας και εξετάσθηκε ως μάρτυρος κατηγορίας. Επειδή η, υπό την επίκληση ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αιτίαση, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει, προγενέστερος χρόνος γνώσεως από την εγκαλούσα της πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας της και του προσώπου που την τέλεσε, από τον οποίο (χρόνο) είχε συμπληρωθεί τρίμηνο πριν από την υποβολή της εγκλήσεώς της, ως αναγόμενη στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ.2 του ΠΚ, αν ο παθών δεν έχει συμπληρώσει το 12 έτος της ηλικίας του ή τελεί υπό δικαστική απαγόρευση το δικαίωμα της έγκλησης έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. Αν ο παθών έχει συμπληρώσει το 12 έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα της έγκλησης έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17 έτους της ηλικίας του, το δικαίωμα αυτό το έχει μόνο ο παθών. Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1519 παρ.1 εδ.α', 1511 παρ.1, 1512 και 1516 ΑΚ συνάγεται ότι οι γονείς του ανηλίκου τέκνου, στους οποίους ανήκει η γονική μέριμνα, που περιλαμβάνει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία, ή δίκη που αφορούν το πρόσωπό του ή την περιουσία του, είναι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού και από τη φύση και το χαρακτήρα της γονικής μέριμνας ως λειτουργικού δικαιώματος, το οποί είναι συνάμα και καθήκον των γονέων, η άσκηση αυτής γίνεται από κοινού πάντοτε προς το συμφέρον του τέκνου τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπράττουν και κατά την επιχείρηση της ενέργειας με την οποία πραγματώνεται το περιεχόμενο του μέτρου που έχουν συναποφασίσει. Μάλιστα στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία πρόκειται για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια αυτού, από τη φύση και το χαρακτήρα της και γιατί πρέπει να υποβληθεί μέσα στην καθοριζόμενη προθεσμία των τριών μηνών και γιατί για το συμφέρον του τέκνου επιβάλλεται η ταχύτερη τιμώρηση του δράστη της αξιόποινης πράξεως και η εκκαθάριση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε απ'αυτήν σε βάρος του ανηλίκου, μπορεί να γίνει και μόνο από τον ένα γονέα. Σε περίπτωση όμως που δράστης της αξιόποινης πράξεως σε βάρος ανηλίκου είναι κάποιος από τους γονείς του, οπότε αναμφιβόλως υπάρχει σύγκρουση των συμφερόντων του ανηλίκου με τα συμφέροντα του πατέρα ή της μητέρας του, τότε η έγκληση υποβάλλεται από τον ειδικό επίτροπο ή τον προσωρινό επίτροπο αντιστοίχως, που διορίζεται κατά τα άρθρα 1517 και 1603 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με την πληττόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος αποπλανήσεως ανηλίκου, που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη και μεταγενεστέρως όταν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη όχι όμως και τα δεκατρία έτη κατ΄εξακολούθηση, η οποία τελέσθηκε στην Αθήνα και Χαλκίδα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 1999 έως τα μέσα Οκτωβρίου 2001 και για τη δίωξή της απαιτείτο έγκληση σύμφωνα με το άρθρο 344 του ΠΚ όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του ν.3064/15-10-2002. Η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ύστερα από την από 19-11-2001 έγκληση (ενώπιον του αρχιφύλακα .........) της Ψ1, μητέρας της ανήλικης παθούσας Ψ2 η οποία ως γεννηθείσα την 20-8-1990 δεν είχε συμπληρώσει τότε το δωδέκατο έτος της ηλικίας της και εξαιτίας αυτού εστερείτο κατ΄άρθρο 118 παρ.2 ΠΚ αυτοτελούς δικαιώματος προς έγκληση. Η εν λόγω έγκληση της μητέρας της ανήλικης παθούσας, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια του προσώπου της τελευταίας, εγκύρως υποβλήθηκε από τον ένα μόνο γονέα, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη αμφοτέρων των γονέων, αφού αυτό επιβάλλεται από τη φύση και το χαρακτήρα της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης. Ούτε ήταν αναγκαίος ο διορισμός ειδικού επιτρόπου ή προσωρινού επιτρόπου της ανήλικης παθούσας Ψ2,προκειμένου αυτός να υποβάλει κατά του αναιρεσείοντος έγκυρη έγκληση για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, δοθέντος ότι δράστης της πράξεως αυτής, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και τελικώς καταδικάσθηκε ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο πατέρας της ανήλικης παθούσας ........., ώστε εξαιτίας υπάρξεως συγκρούσεως συμφερόντων μεταξύ αυτού και της θυγατέρας του να ανακύπτει ανάγκη διορισμού επιτρόπου για το σκοπό αυτόν. Κατά συνέπεια το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών για αποπλάνηση παιδιού σε βαθμό κακουργήματος κατ΄εξακολούθηση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων πιο πάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής διώξεως χωρίς να αναφέρεται "στην προμνησθείσα άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του πατέρα της παθούσας", όπως αυτός διατυπώνεται, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 421-426, 453, 472-474/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ2, η οποία ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ