ΑΡΙΘΜΟΣ 12/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26271/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής δυσφημήσεως, απαιτούνται, αντικειμενικώς, ισχυρισμός ενώπιον τρίτου ή διάδοση για κάποιον άλλον γεγονότος, το οποίο είναι πρόσφορο (κατάλληλο) κατ' αντικειμενική κρίση (την κοινή αντίληψη) να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί σε αυτόν το βλαπτικό της τιμής ή της υπολήψεως ισχυρισμό ή διάδοση. Δεν απαιτείται γνώση της αναληθείας, όπως επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και η πεποίθηση του δράστη για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος, δεν αποκλείει το δόλο αυτού. Η διαφορά δε μεταξύ ισχυρισμού και διαδόσεως του δυσφημιστικού γεγονότος, συνίσταται στο ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση, ο δράστης ανακοινώνει το γεγονός αυτό ως δική του πεποίθηση, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, ο δράστης μεταδίδει περαιτέρω ισχυρισμό άλλου περί γεγονότος, χωρίς να υιοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό. Γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, είναι, υπό την έννοια του άρθρου 362 ΠΚ, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, αλλά και κάθε συγκεκριμένη κατάσταση ή συμπεριφορά αναγομένη στο παρελθόν ή το παρόν, η οποία υποπίπτει στις αισθήσεις και μπορεί να αποδειχθεί, αντίκειται δε στο νόμο, την ηθική και την ευπρέπεια, ακόμη δε και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση προσώπου, εφόσον συνάπτεται άμεσα με κάτι που έχει συμβεί. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης, αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία συνιστούν γεγονός, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του θιγομένου. Απλές όμως κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός) είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξυβρίσεως. "Τιμή" είναι το αγαθό, όνομα ή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει, συνεπεία εκπληρώσεως από αυτό ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα ή εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αληθή, στη διάταξη που εφήρμοσε, καθώς και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, κατά πλειοψηφία, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών για απλή δυσφήμηση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας φωτιστικών ειδών και προϊόντων φωτεινού διακόσμου με τον διακριτικό τίτλο "Seasons Decorations" ενώ ο πολιτικώς ενάγων τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Ι. Π. Φωτιστικά Α.Β.Ε.Ε." που ασκεί παρόμοια εμπορική δραστηριότητα με την παραπάνω επιχείρηση του κατηγορουμένου. Οι ανωτέρω επιχειρήσεις είναι ανταγωνίστριες και από ετών έχει αναπτυχθεί μακρόχρονη δικαστική αντιδικία μεταξύ των εκπροσώπων τους αναφορικά με δικαιώματα ευρεσιτεχνίας σε σχέση με ορισμένα προϊόντα που αμφότερες κατασκευάζουν. Στις 21-9-2005 τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο πολιτικώς ενάγων, ως εκπρόσωποι των ανωτέρω επιχειρήσεων τους βρισκόταν στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων και, πιο συγκεκριμένα, έξω από την αίθουσα όπου διενεργούνταν από τον Δήμο Αθηναίων διαγωνισμός για την προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού και στον οποίο ελάμβαναν μέρος οι ως άνω επιχειρήσεις των διαδίκων καθώς επίσης και άλλες επιχειρήσεις με ομοειδές αντικείμενο δραστηριότητας. Στον πιο πάνω χώρο βρισκόταν εκτός από τον κατηγορούμενο και τον πολιτικώς ενάγοντα και άλλοι επιχειρηματίες που λάμβαναν μέρος στον διαγωνισμό και υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων και συζητούσαν κατά ομάδες μεταξύ τους αναμένοντας το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Κατά τη συζήτηση που γινόταν ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον των παρευρισκόμενων προσώπων ότι τα προϊόντα που παρουσίαζε η επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος είναι "κινέζικα", είναι "άχρηστα" και ότι ο κατάλογος των προϊόντων της αποτελούσε "εικονική πραγματικότητα". Οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί αναφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο με υποτιμητικό και απαξιωτικό για τον πολιτικώς ενάγοντα και την επιχείρηση του ύφος και συνδεόταν άμεσα με τα προϊόντα που παράγει η επιχείρηση του τελευταίου τα οποία ο κατηγορούμενος θεωρούσε ως κάκιστης ποιότητας και με ιδιότητες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα ανωτέρω περιήλθαν σε γνώση των παρευρισκόμενων προσώπων, πολλά εκ των οποίων ετύγχαναν και ανταγωνιστές της επιχείρησης του πολιτικώς ενάγοντος, με συνέπεια να μπορούν να σχηματίσουν αρνητική εικόνα για τον πολιτικώς ενάγοντα και την επιχειρηματική δραστηριότητα του και ως εκ τούτου εθίγη η τιμή και η υπόληψη του τελευταίου ως ανθρώπου και κυρίως ως επαγγελματία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενώπιον τρίτων προσώπων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος πλην όμως, σκόπιμα προέβη στη διάδοση αυτών αφού επιθυμούσε να μειώσει τον πολιτικώς ενάγοντα και να τον εμφανίσει στους τρίτους ως απατεώνα και κακό επαγγελματία και γενικότερα ως ανέντιμο πρόσωπο, ορμώμενος προς τούτο προφανώς από τη μεταξύ τους υπάρχουσα αντιδικία. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά την απολογία του ότι ο χαρακτηρισμός "κινέζικα" που απέδωσε στα προϊόντα που παράγει η ανωτέρω επιχείρηση του πολιτικώς ενάγοντος αποτελούσε διαπίστωση αναφορικά με την προέλευση της πρώτης ύλης από την οποία κατασκευάζονται τα εν λόγω προϊόντα πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος εφόσον ο πιο πάνω χαρακτηρισμός (για τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν αρνείται ότι έχει μειωτικό περιεχόμενο ως προς τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται) συνδυαστεί και με το μη αμφισβητούμενο από τον ίδιο γεγονός ότι χαρακτήρισε τα παραπάνω προϊόντα ως "άχρηστα". Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών αυτού του δικαστηρίου, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της δυσφήμισης για το οποίο κατηγορείται εν προκειμένω ο κατηγορούμενος και ως προς το οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και επομένως, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο απλής δυσφημίσεως, συνισταμένης στο ότι την 21-9-2005 στην Αθήνα, στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων, όπου διενεργείτο διαγωνισμός για τη προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού, διέδιδε στους παρευρισκομένους, ορισμένο γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και ειδικότερα ότι τα προϊόντα της "ΦΩΤΟΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΕ" είναι κινέζικα, ότι τα προϊόντα που εμφανίζει ο εγκαλών είναι άχρηστα και, επίσης, εικονική πραγματικότητα που καμιά σχέση δεν έχουν με τα πραγματικά προϊόντα του, με αποτέλεσμα να θιγεί η τιμή και η υπόληψη αυτού σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, έναντι των εκεί παρευρεθέντων και του επέβαλε την ανωτέρω ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την απαιτουμένη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής δυσφημίσεως, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθίαν δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, της αξιοποίνου πράξεως για την οποία το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός τους, ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ανωμοτί και ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και ενόρκως μαρτύρων υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του κατηγορουμένου προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού πρώτου λόγου, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως ως προς την ιδιότητα του εγκαλούντος ως εκπροσώπου της άνω εταιρείας, ως προς το ενώπιον ποίων ο αναιρεσείων διέδωσε τους άνω ισχυρισμούς, ως προς το αν όντως διέδωσε αυτούς και αν ο ισχυρισμός ότι ο κατάλογος των προϊόντων που προωθεί ως επιχειρηματίας αποτελεί "εικονική πραγματικότητα" απετέλεσε δυσφημιστική έκφραση για τον εγκαλούντα, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς και οι συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα ως προς την αιτίαση, στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι υφίσταται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον δόλο του αναιρεσείοντος, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί καθ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, στην προπαρατεθείσα αιτιολογία ότι ο "κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενώπιον τρίτων προσώπων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος" και ότι "σκόπιμα προέβη στη διάδοση αυτών αφού επιθυμούσε να μειώσει τον πολιτικώς ενάγοντα και να τον εμφανίσει στους τρίτους ως απατεώνα και κακό επαγγελματία και γενικότερα ως ανέντιμο πρόσωπο, ορμώμενος προς τούτο προφανώς από τη μεταξύ τους υπάρχουσα αντιδικία". Με αιτίαση στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ενώ κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν εξετάσθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι εφόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και εν συνεχεία αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε ανωμοτί, ως του κατ' εξοχήν μάρτυρα κατηγορίας, από την παραδεκτή επισκόπηση δε των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης, για την έρευνα του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι πλην του πολιτικώς ενάγοντος που εξετάσθηκε ανωμοτί και της συζύγου του αναιρεσείοντος Μ. Π. που εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας υπερασπίσεως κανένας άλλος μάρτυρας δεν εξετάσθηκε, η δε αντίθετη μνεία στο σκεπτικό περί ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και κατηγορίας πρέπει να αποδοθεί σε προφανή από αβλεψία παραδρομή. Κατ' ακολουθίαν αυτών είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Από τη διάταξη συνάγεται ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και συνακολούθως η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της και ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει εξουσία να κρίνει, σύμφωνα και με την αρχή, "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνον επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως και αν δεν πράξει τούτο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' λόγος ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Αν, αντιθέτως, το εφετείο αποφασίσει και για μη μεταβιβασθέν σ' αυτό με την έφεση κεφάλαιο τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για θετική υπέρβαση εξουσίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεως, η οποία ασκείται από τον Εισαγγελέα κατ' άρθρο 486 παρ. 1 γ ΚΠΔ, που πρέπει, κατά την παραγ. 3 της ίδιας διάταξης, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Στην κρινομένη περίπτωση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της απλής δυσφημήσεως με την πρωτόδικη 100766/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την με αριθμό 14274/2009 έφεση η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, Παναγιώτα Φάκου, στην οποία αναγράφονται τα ακόλουθα: "... η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, Παναγιώτα Α. Φάκου, ... ασκεί έφεση....... κατά της υπ' αριθμ. 100766 απόφασης της 3/11/2009 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον κατά το μέρος αυτής, με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο Γ. Τ. του Α., .... κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, για δυσφήμηση (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 14, 26§1α, 27§1, 362 του ΠΚ), αιτούμενος ... την εξαφάνιση της απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση, την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου της ανωτέρω πράξεως και την καταδίκη αυτού σε ανάλογη ποινή, για το λόγο ότι έγινε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ... και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, ενώ ... αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη, για την οποία κατηγορούνταν ... Επομένως, το ως άνω Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τα αποδεικτικά μέσα και κήρυξε, ως μη έδει, αθώο τον κατηγορούμενο της εν λόγω πράξεως ...". Από το άνω περιεχόμενο της εφέσεως της Εισαγγελέως συνάγεται ότι ασκήθηκε έφεση ως προς τον αναιρεσείοντα και μεταβιβάσθηκε προς κρίση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η υπό στοιχείο 2 πράξη του κλητηρίου θεσπίσματος, ήτοι ότι: "... 2) Στην Αθήνα την 21-9-2005 διέδωσαν ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ορισμένο γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Συγκεκριμένα, στο κατάστημα του Δήμου Αθηναίων, όπου διενεργείτο διαγωνισμός για τη προμήθεια υλικών εορταστικού στολισμού, διέδιδαν στους παρευρισκόμενους, ότι τα προϊόντα της "ΦΩΤΟΔΙΑΣΤΑΣΗ Α.Ε." είναι κινέζικα, τα προϊόντα που εμφανίζει ο Π. (εγκαλών) είναι άχρηστα και, επίσης, εικονική πραγματικότητα, που καμιά σχέση δεν έχουν με τα πραγματικά προϊόντα του, με αποτέλεσμα να θιγεί η τιμή και η υπόληψη αυτού σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο έναντι των εκεί παρευρεθέντων", δηλαδή μεταβιβάσθηκε προς κρίση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το σύνολο της κατηγορίας για την απλή δυσφήμηση και δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή το ότι στην αιτιολογία της ασκηθείσης εφέσεως δεν έγινε αναφορά και στον χαρακτηρισμό "άχρηστα", όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, καθ' όσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν κρίνεται από τις επιμέρους αναφορές σε λέξεις και φράσεις, που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν σ' αυτήν, αλλά από το αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία ασκείται η έφεση. Συνεπώς το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που επελήφθη της εκδικάσεως της εν λόγω πράξεως δεν υπέπεσε σε θετική υπέρβαση εξουσίας, επειδή ο χαρακτηρισμός "άχρηστα" δεν αναφέρεται στην ως άνω έφεση. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως προς την αιτίαση αυτή, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 146/1914: "Ο εν γνώσει της αναληθείας ισχυριζόμενος ή διαδίδων ως προς την επιχείρησιν ή εργασίαν ετέρου, το πρόσωπον του ιδιοκτήτου ή του διευθυντού αυτής, τα εμπορεύματα ή τας βιομηχανικάς εργασίας τρίτου, ειδήσεις, δυναμένας να βλάψωσι της επιχείρησιν, τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρις εξ μηνών και με χρηματικήν ποινήν (μέχρι τριών χιλιάδων δραχμών) ή με μίαν των ποινών τούτων. Δια της αυτής ποινής τιμωρείται και ο κύριος ή ο διευθυντής της επιχειρήσεως, εάν οι περί ων πρόκειται ισχυρισμοί ή διαδόσεις εγένοντο εν γνώσει αυτού παρά τίνος των υπαλλήλων ή των αντιπροσώπων του.". Η διάταξη αποβλέπει στην προστασία των συναλλαγών εν γένει. Προστατευόμενο έννομο αγαθό δια της άνω ποινικής διατάξεως είναι η οικονομική δημόσια τάξη, ήτοι η εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού βίου στο πεδίο των συναλλαγών, ενώ δια της απλής δυσφημήσεως προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου. Άλλωστε, ούτε η μία από τις ανωτέρω δύο πράξεις αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, ούτε η μία χρησιμεύει κατά νόμον ως αναγκαίο μέσον για τη διάπραξη της άλλης, αλλά ούτε και η μία εμφανίζεται ως συνέπεια της άλλης, που προηγήθηκε, έτσι, ώστε να διώκεται μόνον η μία και να απορροφάται η άλλη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της φαινομένης συρροής. Με αιτίαση στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να δικασθεί για το πλημμέλημα του άρθρου 12 του Ν. 146/1914 και όχι για το πλημμέλημα της απλής δυσφημήσεως του πολιτικώς ενάγοντος. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ε' πρέπει και κατά τούτο να απορριφθεί διότι στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα στην αναιρεσιβαλομένη απόφαση, με τις άνω φράσεις, ετρώθη η τιμή και η υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος ως προσώπου, πράγμα το οποίο απετέλεσε και το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, είναι δε αδιάφορον το αν τιμωρήθηκε ή μη και για το κατ' ιδέαν αληθώς συρρέον με αυτό έγκλημα της διατάξεως του άρθρου 12 του Ν. 146/1914. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ και 183, 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29.7.2012 (με αριθ. πρωτ. 5596/ 10.8.2012) δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Γ. Τ., κατά της υπ' αριθ. 26271/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ