Αριθμός 128/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Τσουτσάνη και Γεώργιο Νικολόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπανικολάου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 -8-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10398/2000 μη οριστική, 6299/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8385/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με προγενέστερη αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1186/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3108/2010 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Με την από 20-7-1997 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος αδικοπρακτική συμπεριφορά, πλην άλλων, και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας χρηματιστηριακής εταιρείας, συνιστάμενη στην, παρανόμως και υπαιτίως, χωρίς εντολή και έγκριση του διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, δηλαδή επαναγορά μετοχών του τις οποίες είχε πωλήσει την προηγούμενη ημέρα, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό του, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη, το συνολικό ποσό των 68.592.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής εκδόθηκε, μετά τη διεξαγωγή των διαταχθεισών με την προδικαστική απόφαση αποδείξεων, η 6299/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής από την αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η 8385/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή για μικρότερο του επιδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση ποσό. Η ανωτέρω εφετειακή απόφαση, αναιρέθηκε ύστερα από σχετική αίτηση της εναγόμενης εταιρίας με την 1186/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο ακολούθως εξέδωσε την προσβαλλόμενη ήδη 3108/2010 απόφαση, με την οποία, κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που αφορούσε την αναιρεσείουσα, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 115.146,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Φεβρουάριο 1994 ο ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος), κατόπιν σχετικής συμβάσεως, που κατήρτισε με την εκκαλούσα Ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ Χ.Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα), έδωσε σ' αυτήν εντολή πωλήσεως μετοχών Ανώνυμης Εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών διά της καταρτίσεως έγκυρων συμβάσεων "εντός κύκλου", δηλαδή κατά τη διάρκεια της νόμιμης συνεδριάσεως του χρηματιστηρίου. Ειδικότερα, κατά την 17.2.1994 ο ενάγων έδωσε στην παραπάνω εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία την εντολή να πωλήσει για λογαριασμό του 15.500 κοινές μετοχές και 3.250 προνομιούχες μετοχές της εισηγμένης στο χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ" έναντι τιμήματος 2.180 δραχμών για τις κοινές και των 1.766 δραχμών για τις προνομιούχες. Η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία αποδέχθηκε την εντολή αυτή του ενάγοντος και προχώρησε στην πώληση των μετοχών αυτών κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως του Χρηματιστηρίου την ίδια ημέρα με τις ως άνω τιμές και με τη συμμετοχή των μελών του χρηματιστηρίου στη συνεδρίαση του (εντός κύκλου) σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν.1806/1988. Για τη χρηματιστηριακή αυτή συναλλαγή, που έγινε εγκύρως, η ανώνυμη εταιρεία ΚΥΚΛΟΣ Χ.Α.Ε. ενημέρωσε τον ενάγοντα τόσο τηλεφωνικά, όσο και με την αποστολή τηλεομοιοτυπίας (FΑΧ) το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, στην οποία απεικονιζόταν το 20398/17.2.1994 πινακίδιο πωλήσεως μετοχών. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συναλλαγή διενεργήθηκε χρονικά το πρωί της 17.2.1994, με προσφώνηση της ως άνω εταιρείας, και στις τιμές που προαναφέρθηκαν, ως ακολούθως: α) στις 11 ώρα 19' και 36" η εταιρεία ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. αγόρασε το σύνολο των κοινών μετοχών, β) στις 11 ώρα, 21' και 43" η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΕΨΙΛΟΝ Α.Χ.Ε., πρώην ΕCΟΝ, αγόρασε 350 προνομιούχες μετοχές, γ) στις 11 ώρα, 21' και 46" η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Π. Α. Β. Α.Χ.Ε. αγόρασε 500 προνομιούχες μετοχές, δ) στις 11 ώρα, 21' και 47", η εταιρεία ΑΤΛΑΣ Α.Χ.Ε. αγόρασε 200 προνομιούχες μετοχές, ε) στις 11 ώρα, 21' και 48" η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία EUROSEC αγόρασε 1.000 προνομιούχες μετοχές και στ) στις 11 ώρα, 21' και 49" η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία ΤΕΛΕΣΙΣ, ..., αγόρασε 1.200 προνομιούχες μετοχές. Επομένως, η χρηματιστηριακή εταιρεία ΚΥΚΛΟΣ Χ.Α.Ε. όφειλε μέσα στις επόμενες 48 ώρες (δύο εργάσιμες ημέρες), αφενός μεν να παραδώσει τις μετοχές που πωλήθηκαν στις αγοράστριες χρηματιστηριακές εταιρείες και να εισπράξει από αυτές το τίμημα τούτων, το οποίο, μετά από την αφαίρεση του ποσοστού προμήθειας που της αναλογούσε, όφειλε να αποδώσει στον εντολέα της, δηλαδή στον ενάγοντα. Έτσι, με βάση τις πωλήσεις αυτές ο ενάγων είχε αξίωση για την καταβολή ποσού 39.529.500 δρχ., από το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί προμήθεια ποσού 207.648 δρχ., και συνεπώς το πληρωτέο ποσόν στον ενάγοντα με αφορμή τη χρηματιστηριακή αυτή συναλλαγή ανήλθε στο ποσό των 39.321.852 δρχ. Οι κοινές μετοχές που πώλησε ο ενάγων ήσαν μέρος συνολικής ποσότητας 660.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ", που αγόρασε η εταιρεία με την επωνυμία "ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για λογαριασμό πελάτη της με πληκτρολόγηση της σχετικής εντολής από το τερματικό της εν λόγω χρηματιστηριακής εταιρείας εκ μέρους του υπαλλήλου της Σ. Β., ο οποίος τη διαβίβασε ως αντικρυστής μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών (ΑΣΗΣ). Σημειώνεται εδώ ότι οι δηλώσεις των χρηματιστών εκδηλώνονται με ηλεκτρονικό τρόπο, δηλαδή με διαβίβαση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης, όπου συμπίπτουν οι εκατέρωθεν δηλώσεις και συνάπτεται η κύρια χρηματιστηριακή πράξη αγοράς πώλησης μετοχών. Επίσης, σε σχέση με τον παραπάνω υπάλληλο, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτός (Σπ. Β.) ήταν ανώτερος υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης με υψηλές αμοιβές, έμπειρος αντικρυστής με προϋπηρεσία στην ΑΧΕ Ρ…(νυν ΤΕΛΕΣΙΣ ΑΧΕ) και κατά την 17.2.1994 (κατά τις πρωινές ώρες) ενεργούσε με βάση την εργασιακή του σχέση με την εναγομένη, αφού αυτή δεν είχε λυθεί νομότυπα, δεδομένου ότι η εξώδικη καταγγελία επιδόθηκε σ' αυτόν μεταγενέστερα (το απόγευμα) με θυροκόλληση και δη κατά την 17.00' ώρα, χωρίς ωστόσο στην απόδειξη παραλαβής δικογράφου και στη σχετική βεβαίωση παραλαβής δικογράφου στον αξιωματικό υπηρεσίας και στη βεβαίωση παράδοσης στον υπάλληλο του ΕΛΤΑ (άρθρο 128 παρ.4 β και γ ΚΠολΔ), να προκύπτει όμως η ώρα που έγινε αυτή, ενώ τη ημέρα εκείνη αυτός βρισκόταν στη συνεδρίαση του ΧΑΑ (βλ. σχ. την από 23.2.1994 έκθεση εκτάκτου ελέγχου των ελεγκτών Α. Μ. και Κ. Χ.).... Ο ισχυρισμός, συνεπώς, της εκκαλούσας ότι κατά το χρόνο που αυτός ενεργούσε τις παραπάνω χρηματιστηριακές συναλλαγές ήταν μη εξουσιοδοτημένος προς τούτο στερείται ουσιαστικής βασιμότητας, γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από το από 16.6.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ του Σ. Β. και της "ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Χ.Ε." όπου η τελευταία αναγνώρισε ότι "η διενεργηθείσα εκ μέρους του συναλλαγή της 17ης Φεβρουαρίου 1994 στο Χ.Α.Α. σχετικά με την αγορά 660.000 μετοχών της εταιρείας "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ Α.Β.Ε." δεν τελέσθηκε με δόλο ή κακή πρόθεση ή από οποιαδήποτε άλλη νομικά επιλήψιμη ενέργεια", θεωρώντας έγκυρη την άνω συναλλαγή. Περαιτέρω, μολονότι η εναγομένη και εκκαλούσα χρηματιστηριακή εταιρεία όφειλε ως εντολοδόχος του ενάγοντος αφενός μεν να προβεί στην παράδοση των ως άνω μετοχών, αφετέρου στη λήψη του τιμήματος ώστε αυτό μέσω της ιδίας να περιέλθει στον παραγγελέα - ενάγοντα και μέσω των αντισυμβληθέντων μελών του ΧΑΑ να περιέλθουν οι μετοχές στις παραπάνω αγοράστριες εταιρείες, όχι μόνο δεν έπραξε τούτο, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, και επιπρόσθετα διέπραξε τις ακόλουθες παράνομες υπαίτιες πράξεις, που είναι ανεξάρτητες από την παραβίαση και της σύμβασης της χρηματιστηριακής παραγγελίας (εντολής) και της γνήσιας ως άνω χρηματιστηριακής σύμβασης, εντός του ΧΑΑ ωσαύτως δε και των παρεπόμενων συναλλαγών και ειδικότερα: α) συνέπραξε στην επαναγορά κατά την 18.2.1994 όλων των προαναφερομένων μετοχών του ενάγοντος (της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ) στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του ενάγοντος χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του ενάγοντος και χωρίς να προηγηθεί καμία απολύτως ακύρωση (και δη νομίμως) της πώλησης αυτής, β) μολονότι μάλιστα και η μοναδική ΑΧΕ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ που ήγειρε εκ των υστέρων αμφισβητήσεις για τις εν λόγω πωλήσεις και δη μόνο για τις μετοχές που αυτή αγόρασε, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα επαναγόρασε για λογαριασμό του ενάγοντος χωρίς εντολή αυτού όλες τις αγορασθείσες ως άνω μετοχές. Σημειώνεται επίσης εδώ ότι η πραγμάτωση, δηλαδή η σύναψη και εκτέλεση της σχετικής αντίστροφης συμφωνίας (επαναπωλήσεως ή επαναγοράς των πωληθέντων τίτλων) εκ μέρους του εντολοδόχου χρηματιστή χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του εντολέα του που βλάπτεται από τη διενέργειά της δεν επιδρά στη μεταξύ των μερών σχέση και ειδικότερα δεν απαλλάσσει τον εντολοδόχο χρηματιστή από την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του εντολέα του, που προκλήθηκε από την υπαίτια παράλειψή του να εισπράξει για λογαριασμό του τελευταίου το τίμημα που επιτεύχθηκε. Ο ενάγων ενόψει της ως άνω εξέλιξης των συναλλαγών κατέθεσε τις επίμαχες μετοχές στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών στο όνομα της εναγομένης, συσταθέντος σχετικά του.... γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο κοινοποίησε σε αυτήν με .... εξώδικη δήλωση -διαμαρτυρία και πρόσκληση προς αυτήν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση. Η ως άνω πράξη της επαναγοράς όλων των ως άνω μετοχών χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του ενάγοντος έγινε υπαίτια και παράνομα από την εναγομένη, γιατί πέραν της αντίθεσής της προς τις διατάξεις του νόμου που προαναφέρθηκαν, αντίκειται και στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως. Εξάλλου, ο ενάγων, μετά την επαναγορά των μετοχών, δεν είχε πλέον συμφέρον στην πώληση εκ νέου αυτών, δεδομένου ότι από την ως άνω ενέργεια της εναγομένης επήλθε κατακόρυφη πτώση της τιμής των μετοχών της εταιρείας "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ Α.Ε. Λόγω της εξελίξεως αυτής ως προς την πορεία της μετοχής, ο ενάγων έστω και αν επιχειρούσε να πωλήσει εκ νέου τις μετοχές του, δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ήδη μεγάλη οικονομική ζημία του λόγω του δυσμενούς κλίματος που επικρατούσε πλέον στο Χρηματιστήριο για τη συγκεκριμένη μετοχή, η τιμή της οποίας παρουσίαζε σχεδόν καθημερινά πτωτικό όριο (limit down), και περιορίστηκε στο ποσό των 50 δραχμών κατά την 23.11.1994, οπότε ανεστάλη η διαπραγμάτευσή της κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Χ.Α.Α. .... Από την πράξη της επαναγοράς, που έγινε υπαίτια και παράνομα, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά την αξία των μετοχών που πωλήθηκαν και επαναγοράσθηκαν. Η ζημία του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία ανέρχεται .... συνολικά στο ποσό των 39.529.500 δραχμών, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν ... η προμήθεια της χρηματιστηριακής εταιρείας .... και ... η αξία των μετοχών αυτών ... και συνολικά 1.145.148 δραχμές". Με βάση τις ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενες παραδοχές (και όχι μόνον τις αποσπασματικές εκτιθέμενες στην αίτηση αναιρέσεως) ερευνώνται στη συνέχεια οι κατ' ιδίαν λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε α) την υπ' αριθμ…/17-2-1994 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … από την οποία προέκυπτε ο προβληθείς ουσιώδης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι ο ενεργήσας την αγορά των μετοχών της εταιρείας Λαυρεωτική (μέρος των οποίων αποτελούσαν και οι πωληθείσες κοινές μετοχές του αναιρεσιβλήτου), για λογαριασμό της φερόμενης ως αγοράστριας εταιρείας με την επωνυμία ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΒΕΕ (στο εξής ΧΒΕ) υπάλληλος της Σ. Β., είχε ήδη απολυθεί κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως αυτής και συνεπώς η εν λόγω δικαιοπραξία αγοράς ήταν ανυπόστατη άλλως άκυρη και β)τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι: 1) αντίγραφο της υπ' αριθμ. πρωτ. …/24-5-2006 βεβαιώσεως του ΧΑΑ, 2) αντίγραφο της από 16-2-1994 εγγράφου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του προαναφερθέντος Σ. Β., 3) αντίγραφο του από 17-2-1994 εγγράφου διαμαρτυρίας των Α.Σ., Ν.Γ. και Κ.Κ. προς την ΧΒΕ, 4) αντίγραφο της από 17-2-1994 επιστολής της ΧΒΕ προς τον Πρόεδρο του ΧΑΑ, 5) αντίγραφο της υπ' αριθμ. 10476/23-11-1994 αποφάσεως του Προέδρου του ΧΑΑ, 6) την υπ' αριθμ. 4993/1996 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, 7) το από 16-1-1997 υπόμνημα του Προέδρου του ΧΑΑ και 8) την υπ' αριθμ. 976/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπέστη καμία ζημία, λόγω παράνομης ακύρωσης της από 17-2-1994 χρηματιστηριακής συναλλαγής, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωσή του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της, απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η εργασιακή σχέση του Σ. Β. με την ΧΒΕ, κατά το χρόνο διενέργειας εκ μέρους του της αγοράς των επίμαχων μετοχών, είχε λυθεί λόγω καταγγελίας εκ μέρους της, της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ…/1994 εκθέσεως επιδόσεως του δικ. Επιμελητή …με το να δεχθεί ότι η έγγραφη καταγγελία λύσεως της εργασιακής συμβάσεως του υπαλλήλου της ΧΒΕ Σ. Β. επιδόθηκε σ' αυτόν με θυροκόλληση στις 17.00' ώρα της 17-2-1994, ενώ από την ανωτέρω επιδοτήρια έκθεση προέκυπτε ότι η θυροκόλληση έγινε την 10.00' ώρα της αυτής ημερομηνίας. Το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση ότι ο προαναφερθείς Σπυρ. Β. ήταν ανώτερος υπάλληλος της ΧΒΕ και κατά την 17-2-1994 ενεργούσε με βάση την εργασιακή του σχέση με αυτήν, η οποία δεν είχε λυθεί νομότυπα δεδομένου ότι η εξώδικη καταγγελία επιδόθηκε σ' αυτόν μεταγενέστερα (το απόγευμα) με θυροκόλληση (αλλά χωρίς την τήρηση των απαιτουμένων από το άρθρο 128 παρ. 4 β και γ προϋποθέσεων) και δη κατά την 17.00' ώρα και να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί λύσης της εργασιακής σχέσης αυτού, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, την οποία μάλιστα καθόλου δεν εξαίρει. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι αντιφάσκει με τον αμέσως προηγούμενο αναιρετικό λόγο της μη λήψης υπόψη του εγγράφου αυτού, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1054/2010). Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ.4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ). Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1186/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η με αριθ. 8385/2007 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα, πλην άλλων, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την εγκυρότητα της συμβάσεως αγοράς των μετοχών της Λαυρεωτικής, μεταξύ των οποίων και οι επίμαχες μετοχές του αναιρεσιβλήτου, από τον υπάλληλο της ΧΒΕ Σ. Β. ενόψει της ελλείψεως πληρεξουσιότητας αυτού από τους φερόμενους ως εντολείς του για την αγορά των μετοχών Α.Σ., Ν.Γ. και Κ.Κ.. Κατ' ακολουθίαν εφόσον η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε κατά τα προεκτεθέντα για έλλειψη νόμιμης βάσης (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), το Εφετείο με το να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες αναλυτικά παραδοχές του, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια της μη συμμόρφωσής του προς την αναιρετική απόφαση γι' αυτό και ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αγορά των μετοχών του αναιρεσιβλήτου από την ΧΒΕ πραγματοποιήθηκε χωρίς την εντολή των πελατών της Α.Σ. Ν. Γ. και Κ.Κ. και εν αγνοία τους, ζήτημα για το οποίο και δεν διέλαβε αιτιολογία, είναι αβάσιμος, διότι από τις εκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε με παραδοχές αντίθετες, δεχόμενο, ότι υπήρχε εντολή πελάτη της ΧΒΕ προς τον προστηθέντα υπάλληλο αυτής Σ. Β. και ότι η ανωτέρω εταιρεία με την κατάρτιση του από 17-2-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής και του εν λόγω υπαλλήλου της θεώρησε έγκυρη τη χρηματιστηριακή συναλλαγή στην οποία προέβη ο τελευταίος, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως και η αναφορά του ονόματος του πελάτη της ΧΒΕ. Για τη γένεση της εκ του άρθρου 914 ΑΚ υποχρεώσεως του αδικοπραγήσαντος σε αποζημίωση απαιτείται, όπως για κάθε αξίωση προς αποζημίωση, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του και της επελθούσας ζημίας. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια οσάκις κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 εδ. β' ΑΚ) ήταν ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγόμενη με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών υπό την αόριστη έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ενώ η κρίση περί του ότι πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, με το να δεχθεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης της αναιρεσείουσας επαναγοράς των μετοχών του αναιρεσιβλήτου χωρίς την εντολή και συναίνεσή του και της ζημίας την οποία υπέστη αυτός, δεδομένου ότι άλλα αίτια προκάλεσαν την υποτίμηση της εν λόγω μετοχής. Ο λόγος είναι αβάσιμος διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα περιστατικά που κατά τις ανωτέρω αναλυτικά εκτεθείσες παραδοχές του εφετείου προκάλεσαν τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή η υπαίτια παράλειψη της αναιρεσείουσας να προβεί εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, στην εκκαθάριση της διενεργηθείσης για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου συναλλαγής σε συνδυασμό και με το δυσμενές κλίμα που δημιούργησε στο χρηματιστήριο η επαναγορά των μετοχών από την αναιρεσείουσα (και τις άλλες συμβληθείσες χρηματιστηριακές εταιρείες) για τη συγκεκριμένη μετοχή της Λαυρεωτικής, ήταν πρόσφορα, αντικειμενικώς εκτιμώμενα να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της που πρόβαλε με την έφεσή της, ότι η πτώση της τιμής της μετοχής της Λαυρεωτικής οφείλεται στη δημοσιοποίηση των διαχειριστικών ατασθαλιών των οργάνων της, μετά τον έλεγχο που διέταξε το Υπουργείο Εμπορίου με την υπ' αριθμ. 6879/1994 πράξη της Διευθύνσεως Ανωνύμων Εταιρειών και Πίστεως, από τον οποίο προέκυψε ότι το ποσό που αντλήθηκε από την προηγηθείσα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατασπαταλήθηκε σε αλλότριους σκοπούς. Ο λόγος αυτός, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος με παραδοχές αντίθετες προς τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά, δεχόμενο ότι η πτώση της τιμής της μετοχής της Λαυρεωτικής, οφείλεται στο θόρυβο που δημιουργήθηκε από την επαναγορά των μετοχών και στο εντεύθεν δυσμενές κλίμα που επικρατούσε στο Χρηματιστήριο για τη συγκεκριμένη μετοχή. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3108/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ