Αριθμός 1934/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών που εδρεύει στην …, της οποίας η επωνυμία ήταν "VICTORIA (ΒΙΚΤΩΡΙΑ) Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", και η σημερινή της ονομασία προήλθε από τροποποίηση καταστατικού, και που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολο Καραγκουνίδη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χαρούλας Απαλαγάκη βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χαρούλας Απαλαγάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , 2. Της Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία " …" που εδρεύει στην …, 3. Ι. Γ. του Μ. , κατοίκου ... , οι οποίοι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4. Της Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζημιών που εδρεύει στην …, της οποίας η επωνυμία ήταν "VICTORIA (ΒΙΚΤΩΡΙΑ) Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", και η σημερινή της ονομασία προήλθε από τροποποίηση καταστατικού, και που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολο Καραγκουνίδη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αρ. 19888/3-6-2002 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσίβλητου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος, και την 1950/20-1-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1586/2004, 12599/ 2005 μη οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 3-5-2010 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 30-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 18-11-2010 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των υπό στοιχείο Α και υπό στοιχείο Β αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιο της υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (20-9-2013), συζητήθηκαν η από 30-8-2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Χ. και η από 3-5-2010 αίτηση αναίρεσης της "VICTORIA Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 1796/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Από τις υπ' αρ. ... /27-9-2010, ... /27-9-2010 και ... /28-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Γ. Κ. , που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 30-8-2010 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε η 3-12-2010, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη, τρίτο και πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, ήτοι την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " …", τον Ι. Γ. και Α. Κ. με κλήση προς αυτούς, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική σημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 13-1-2012, οπότε όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε και πάλι η συζήτηση της για τη δικάσιμο της 7-12-2012, οπότε κατά τον αυτό τρόπο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Σημειωτέον, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων μετά την πρώτη αναβολή, που έλαβε χώρα στις 3-12-2010, είχε επιδώσει ως εκ περισσού στους ανωτέρω αντιδίκους του την από 14-1-2011 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέως του Πολιτικού Τμήματος του Α.Π. (βλ. ... /17-3-2011, ... /17-3-2011 και ... /31-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή) Κατά τη τελευταία αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι τρεις πρώτοι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι υπολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τη ως άνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ. πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές ( Α.Π. 82/2013) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Με την από 31-5-2002 και υπ1 αρ. εκθ. Καταθέσεως 19888/2002 αγωγή ο ενάγων Γ. Κ. ζήτησε, με βάση το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε, να υποχρεωθούν οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτή εναγόμενοι (υπαίτιος οδηγός, κυρία εταιρεία, ομόρρυθμο μέλος αυτής και ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου οχήματος-ήδη αναιρεσίβλητοι στην 266/2010 αίτηση αναίρεσης), έκαστος εις ολόκληρο, να του καταβάλουν, μετά τον περιορισμό των αιτημάτων του σε εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωση νοσηλίων, διαφυγόν κέρδος, αποζημίωση κατά το άρθρο 931 Α.Κ. και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωρισθεί ότι οι αυτοί εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν τα υπόλοιπα των αιτουμένων για τις ως άνω αιτίες ποσών, όλα αυτό δε νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, για τις απαιτήσεις που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, ενώ ως προς τις μελλοντικές απαιτήσεις, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε απαίτηση καταστεί ληξιπρόθεσμη. Με την 1950/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων της κύριας αγωγής-ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων- ζήτησαν, σε περίπτωση που κριθεί ότι η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, έχει παραγραφεί, να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει ό,τι τυχόν αυτοί υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα. Επί των αγωγών αυτών,οι οποίες συνεκδικάσθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/κης εκδόθηκαν τρεις αποφάσεις, η 1586/2004 εν μέρει οριστική, η 12599/2005 μη οριστική και η 38718/2005 οριστική απόφαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος (για ποσά 60.472 ευρώ και 140.000 ευρώ καταψηφιστικά και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα 195.275,40 ευρώ και τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται κατά μήνα για το διάστημα από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2045, όλα νομιμοτόκως) και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά των πρωτόδικων αποφάσεων (μη οριστικών και οριστικής) ασκήθηκαν από τους διαδίκους εφέσεις, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, ασκήθηκαν: (α) η από 31.7.2006 με αριθμό εκθ. κατάθεσης 3216/2006 έφεση του ενάγοντος κατά όλων των εναγομένων της κυρίας αγωγής και εδώ αναιρεσιβλήτων, (β) η υπό 29.9.2006 με αριθμό 3817/2006 έφεση της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρείας (γ) η από 30-10-2006 με αριθμ. Εκθ.Καταθ. 4229/2006 επικουρική και υπό αίρεση έφεση των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, και η αντέφεση αυτών η οποία ασκήθηκε με τις προτάσεις τους επί της εφέσεως του ενάγοντος. Επί των ως άνω εφέσεων και της αντέφεσης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν την 14.12.2006, εκδόθηκε η με αριθμ. 1796/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία τις έκανε όλες τυπικά δεκτές, απορρίπτοντας επί της ουσίας την έφεση του ενάγοντος καθώς και εκείνη των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων. Δέχθηκε δε εν μέρει την έφεση της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και την αντέφεση (των παρεμπιπτόντως εναγόντων -αντεκκαλούντων), εξαφάνισε τις με αριθμ. 1586/2004 (εν μέρει οριστική), 12599/2005 (μη οριστική) και 38718/2005 (οριστική) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη αναιρεσίβλητους και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τους ως άνω εναγομένους, εις ολόκληρο έκαστον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 120.778 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και αναγνωρίζοντας ότι οι ίδιοι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα τα ποσά των 67.707 και 64.268 ευρώ σε περιοδικές δόσεις, νομιμοτόκως από το χρονικό σημείο που κάθε επί μέρους ποσό θα καταστεί απαιτητό. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης στρέφονται οι ανωτέρω αναιρεσείοντες (κυρίως ενάγων και εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία) με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, των οποίων οι λόγοι ερευνώνται ακολούθως. Επί της από 30-8-2010 αίτησης αναίρεσης. Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι, απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που προκάλεσε τη ζημιά καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως, από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα της συγκρούσεως των αυτοκινήτων συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 464/2003). Περαιτέρω από το άρθρο 19 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους, πρέπει, να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατό ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, ορίζεται ότι ο οδηγός του οδικού οχήματος επιβάλλεται: α) να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (αρθρ. 19 παρ. 1), β) να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (αρθρ. 19 παρ. 2) και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν αυτή είναι σεσημασμένη από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδοτούμενη και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (αρθρ. 19 παρ. 3). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά: "Την 4-6-1997 και ώρα 11.50 π.μ. (ήτοι υπό συνθήκες πλήρους φυσικού φωτισμού), ο Α. Κ. (1ος των κυρίως εναγομένων), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας νομής και κατοχής της δεύτερης εναγόμενης ( ….) που τον προέστησε στην οδήγηση και της οποίας ομόρρυθμο μέλος είναι ο τρίτος εναγόμενος, έβαινε στην επαρχιακή οδό Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Χορτιάτη, έχοντας πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να εισέλθει σε ανώνυμη οδό που οδηγεί στα Εκπαιδευτήρια "ΔΕΛΑΣΑΛ". Το ανωτέρω τουριστικό λεωφορείο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε", η οποία ήδη πριν το ατύχημα είχε εφοδιάσει την ασφαλισμένη της " …", με βεβαίωση ασφαλίσεως αυτού, η οποία βεβαίωση και μετά το ατύχημα κατατέθηκε στην τροχαία, περιλαμβάνεται δε αυτό και στην παράγραφο 29 της από 5-6-1997 έκθεσης αυτοψίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος. Περαιτέρω, η ανωτέρω επαρχιακή οδός, Χορτιάτη-Θεσσαλονίκης, στην οποία έβαινε το τουριστικό λεωφορείο, στο συγκεκριμένο σημείο αυτής (διασταύρωση με ανώνυμη οδό προς Δελασάλ), είναι διπλής κατευθύνσεως και έχει εύρος 7 μέτρων, με πλάτος εκάστης λωρίδας κυκλοφορίας 3,50 μέτρα με επικάλυψη ασφάλτου, είναι ευθεία σε μήκος άνω των 100 μέτρων, με συντελεστή τριβής 0,70 η ορατότητα την ανωτέρω ώρα της ημέρας εκείνης δεν περιοριζόταν, η κατάσταση της οδού ήταν καλή με ξηρό οδόστρωμα, με πυκνή κυκλοφορία- οχημάτων και οι δυο λωρίδες κυκλοφορίας αυτής χωρίζονται με κατά μήκος μονή διακεκομμένη διαγράμμιση, για να έχουν τη δυνατότητα οι προερχόμενοι από την Θεσσαλονίκη, ή το Χορτιάτη οδηγοί ν' αλλάξουν κατεύθυνση προς τ' αριστερά. Σημειώνεται ότι δεν υπήρχε σήμανση με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 και επομένως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 50 Χ/ΑΩ, (αρθρ. 20 §1 του ΚΟΚ), υπό τους περιορισμούς όμως της γενικής διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ, ενόψει της διασταυρώσεως και της διαμορφώσεως του οδοστρώματος που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, αντιθέτως προς τον ανωτέρω οδηγό εκινείτο ο Γ. Κ. (κυρίως ενάγων) ηλικίας κατά τον ανωτέρω χρόνο 17 ετών, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του χωρίς όμως να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης αυτής (άρθρο 94 του Κ.Ο.Κ.). Αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αυτός οδηγός, παρά τον περιορισμό της ταχύτητας στο ανωτέρω σημείο λόγω κατοικημένης περιοχής, και παρά την ύπαρξη καθέτων οδών με ενδεχόμενο κίνδυνο να εξέρχονται οχήματα από αυτές ή ν' αλλάζουν κατεύθυνση προς αυτές, τα οποία αναγκαίως θα παρεμβάλλονταν καθέτως στην πορεία του, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, αλλ' αντιθέτως ανέπτυξε ταχύτητα 50 Χ/ΑΩ τουλάχιστον. Η ανωτέρω ταχύτητα, (50 ΧΑΩ), είναι στο έσχατο όριο του επιτρεπτού, (βλ, ανωτέρω), όμως κρίνεται κατά πολύ αυξημένη ενόψει των προμνησθεισών κυκλοφοριακών συνθηκών, δεδομένου ότι ο ανωτέρω οδηγός έπρεπε να την μειώσει κατά τέτοιο τρόπο, "...ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού...", αρθρ.19 παρ.2 του ΚΟΚ) . Αντιστοίχως και ο έτερος οδηγός Α. Κ. , ο οποίος αποδείχθηκε ότι αν και πλησίασε προοδευτικώς τον άξονα της οδού με πρόθεση ν' αλλάξει κατεύθυνση προς τ' αριστερά, (ήτοι προς την ανώνυμη οδό που οδηγεί στο Δελασάλ), όφειλε να πραγματοποιήσει τον ελιγμό αυτό μόνον αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι δεν θα προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, και οπωσδήποτε ώφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, (αρθρ. 21 παρ.1 σε συνδυασμό προς 23 παρ.2). Αποδείχθηκε όμως ότι τον ελιγμό αυτό τον πραγματοποίησε ενώ αντελήφθη την αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, και η οποία ήταν απολύτως ορατή σ' αυτόν από απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρων, που ήταν η ευθεία της οδού, (βλ. σχεδιάγραμμα). Με τον τρόπο όμως αυτό παρενεβλήθη καθέτως στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να ξαφνιαστεί ο οδηγός αυτής (Γ. Κ. ), και λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει και λόγω της απειρίας του περί την οδήγηση, δεν κατόρθωσε ν' ακινητοποιήσει το όχημα του, μολονότι αντελήφθη τον κίνδυνο από την αυτή ως άνω απόσταση, να χάσει τον έλεγχο αυτής, να ανατραπεί αυτή, να συρθεί με το αριστερό της πλάι περί τα 15 μέτρα, αφού συμπαρέσυρε και τον ενάγοντα, και να επιπέσει με την εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της στο δεξιό πλαϊνό μέρος του τουριστικού λεωφορείου. Οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων εντοπίζονται ειδικότερα στην μεσαία μπαγκαζιέρα για το τουριστικό λεωφορείο και στην αριστερή πλευρά και το εμπρόσθιο μέρος για τη δίκυκλη μοτοσικλέτα. Συνεπεία της ανατροπής της δίκυκλης μοτοσικλέτας ο κυρίως ενάγων, οδηγός αυτής υπέστη σοβαρότατες σωματικές βλάβες, που περιγράφονται κατωτέρω. Υπό τα περιστατικά αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται κατ' αρχήν στην υπαιτιότητα του διαδίκου Α. Κ. , ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, κινούμενος σε οδό διπλής κατευθύνσεως και προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση προς τ' αριστερά για να εισέλθει σε άλλη οδό, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως αν μπορεί να πραγματοποιήσει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού την οποία επρόκειτο να εγκαταλείψει, πλην, κινηθείς αρχικώς πλησίον του άξονος της οδού, στη συνέχεια άλλαξε ανελέγκτως κατεύθυνση προς τ' αριστερά και με τον τρόπο αυτό παρεμβλήθηκε στην πορεία του οχήματος του διαδίκου Γ. Κ. , αν και το αντελήφθη από απόσταση τουλάχιστον 48 μέτρων, (παράβαση άρθρων 12 §1 και 21 §1, 23 §2 του ΚΟΚ). Όμως, στην επέλευση του ατυχήματος, και δη ανεξαρτήτως της αμελείας του ανωτέρω οδηγού, συνετέλεσε το πταίσμα του ως άνω διαδίκου, Γ. Κ. , το οποίο συνίσταται στο ότι αυτός, χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια οδήγησης και επομένως εμπειρία, ανέπτυξε ταχύτητα 50 περίπου χλμ/ω, που είναι το ανώτατο επιτρεπτό όριο, της συγκεκριμένης οδού και κρίνεται αυξημένη ενόψει των ειδικών κυκλοφοριακών συνθηκών, (κατοικημένη περιοχή, πυκνή κυκλοφορία, διακεκομμένη διαγράμμιση), η αυξημένη δε ταχύτητα αυτή συνετέλεσε στο να μην κατορθώσει να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του και στη μεσολαβούσα μεταξύ αυτού και του παρεμβληθέντος αυτοκινήτου του Α. Κ. , ως άνω απόσταση, (παράβαση άρθρου 12 §1, 94 σε συνδυασμό με 19 §§2 και 3 του ΚΟΚ) . Το ποσοστό συνυπαιτιότητος εκάστου, υπό τα αυτά, ως άνω περιστατικά, καθορίζεται σε 70% και 30%, αντιστοίχως, δεχόμενης εν μέρει κατ' ουσία της ενστάσεως των κυρίως εναγομένων, που στηρίζεται στο άρθρο 300 του ΑΚ και 5 §1 του ν. ΓΠΝ/1911". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά και με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στον οποίο καταλογίσθηκε συνυπαιτιότητα στο ατύχημα σε ποσοστό 30%. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα χωρίς να κατέχει την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού, εκινείτο με ταχύτητα 50 Χ/Ω που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, πλην όμως η ταχύτητα αυτή ήταν αυξημένη ενόψει των πυκνών κυκλοφοριακών συνθηκών και ο αναιρεσείων έπρεπε να την μειώσει. Επομένως δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων εκινείτο με την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα και της άλλης παραδοχής ότι η άνω ταχύτητα ήταν η γενικώς ισχύουσα βάσει του αρθρ. 20 §1 του ΚΟΚ αλλά ο αναιρεσείων στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να την μειώσει για τον αναφερόμενο λόγο ενόψει του αρθρ. 19 §2 του ΚΟΚ. Ούτε εξάλλου υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων αιφνιδιάσθηκε από την αιφνίδια παρεμβολή του λεωφορείου στο ρεύμα πορείας του και της παραδοχής της υπαιτιότητας του για τους ανωτέρω λόγους αφού η παραδοχή της αιφνίδιας παρεμβολής του λεωφορείου δεν αναιρεί οποιαδήποτε αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία όμως συνέτρεξε όπως δέχεται το Εφετείο. Αναφέρεται επίσης στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων αντελήφθη την αιφνίδια είσοδο του τουριστικού λεωφορείου στο ρεύμα πορείας του από απόσταση 50μ. και παρόλα αυτά δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το όχημα του, πράγμα που θα μπορούσε να πράξει αν εκινείτο με μειωμένη ταχύτητα που επιβαλλόταν για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση. Προσδιορίζεται επίσης στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε τον κίνδυνο από το τουριστικό λεωφορείο από απόσταση 50 μέτρων. Δέχεται επίσης το Εφετείο, ότι αν ο αναιρεσείων εκινείτο με μειωμένη ταχύτητα θα αποφευγόταν το ατύχημα και ότι η αναφερόμενη στην απόφαση άνω απόσταση των 50μ. ήταν επαρκής για την αποφυγή της συγκρούσεως. Σημειώνεται ότι στην απόφαση δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να προβεί σε αποφευκτική κίνηση. Η συνυπαιτιότητα στο ατύχημα του αναιρεσείοντα εντοπίζεται στην παράλειψη μειώσεως της αυξημένης ενόψει των ειδικών συνθηκών ταχύτητας. Επομένως ενόψει της παραδοχής αυτής, που αρκούσε για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος,το Εφετείο δεν χρειαζόταν ν' ασχοληθεί και με την παράλειψη εκτελέσεως αποφευκτικής ενέργειας. Εντέλει δεν χρειαζόταν η απόφαση του Εφετείου να αναφέρει ποιο σημείο της επαρχιακής οδού είχε παραμείνει ελεύθερο σε γραμμικά μέτρα ούτε χρειαζόταν η απόφαση του Εφετείου να αναφέρει αν ο οδηγός του λεωφορείου μετά την παράνομη κίνηση του επιχείρησε οποιαδήποτε ενέργεια για την αποφυγή του ατυχήματος, αφού για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος αρκούσε η παράλειψη μειώσεως της αυξημένης ενόψει των ειδικών συνθηκών ταχύτητας του οχήματος του. Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού στοιχείου, διέλαβε πλήρεις, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στην απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. II. Κατά την περίπτωση του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ως έγγραφα για τη θεμελίωση του άνω λόγου αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Επομένως δεν αποτελούν έγγραφο κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως γραπτά κείμενα που αποδίδουν το περιεχόμενο άλλου αποδεικτικού μέσου όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται από το δικαστήριο, αφού μάλιστα η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (βλ. αρθρ. 383, 339 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς η προβαλλόμενη παραμόρφωση εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης δεν ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του διαληφθέντος λόγου αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 870/1998, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 1737/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 121/19-5-2004 εκθέσεως ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 1586/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονα ιατρού-νευροχειρουργού Ν. Κ., κατά τον περιγραφόμενο τρόπο, ήτοι γιατί ενώ ο πραγματογνώμων στην έκθεση του αποφάνθηκε ότι ο παθών και ήδη αναιρεσείων κατέστη δια βίου ανάπηρος, η απόφαση εντούτοις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για το μετά την 31-12-2010 χρονικό διάστημα και όσον αφορά την επιδίκαση των αναφερομένων δύο κονδυλίων θα χρειασθεί επανεξέταση από ειδικούς ιατρούς. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο διαληφθείς λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. III. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και είχε νόμιμα προσκομίσει προς απόδειξη ότι δεν τον βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στο ατύχημα, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του: 1) το κατηγορητήριο σχετικά με το επίδικο ατύχημα και 2) την υπ' αριθμ. 2374/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης όπως και την υπ' αριθμ. 1975/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, έστω και αν δεν τα αξιολογεί ειδικώς, και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ. ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως, του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (βλ. Ολ. ΑΠ 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την επιτρεπτώς επισκοπούμενη από'τον Άρειο Πάγο από 31-5-2002 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την επιδίκαση ποσού 450.000 Ευρώ, λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του, που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος και ειδικότερα της πλήρους και ισόβιας αναπηρίας του που του προκάλεσε ΠΛΗΡΗ, ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ ΤΕΤΡΑΠΛΗΓΙΑ. παράλυση άνω και κάτω άκρων, βάδιση με ειδικό μηχάνημα στήριξης (περπατούρα), ανικανότητα κίνησης εκτός της οικίας του, αγκύλωση και των δύο άνω άκρων, λειτουργικότητα του δεξιού χεριού του κατά ποσοστό 50%, πλήρη κατά ποσοστό 100% έλλειψη λειτουργικότητας του αριστερού χεριού. Έτσι, θεωρείται άτομο με ειδικές ανάγκες, πλήρως ανίκανος προς εργασία, έχει πλήρη λειτουργική ανικανότητα σε επίπεδο καθημερινής δραστηριότητας και αυτοεξυπηρέτησης, χρειάζεται φροντίδα και υποστήριξη από συνοδό όλο το 24ωρο, είναι καταδικασμένος από την ηλικία των 17 ετών σε καθήλωση και αδυναμία αυτοδύναμης βάδισης και στήριξης, έχει υποστεί εφ' όρου ζωής καταστροφή της σωματικής και ψυχικής υγείας του καθώς και της μελλοντικής κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής αποκατάστασης του, θα αποστερηθεί από τις χαρές της ερωτικής και οικογενειακής ζωής και γενικά της τεράστιας και αναποκατάστατης ψυχικής, σωματικής και οικονομικής ταλαιπωρίας του και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος ήταν ηλικίας 17 ετών, όπως αυτή πολύ ορισμένα και με πολύ λεπτομέρεια εκτέθηκε ενώπιον του, της δημοσιότητας που έλαβε, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της δικής του και των αναιρεσιβλήτων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος στην ουσία το άνω αίτημα για το συνολικό ποσό των 146.735,14 Ευρώ, από τα οποία καταψηφιστικά 70.000 Ευρώ και αναγνωριστικά 76.735,14 Ευρώ. Το Εφετείο όμως κατά παραδοχή της εφέσεως της τετάρτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, μείωσε το παραπάνω ποσό σε 70.000 Ευρώ. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει το Εφετείο το ανωτέρω ποσό ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αλλά και το άρθρο 932 Α.Κ. για επιδίκαση εύλογη χρηματικής ικανοποίησης. Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, καθ' όσο μέρος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του όρθρου 25 του Συντάγματος είναι αβάσιμος (Ολ. Α.Π. 6/2009, Α.Π. 873/2012), καθ' όσο δε μέρος προσάπτει παραβίαση του όρθρου 932 Α.Κ. είναι απαράδεκτος, διότι η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικως με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ούτε ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίηση, που εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, διότι πρόκειται για κρίση που σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Επί της από 3-5-2010 αίτησης αναίρεσης. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του Α. Κ. συμβιβασμός είναι η σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι καταργούν την μεταξύ τους έριδα ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Οι υποχωρήσεις πρέπει να είναι αμοιβαίες. Δεν υπάρχει συμβιβασμός, αλλά άλλη έννομη σχέση αν οι υποχωρήσεις γίνονται μόνο από το ένα μέρος (άφεση ή αναγνώριση χρέους). Οι θυσίες στα πλαίσια του συμβιβασμού στις οποίες προβαίνουν τα μέρη δεν είναι ανάγκη να είναι ισάξιες. Εφόσον ο συμβιβασμός είναι αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται και αυτός, εκτός από την ειδική ρύθμιση, και στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ που ορίζει ότι "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποίαν εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή". Έτσι για να χαρακτηρισθεί μία σύμβαση (επομένως και ο συμβιβασμός) ως αισχροκερδής, πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως οι εξής αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις: 1) να υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Τέτοια προφανής δυσαναλογία υπάρχει όταν υποπίπτει αμέσως στην αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των σχετικών συναλλαγών και όταν υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι λογικό και κοινωνικά αποδεκτό να αποκομίζει ο ένας συμβαλλόμενος όφελος σε βάρος του άλλου συμβαλλόμενου. Η απλή ανισότητα παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί. Η δυσαναλογία κρίνεται κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως. 2) Η δυσαναλογία αυτή να οφείλεται στην ανάγκη, κουφότητα ή απειρία ενός από τους συμβαλλόμενους. Ανάγκη είναι η πρόσκαιρη ή μόνιμη κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλο), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής. Κουφότητα είναι η απερισκεψία η ελαφρότητα, εξ αιτίας της οποίας ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων του και η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους. Απειρία, τέλος, είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές, ακόμη και αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τομέα και 3) Ο αντισυμβαλλόμενος να εκμεταλλεύθηκε αυτή την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία. Τούτο συμβαίνει όταν γνώριζε τη συγκεκριμένη αδυναμία του θύματος της αισχροκέρδειας και επωφελήθηκε απ' αυτή για να επιτύχει τη δυσανάλογη παροχή. Όμως κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ στο συμβιβασμό δεν πρέπει να παραβλέπεται η ιδιάζουσα φύση του συμβιβασμού, η οποία ακριβώς συνίσταται στην παραίτηση, μικρή ή μεγάλη, των προβαλλομένων αξιώσεων, έτσι ώστε και αν ακόμη διαπιστώνεται ικανή απόκλιση των περιουσιακών ανταλλαγμάτων, τότε θα πρόκειται για προφανή δυσαναλογία κατά την έννοια της ΑΚ 179, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διατάξεως. Έτσι επί συμβιβασμού υπάρχει προφανής δυσαναλογία, όταν ο οφειλέτης καταβάλλοντος άμεσα ορισμένο χρηματικό ποσό, πετυχαίνει εκμεταλλευόμενος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του δανειστή να πείσει τον τελευταίο να παραιτηθεί από μέλλουσες πρόβλεπες και σε μεγάλο βαθμό βάσιμες αξιώσεις του κατά πολύ υπέρτερου ποσού έναντι εκείνου που άμεσα λαμβάνει. Εξάλλου, κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Κατά δε το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται βέβαια, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. II. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ως προκύψαντα από τις αποδείξεις ενόψει του περιεχομένου των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο λόγων αναιρέσεως: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κυρίως ενάγων, Γ. Κ. , που όπως προειπώθηκε κατά το χρόνο του ατυχήματος (4-6-1997) ήταν 17 ετών, μετά από αυτό μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, "Γ. ΠαπαΝ. ", εισήχθη στο νευροχειρουργικό τμήμα αυτού με πρώτη διάγνωση "κάκωση αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης-χαμηλή τετραπληγία, από τον Α4 σπόνδυλο και κάτω" και στη συνέχεια "κάκωση κεφαλής -αυχένος - πλήρης τετραπληγία από Αβ και κάτω -Υπαισθησία Α6-Θ2, Αναισθησία από Θ2 και κάτω, διατήρηση εν τω βάθει αισθητικότητας-κατάργηση κοιλιακών αντανακλαστικών - κάταγμα σώματος Α7 - διαταραχές σφιγκτήρας" (βλ. το από 23-6-1997 ενημερωτικό σημείωμα του νευροχειρουργικού τμήματος του Γ. Π. Νοσοκομείου "Γ. ΠαπαΝ. "). Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και έγινε πρόσθια προσπέλαση, σωματεκτομή Α7 σπονδύλου, σπονδυλεσία Α6-Θ1 με κύλινδρο και πλάκα με βίδες (βλ. το ως άνω έγγραφο). Από το ως άνω νοσοκομείο εξήλθε την 23-6-1997 σε ίδια νευρολογική κατάσταση και του συστήθηκε φυσιοθεραπεία με αυχενικό κηδεμόνα. Σε τρεις ημέρες την 29-6-1997 εισήχθη και πάλι στο ίδιο νοσοκομείο υποβλήθηκε σε εργαστηριακούς ελέγχους διαπιστώθηκε εμπύρετη ουρολοίμωξη και εξήλθε την 9-7-1997. Την 21-7-1997 συνοδευόμενος από τη μητέρα του Ν. Κ. , μετέβη στην πόλη της Ρουμανίας Μανγκάλια, προκειμένου να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία και κινησιοθεραπεία όπου και παρέμεινε επί τρεισήμισι μήνες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, την 6-4-1998 επισκέφθηκε το Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καβάλας, όπου κατόπιν εξετάσεων του συστήθηκε χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αντιμετωπιστεί εντονότατη κυρωτική θέση της ΑΜΣΣ στο ύψος Α4-5-6 με πίεση του μυελού (βλ. την από 6-4-1998 ιατρική γνωμάτευση του Δ/ντη του νευροχειρουργικού τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου νευροχειρουργού ιατρού Η. Κ. ). Στις 27-4-1998 εισήχθη στο ανωτέρω νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και ειδικότερα σε μικροχειρουργική δισεκτομή Α4-Α5 και Α5-Α6 σπονδύλων, τοποθετήθηκε μηχανισμός CAFES τιτανίου πλάκα με οκτώ βίδες, υποκατάσταση μεσοσπονδυλίων διαστημάτων και πρόσθια σπονδυλεσία ήλθε δε τη 5-5-1998 με διάγνωση ότι η πορεία του παρουσιάζεται ομαλή, σαφής βελτίωση τόσο κινητική (δεξιά) όσο και υποχώρηση των αισθητικών παραισθήσεων και με οδηγίες να φοράει αυχενικό κολάρο, για οκτώ εβδομάδες, προϊούσα αφαίρεση κολάρου μετά από φυσιοθεραπευτική αγωγή, κινησιοθεραπεία γενικά και άμεσα. Από το ως άνω νοσοκομείο εξήλθε την 5-5-1998 (βλ. το από 5-5-1998 ενημερωτικό σημείωμα του ανωτέρω νοσοκομείου). Την 7-11-1998 εισήχθη στο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" με εμπύρετη ουρολοίμωξη, αδυναμία συγκράτησης ούρων, έγινε συντηρητική αντιμετώπιση, τοποθετήθηκε υπερήβιος καθετήρας, και μετά την έξοδο του την 11-11-1998 του συστήθηκε να πίνει άφθονα υγρά, να παίρνει τα χορηγηθέντα σε αυτόν φάρμακα και να γίνει αλλαγή κυστεστομίας μετά από τρεις μήνες (βλ. το από 11-11-1998 πληροφοριακό σημείωμα της Ουρολογικής Κλινικής του ανωτέρω νοσοκομείου). Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αριθμό 121/19-5-2004 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 1586/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονα ιατρού, νευροχειρουργού, Ν. Κ., ο οποίος διενήργησε την διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, ο ενάγων κατά την αντικειμενική κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι πάσχει από σπαστική βαρεία τετραπάρεση με έντονη σπαστικότητα προκαλούσα δυσμορφία των άκρων ιδιαιτέρως δακτύλων, αγκυλώσεις αρθρώσεων, ορθοκυστικές διαταραχές με έκφραση κυρίως προς την δυσκοιλιότητα και επίσχεση ούρων (καθετηριασμοί διαλείποντες). Διατηρεί θωρακική αναπνοή και δύναται με βοήθεια τρίτων να ορθοστατεί, χωρίς ιδιαίτερη δυνατότητα βηματισμού. Εκείνο που είναι άξιο παρατήρησης είναι η μη ικανοποιητική ιατροφαρμακευτική και φυσιοθεραπευτική αντιμετώπιση, (7) δε περίπου χρόνια μετά είναι δύσκολο κανείς να συζητά για περαιτέρω βελτίωση έστω και με πολύ καλό επίπεδο - πρόγραμμα αποκατάστασης. Η ανωτέρω συμπτωματολογία συνάδει πλήρως με την ανατομική βλάβη του Ν.Μ. εκ του ατυχήματος και δεδομένου ότι ο Ν.Μ. έχει περιορισμένες δυνατότητες αποκατάστασης (εξαιτίας του ότι το Κ.Ν.Σ. δεν αναπαράγεται), εάν δεν του προσφερθούν όλες εκείνες οι δυνατότητες που ευνοούν έστω και την ελάχιστη αποκατάσταση, δεν δύναται να προβλεφθεί περαιτέρω βελτίωση, επίσης δε γίνεται κατανοητό, ότι μετά από μία καταστροφική βλάβη του Ν.Μ. θα λειτουργήσει από πλευράς νευρολογικής ό,τι απέμεινε εκ των ανατομικών και λειτουργικών στοιχείων του Ν.Μ. εκτός της βλάβης (ό,τι δηλαδή δεν καταστράφηκε και παρέμεινε ζωντανό). Απαντώντας δε στα ερωτήματα του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι: 1) ο ενάγων Κ. Γ. υπέστη από ιατρικής πλευράς σοβαρότατο τραυματισμό που είναι αιτία της καταστάσεώς του και που θα ήταν δυνατόν να του στοιχίσει και τη ζωή αν δεν υπήρχαν τα κατάλληλα μέσα νοσηλείας στη Μ.Ε.Θ. 2) Όπως προαναφέρθηκε ο τραυματισμός έγινε αιτία της βλάβης του Ν.Μ. που είναι αιτία της απώλειας κινητικότητας των άκρων (σπαστική τετραπληγία), ευθύνεται 100% για αυτή την κατάσταση και επέδρασε από την πρώτη στιγμή εφ' όρου ζωής του ασθενούς με διαφοροποίηση τη μικρή βελτίωση που περιγράφηκε ανωτέρω. 3) Οπωσδήποτε κατέστη δια βίου ανάπηρος εφόσον ο ασθενής δεν δύναται όχι να εργασθεί αλλά και να αυτοεξυπηρετηθεί με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% ως το 82%. 4) Το να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα μετά τα όσα προαναφέρθηκαν, φαίνεται λογικώς αδύνατον. 5) Ήδη προαναφέρθηκε ότι δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί και χρήζει φροντίδας υπό τρίτου ατόμου πιθανότατα (για να μην είμαστε απόλυτοι) δια βίου. 6) Πάλι περιεγράφη ανωτέρω ότι τα άνω και κάτω άκρα δεν κινούνται (σπαστική τετραπάρεση) ικανοποιητικά με έντονη σπαστικότητα, μυϊκή δυστροφία και αγκύλωση των αρθρώσεων. Συμπερασματικά πρόκειται για ασθενή που υπέστη βαρεία αυχενική βλάβη με καταστροφική πίεση του Ν.Μ., που εκδηλώνεται με σπαστική τετραπάρεση (κατάσταση που έφθασε μετά από χειρουργικές επεμβάσεις και φυσιοθεραπεία), χωρίς να αναμένεται και με τα καλύτερα τώρα μέσα-ιδιαίτερη περαιτέρω βελτίωση. Επίσης, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτοκόλλου 12273/20-9-2005 επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ο ενάγων πάσχει από ατελή τετραπληγία, συνεπεία κατάγματος Α7 σπονδύλου και θλάση νωτιαίου μυελού προ δετίας, το ποσοστό δε αναπηρίας αυτού καθορίζεται σε 80%. Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη επίσης και νόμιμα προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αριθμό πρωτοκόλλου 26/Τ.Χ.Π.Ε./12483/8-7-2005 βεβαίωση της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας Νομαρχίας Θεσσαλονίκης ο ενάγων δεν είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα της Υπηρεσίας των ατόμων που επιδοτούνται από πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης ατόμων με ειδικές ανάγκες που εφαρμόζει το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ο ίδιος δε ενάγων, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου βεβαίωσε ότι δεν λαμβάνει καμία οικονομική ενίσχυση στη Ρουμανία λόγω της πάθησης του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 1998, κατόπιν διαπραγματεύσεων ο ενάγων, ο οποίος μέχρι τον χρόνο εκείνο είχε υποβληθεί σε έξοδα 6.000.000 δραχμών, και που ήδη είχε ενηλικιωθεί οι γονείς αυτού, Χ. και Ν. Κ. και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας, "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" Δ. Τ., συμφώνησαν εξώδικο συμβιβασμό, με βάση τον οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών (20.000.000), προς αποκατάσταση κάθε ζημίας του και κάλυψη κάθε υπάρχουσας, και μελλοντικής αξιώσεως του που θα απορρέει από το ατύχημα, (και συνεπεία του τραυματισμού του) σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και των ιδιοκτητών αυτού. Πράγματι την 16 Οκτωβρίου 1998 υπογράφηκε από τους ανωτέρω το "Συμφωνητικό συμβιβασμού δρχ. 20.000.000 δρχ." στο οποίο αναφέρεται ότι "τα ώδε συμβαλλόμενα μέρη προς αποφυγή των μεταξύ των δικαστικών διενέξεων και των εκ τούτων δαπανών, απεφάσισαν την δια συμβιβασμού οριστική ταύτης επίλυση και προς τούτου συναπεφάσισαν ότι ο αφ ετέρου ώδε συμβαλλόμενος όπως ώδε παρίσταται και εκπροσωπείται (παρά των γονέων του) εδήλωσε ότι δέχεται όπως εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση πάσης και οιασδήποτε αυτού απαιτήσεως και αξιώσεως θετικής και αποθετικής, παρούσης και μελλούσης, γεγενημένης ή μη, είτε εκ δαπανών νοσηλείας και ιατρο-φαρμακευτικής του περιθάλψεως μέχρι σήμερον και εφ όρου ζωής του, είτε εκ δαπανών μετακινήσεως του, αμοιβών ιατρών, φυσιοθεραπειών, αποκλειστικών νοσοκόμων, και λήψεως βελτιωμένης τροφής του, είτε εκ δαπανών επισκευής της ρηθείσης μοτοσικλέτας του, είτε εξ απώλειας των εκ της εργασίας του προσόδων μέχρι σήμερον και εις το μέλλον και εφ όρου ζωής του, λόγω της τυχόν καταλειφθησομένης εις αυτόν ολικής ή μερικής αναπηρίας και ανικανότητας προς εργασίαν, είτε δια χρηματικής του ικανοποίησιν λόγω ηθικής βλάβης, ως και δια πάσαν άλλην και οιανδήποτε αυτού απαίτησιν και αξίωσιν έστω και μη ρητώς και εις το παρόν αναφερομένου, σχετιζόμενης όμως αμέσως ή εμμέσως προς τον εν αρχή τραυματισμόν του, ας απάσας έχει ή μέλλει να έχει, κατέστει της πρώτης συμβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρείας του οδηγού του ζημιογόνου πούλμαν, και της κυρίας και κατόχου τούτου, λάβει παρά της πρώτης συμβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ" το συνολικό ποσό των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών, εις τρόπον ώστε ουδεμία άλλην να έχει ή διατηρεί απαίτησιν και αξίωσιν κατά πάντων των ανωτέρω προς αποζημίωσιν των υπόχρεων, εκ πασών των εκτεθεισών αιτιών και εκ πάσης άλλης τοιαύτης. Την ανωτέρω αίτησιν δήλωσιν του αφ ετέρου συμβαλλομένου απεδέχθη η πρώτη συμβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρεία δια του ώδε νομίμου της εκπροσώπου και κατέβαλε εις αυτόν σήμερον κατά την υπογραφή του παρόντος, τούτου επέχοντος και θέσιν αποδείξεως καταβολής, το άνω παρ' αυτού αιτηθέν ποσό των είκοσι εκατομμυρίων δραχμών, εις πλήρη και ολοσχερή εξόφλησιν πάσης και οιασδήποτε απαιτήσεως και αξιώσεως του. Ο αφετέρου συμβαλλόμενος Γ. Κ. , όπως ώδε παρίσταται και εκπροσωπείται (παρά των γονέων του) εισπράξας σήμερον παρά της πρώτης συμβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" το άνω παρ' αυτού αιτηθέν ποσό των 20.000.000 δρχ δηλώνει ρητώς και ανεπιφυλάκτως ότι εξοφλεί πλήρως και ολοσχερώς την τε πρώτη συμβαλλόμενη ασφαλιστικήν εταιρεία, τον οδηγό του ζημιογόνου (Α. Κ. ) και την κυρία και κάτοχον αυτού (" …") δια πάσαν και οιανδήποτε αυτού απαίτησιν και αξίωσιν θετικήν και αποθετικήν, παρούσαν και μέλλουσαν γεγενημένη ή μη και αμετακλήτως παραιτείται από πάσαν άλλην αξίωσιν του, θεωρών εαυτόν ως πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθέντα και ικανοποιηθέντα παρά της πρώτης συμβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Στην κατάρτιση του παρόντος συμβιβασμού συνέβαλαν και οι γονείς του αφ ετέρου ώδε συμβαλλομένου, οι οποίοι ως ερρήθη, παρίσταντο απ' αρχής μέχρις τέλους κατά την σύνταξιν του παρόντος και οι οποίοι θεωρούν τον επιτευχθέντα συμβιβασμών δίκαιον, εύλογον και επωφελή δια τον τραυματισθέντα υιό τους, τα εις το παρόν συνεφωνήθησαν μεταξύ των ώδε συμβαλλομένων ως οριστικά και αμετάκλητα αμφότερα, δε τα συμβαλλόμενα μέρη ρητώς παραιτούνται από παντός δικαιώματος των προς προσβολή του κύρους του παρόντος, εξ οιουδήποτε λόγου και αιτίας και λόγω πλάνης έτι." Από το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων, για όλες τις αξιώσεις που συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η τέταρτη εναγομένη "ΒΙΚΤΟΡΙΑ Α.Ε." σύμβαση συμβιβασμού και εισέπραξε την ίδια ημέρα 20.000.000 δραχμές, στα πλαίσια του συμβιβασμού αυτού, υπογράφοντας και παραδίδοντας σε αυτήν την πιο πάνω απόδειξη, ενώ για κάθε επιπλέον αξίωσίν του που δεν καλύπτονταν από το ποσό αυτό, συνήψε με αυτήν, συγχρόνως και σύμβαση άφεση χρέους. Οι συμβάσεις αυτές συμφωνήθηκε να ενεργούν αντικειμενικά, δηλαδή και υπέρ του ήδη πρώτου εναγομένου (Α. Κ. ) οδηγού του ζημιογόνου τουριστικού λεωφορείου, της δεύτερης εναγομένης κυρίας αυτού ( …) και κατ' επέκταση και των ομορρύθμων μελών αυτής (τρίτος εναγόμενος Ι. Γ. ). Όμως όπως προειπώθηκε ο ενάγων, κατά το χρόνο των ανωτέρω συμβάσεων, (16 Οκτωβρίου 1998) είχε πέντε μήνες που είχε συμπληρώσει τα 18 του χρόνια. Μετά το ατύχημα και τον σοβαρό όπως εκτέθηκε ανωτέρω σοβαρό τραυματισμό του, και μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία ήταν σχεδόν κλινήρης. Συνεπώς, κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν είχε την απαιτούμενη περί τη ζωή αλλά και τις συναλλαγές εμπειρία και λόγω ηλικίας αλλά και λόγω μορφώσεως σε αντίθεση με την μεγάλη σε παρόμοιες συμβάσεις εμπειρία της ασφαλιστικής εταιρείας. Εκτός αυτού, αποδείχθηκε ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο, αυτός και η οικογένεια του αντιμετώπιζαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να παρίσταται επιτακτική και ανεπίδεκτος αναβολής η ικανοποίηση αυτών. Αφενός μεν ο πατέρας αυτού, ήταν οικοδόμος, η μητέρα του δούλευε σε κομμωτήρια ως μανικιουρίστα, που όμως μετά το ατύχημα του υιού της εγκατέλειψε την εργασία της και ήταν συνεχώς δίπλα στο παιδί της που την είχε ανάγκη όλη την ημέρα, μαζί δε είχαν επισκεφθεί την Ρουμανία προκειμένου να υποβληθεί εκεί σε φυσιοθεραπεία. Μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1998 είχαν δαπανήσει περί τα 6.000.000 δραχμές, βοηθούμενοι από την Εκκλησία, την Κοινότητα Ασβεστοχωρίου και από δάνεια από τρίτους. Αυτά όλα ήταν γνωστά στην ασφαλιστική εταιρεία, διότι αυτή, είχε αναθέσει στον υπάλληλο αυτής Ν. Χ. να ερευνήσει την υπόθεση και να συντάξει προς αυτήν σχετικές εκθέσεις. Με τις από 19-8-1997, 2-1-1998, 5-4-1998 εκθέσεις του προς αυτήν την ενημερώνει για όλα τα παραπάνω. Ειδικότερα στην από 19-8-1997 έκθεση του την ενημερώνει ότι "κατόπιν πληροφοριών που έλαβα είναι φτωχοί άνθρωποι, ο πατέρας δουλεύει στις οικοδομές-δουλεύει συνεχώς-η μητέρα άνεργος με ασχολία της τα οικιακά-χωρίς καμία επιδότηση". Αλλά και στην από 5-4-1998 έκθεση του ενημερώνει την ασφαλιστική εταιρεία ότι ο ίδιος ο πατέρας του ενάγοντα σε συνομιλία μαζί του, του είπε ότι "μέχρι τότε έκαναν έξοδα 6.000.000 δραχμές, ότι είναι οικοδόμος χωρίς ΙΚΑ με 1200 δρχ. ημερομίσθιο, αλλά τους βοήθησαν όλοι η εκκλησία, η κοινότητα, οι γονείς του και ό,τι οικονομίες είχε. Ότι η μητέρα του ενάγοντα είναι πια η μόνιμη βοηθός του παράλυτου παιδιού του, πρώτα δούλευε σε κομμωτήριο και σε σπίτια κάνοντας μανικιούρ". Εκτός της οικονομικής του κατάστασης ήταν γνωστή στην ασφαλιστική εταιρεία και η σοβαρή κατάσταση της υγείας του ενάγοντα. Πριν την ανωτέρω συμφωνία, είχε εξεταστεί από τον ιατρό της ασφαλιστικής εταιρείας Α. Α. , ο οποίος στην από 25-6-1997 γνωμάτευση του αναφέρει "η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος από νευρολογικής απόψεως παρουσιάζει πλήρη τετραπληγία κάτω άκρων, στα δε άνω άκρα υπάρχει κίνηση των ώμων και αγκώνων υποβοηθούμενη, κάτωθεν δε των αγκώνων δεν υπάρχει καμία κίνηση και τέλος ότι η κατάσταση του παθόντος κρίνεται λίαν σοβαρή". Ο ίδιος ιατρός στην από 19-5-1998 γνωμάτευση του αναφέρει ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος κατά το χρόνο εκείνο μετά από νέα χειρουργική επέμβαση παρουσιάζει πλήρη αισθητικότητα άνω και κάτω άκρων, η κινητικότης αυτών έχει βελτιωθεί χωρίς να είναι λειτουργική. Δεν έχει εκούσια ούρηση και αφόδευση και τέλος ότι η κατάσταση του παρουσιάζει βελτίωση χωρίς να μπορεί να γίνει ακριβής πρόβλεψη". Εξάλλου, και ο διερευνήσας την υπόθεση από πλευράς ασφαλιστικής Ν. Χ. , στην από 5-4-1998 έκθεση του προς αυτήν αναφέρει χαρακτηριστικά μετά από επίσκεψη στο σπίτι του ενάγοντος ότι "κατά τη γνώμη του είναι τελειωμένη, βαρύτατη για μας περίπτωση - αλλά και για τον ίδιο φυσικά". Κατόπιν όλων των ανωτέρω με σαφήνεια προκύπτει ότι ήταν γνωστή στην τέταρτη εναγόμενη τόσο η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και της οικογένειας του όσο και η σοβαρότατη κατάσταση της υγείας του, αφού ο ίδιος ο υπάλληλος της, έμπειρος σε τέτοιου είδους καταστάσεις, αναφέρει την υπόθεση "βαρύτατη για αυτούς και τελειωμένη". Η τέταρτη εναγόμενη με τη μεγάλη εμπειρία της σε ατυχήματα, όπως το ένδικο, με άτομα νεαρής ηλικίας βαρύτατα τραυματισμένα και κατά συνέπεια με μεγάλου ύψους δαπάνες για την κατά το δυνατό αποκατάσταση της υγείας τους και την αξιοπρεπή διαβίωση τους γνώριζε, σε συνδυασμό με το ότι ήταν εμφανής η σε μεγάλο βαθμό η συνυπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτή οχήματος, ότι εάν η υπόθεση κατέληγε στα Δικαστήρια θα επιδικάζονταν υπέρ του ενάγοντος σημαντικά ποσά. Όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος Α. Α. που ήταν παρούσα κατά την ανάγνωση του συμφωνητικού του συμβιβασμού, κατά την οποία "δεν έγινε τίποτα βιαστικά", "... τα πάντα ήταν εντάξει" αλλά και "εκείνο τον καιρό η οικογένεια είχε μεγάλη ανάγκη". Για την ανάγνωση και επεξήγηση του συμφωνητικού δεν υπάρχει αμφισβήτηση από την πλευρά του ενάγοντος, ο οποίος διατηρεί πλήρη πνευματική διαύγεια, παρά μόνο για τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή του. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ανωτέρω σύναψη του συμβιβασμού στα 20.000.000 δραχμές, δίνει την εντύπωση προφανούς, κατ1 αντικειμενική κρίση, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και ότι για να την επιτύχει η τέταρτη εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την ηλικία του ενάγοντος (γεννήθηκε στις 30-5-1980), την απειρία του σε τέτοιου είδους αλλά και εν γένει συναλλαγές, τη μεγάλη οικονομική ανάγκη του ίδιου και της οικογένειας του (ο πατέρας του ήταν οικοδόμος και η μητέρα του μανικουρίστα) η οποία προσέβλεπε και στην οικονομική της ενίσχυση από την εργασία του ενάγοντος, εάν δεν είχε συμβεί το ατύχημα ενώ μετά από αυτό θα έπρεπε, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα να τον συντηρεί αλλά και στη διαφορετική αντίληψη για τα οικονομικά μεγέθη αν ληφθεί υπόψη ότι η οικογένεια του ενάγοντος παλαιότερα διέμενε στη Ρουμανία (ο πατέρας του είναι Ελληνικής καταγωγής και η μητέρα του Ρουμάνα) όπου και οι δαπάνες διαβίωσης και οι αμοιβές ήταν πολύ χαμηλότερες από ότι στην πατρίδα μας. Επομένως η ανωτέρω σύμβαση του συμβιβασμού είναι άκυρη (άρθρα 178, 179 ΑΚ) και πρέπει να απορριφθεί η σχετική ένσταση των εναγομένων και να γίνει δεκτή η αντένσταση του ενάγοντος για ακυρότητα του συμβιβασμού". III. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα που συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 179 και 871 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έχει πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες σε όλα τα στοιχεία του πραγματικού του άρθρου 179 ΑΚ που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την ανάπτυξη της μείζονος σκέψεως της παρούσας και συγκεκριμένως ως προς την προφανή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής. Τούτο γιατί ο αναιρεσίβλητος στις 16-10-1998 που συνήψε τον εξώδικο συμβιβασμό έχοντας περιαχθεί σε κατάσταση μόνιμης τετραπληγίας (παράλυση) συνεπεία του ατυχήματος από την ηλικία των δεκαεπτά (17) ετών δέχθηκε και εισέπραξε άμεσα το ποσό των 20.000.000 δραχμών σε οριστική και πλήρη εξόφληση κάθε απαιτήσεως παρούσας και μέλλουσας από θετική και αποθετική ζημία από δαπάνες νοσηλείας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εφόρου ζωής, δαπάνες μετακινήσεως, αμοιβές ιατρών, φυσιοθεραπευτών, αποκλειστικών νοσοκόμων, διαφυγόντων εισοδημάτων εφόρου ζωής, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932) και ευλόγου ποσού αποζημιώσεως λόγω αναπηρίας (ΑΚ 931) και ότι για τις άνω αξιώσεις του ο αναιρεσίβλητος αν δεν συνήπτε τον εξώδικο συμβιβασμό αλλά προσέφευγε στο δικαστήριο θα μπορούσε να επιτύχει πολλαπλάσια ποσά και όχι μόνο τα καθορισθέντα στο συμβιβασμό 20.000.000 δρχ. εν όψει και του μεγάλου βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου και ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου χωρίς να είναι απαραίτητο να καθορίζεται στην απόφαση με απόλυτη ακρίβεια το ποσό που θα επιτύγχανε ο αναιρεσίβλητος αν προσέφευγε στο δικαστήριο. Προσθέτως επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες έχει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανάγκη και απειρία του αναιρεσιβλήτου - παθόντος, η οποία ανάγκη δεν αναιρείται εκ του λόγου ότι ο αναιρεσίβλητος διέθεσε μέρος από το συμβιβαστικώς εισπραχθέν ποσό για την αγορά διαμερίσματος στην πόλη .., όπου και ο τόπος καταγωγής της μητέρας του αναιρεσιβλήτου. Επίσης επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες περιέχει η απόφαση του Εφετείου στο ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη και απειρία του αναιρεσιβλήτου την οποία σαφώς γνώριζε και δη ότι η μητέρα του εγκατέλειψε την εργασία της προκειμένου να βρίσκεται συνεχώς και να προσφέρει υπηρεσίες στον αναιρεσίβλητο υιό της και ότι προς αντιμετώπιση των πιεστικών οικονομικών αναγκών η οικογένεια του αναιρεσιβλήτου δεχόταν τη βοήθεια της εκκλησίας, της Κοινότητας και συγγενών τους. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. IV. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "συμφωνητικό δανείου με εγγύηση υποθήκης" στη ρουμανική γλώσσα και με νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, από το οποίο προκύπτει κατά την αναιρεσείουσα, ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη με το υπ' αριθμ. …/1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας στην επ' ονόματι του αγορά μονοκατοικίας στην πόλη .., ότι η άνω αγορά έγινε ένα μόλις έτος μετά τη σύναψη του συμβιβασμού και την είσπραξη του ποσού των 20.000.000 δραχμών και επί του ανωτέρω ακινήτου ο αναιρεσίβλητος παραχώρησε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στο πρόσωπο που φέρεται ότι του χορήγησε δάνειο ύψους 8.850 δολλαρίων ΗΠΑ. Το άνω έγγραφο προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως και στο Εφετείο από τον αναιρεσίβλητο, το επικαλέσθηκε δε στο Εφετείο και η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της προς αντίκρουση της προβληθείσης από τον αναιρεσίβλητο αντενστάσεως ακυρότητας του συναφθέντος συμβιβασμού και ειδικότερα προς αντίκρουση ότι κατά το χρόνο συνάψεως του συμβιβασμού ο αναιρεσίβλητος δεν αντιμετώπιζε επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ανάγκη προς κάλυψη ιατρικών δαπανών. Όμως από τις όλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου και την αναφορά του σε όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, προκύπτει ότι το Εφετείο, καίτοι δεν μνημονεύει και δεν αξιολογεί ειδικώς, το έλαβε υπόψη. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το παραπάνω έγγραφο δεν έχει την αποδεικτική αξία που φαίνεται να του προσδίδει η αναιρεσείουσα. Τούτο γιατί (πρώτο) αφορά περίπτωση ακινήτου αγορασθέντος με συναφθέν δάνειο από το τρίτο πρόσωπο, μέσω του οποίου γίνεται η εξόφληση και όχι μέσω του ποσού του εισπραχθέντος από τον αναιρεσίβλητο στα πλαίσια του επίμαχου εξωδίκου συμβιβασμού και (δεύτερο) όπως προεκτέθηκε, η αγορά μετά τη σύναψη του συμβιβασμού του άνω ακινήτου δεν αναιρεί την οικονομική ανάγκη του αναιρεσιβλήτου, υπό την πίεση της οποίας και με τη συνδρομή της απειρίας συνήφθη ο επίμαχος συμβιβασμός. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με παράλληλη κατανομή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων διαδίκων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου τούτων και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (Κ.Πολ.Δ. 183, 178 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις 266/2010 και 163/2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, υπ' αρ. 1796/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ