Αριθμός 1210/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, για αναίρεση της 475/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον X1, που παρέστη με τη πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική και αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν.1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδαφ. α΄ και δ΄ του ίδιου νόμου η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η σημειούμενη επί της επιταγής ως ημέρα εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της. Εξάλλου, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ΄ είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "... Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-1999 μέχρι 20-8-1999 τέλεσε περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της εκδόσεως τραπεζικών επιταγών άνευ των αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Ειδικότερα, εξέδωσε 1) την 22-5-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ., εις διαταγήν της εταιρίας ΕΛΛΕΝΙΤ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 24-5-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων 2) την 30-5-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της αυτής ως άνω εταιρίας, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 1-6-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων 3) την 20-6-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της εταιρίας ΓΕΔΥ ΑΒΕΕ, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 24-6-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων 4) την 25-6-1999 την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της εταιρίας ΓΕΔΥ ΑΒΕΕ, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 25-6-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων 5) την 15-8-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της εταιρίας ΕΛΛΕΝΙΤ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΑΒΕΕ, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 13-8-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων 6) την 15-8-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της αυτής ως άνω εταιρίας, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 13-8-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων και 7) την 30-8-1999 την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, χρηματικού ύψους 10.000.000 δρχ. εις διαταγή της αυτής ως άνω εταιρίας, η οποία εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 20-8-1999 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων...". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και επέβαλε σ΄αυτόν ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής της επίμαχης επιταγής, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας, η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος. Η ύπαρξη του δόλου στο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Αλλά και η αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας από το γεγονός ότι οι αναφερόμενες στο σκεπτικό της αποφάσεως επιταγές με τους αριθμούς 5, 6 και 7, οι οποίες εμφανίσθηκαν προς πληρωμή σε ημερομηνία προγενέστερη από τη σημειούμενη σε κάθε μία απ' αυτές ως χρονολογία εκδόσεως, χωρίς να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι επιταγές αυτές είναι μεταχρονολογημένες, είναι αβάσιμη, αφού σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην αρχική νομική σκέψη, η επιταγή εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεώς της και δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση, ως στοιχείο της αιτιολογίας, ότι οι επιταγές αυτές ήσαν μεταχρονολογημένες. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμος. ΙΙ- Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του νόμου 2172/1993, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που υπάρχει στην περίπτωση που αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα, ενδεχομένως δεν έχει εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.2 ΚΠΔ εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι όποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Και τα νομικά πρόσωπα όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία μπορούν να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, αν η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους έχει επίδραση στο κύρος και στην πίστη αυτών. Στην δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει να διαλαμβάνονται συνοπτικά τα περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης, εκτός αν η βλάβη αυτή προκύπτει προδήλως από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη. Για το ορισμένο της δηλώσεως του παθόντος νομικού προσώπου δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ιδιαίτερη εξειδίκευση της προσβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στην πίστη και στο κύρος αυτού, που κατά το νόμο ήταν δυνατόν να επέλθει. Τέλος, η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτό από αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 36098/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε πρώτο βαθμό και από τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε ...., κάτοικος Αθηνών, και δήλωσε ότι ως εκπρόσωπος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη, διόρισε δε ως πληρεξούσια δικηγόρο τη Βιολέτα Χαρίση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην αιτούσα Τράπεζα το αιτηθέν χρηματικό ποσό των 44 ευρώ, νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά εμφανίστηκε ο X1 και ζήτησε, ως πολιτικώς ενάγων, να επιδικασθεί για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 44 ευρώ. Το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη τη δήλωση αυτή, και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ίδιο ποσό που και πρωτοδίκως είχε επιδικασθεί. Ήδη, ο αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση της κρινόμενης αιτήσεως του, με τον δεύτερο λόγο αυτής προβάλλει ακυρότητα από την κατά τα άνω παράσταση του X1 ως πολιτικώς ενάγοντος. Όπως όμως, προκύπτει από την, επιτρεπτή για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αλλά και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κομίστρια των ακάλυπτων επιταγών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, είναι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία, ως πολιτικώς ενάγουσα, εκπροσώπησε πρωτοδίκως ο ....., στο κατ' έφεση δε δικαστήριο ο ως άνω X1, παραστάς μάλιστα με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο Βιολέτα Χαρίση, ο οποίος από το περιεχόμενο της καταθέσεώς του προκύπτει ότι είναι υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και όχι κομιστής των επιταγών. Η αιτίαση, επομένως, του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, διότι ο X1 παρέστη ως πολιτικώς ενάγων όχι ατομικώς δι' ίδιον λογαριασμόν αλλά ως εκπρόσωπος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος, που είναι αμέσως παθούσα από την αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος, για την οποίαν κατά τα άνω καταδικάσθηκε αυτός, η δε αναφορά στο διατακτικό της αποφάσεως "... να καταβάλλει στον αιτούντα ποσό 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί..." δεν υποδηλώνει ότι παθών και ενεργητικά νομιμοποιούμενος είναι ο X1. Επομένως, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αναφέρεται σε παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής, πρέπει, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, από την πρωτόδικη απόφαση προκύπτει ότι στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 44 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση, χωρίς από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής να προκύπτει ότι για την επιδίκαση τόκων υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Όμως, για το νομιμότοκο της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε, η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε με το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος και επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, επίσης, νομιμιμοτόκως επιδίκασε το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, δεν χειροτεύρεσε τη θέση αναιρεσείοντος και δεν υπερέβη την εξουσία του. Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, πρέπει, ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176,183 Κ.ΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 475/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ