Αριθμός 1542/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό ΤμήμαΣε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 551/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.7.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 70/7.2.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 80/14-7-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1(δυνάμει της από 12-7-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χρυσάνθη Τσιμπινού), κατά του υπ'αριθ. 551/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αρ. 8/06 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 2928/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 14-7-2006 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 80/06 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμά του είχε επιδοθεί την 24-7-06, και είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπό την ειδικότερα μορφή της εκ πλαγίου παράβασης και έλλειψης νόμιμης βάσης του βουλεύματος. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά εξ ολοκλήρου στην ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση (έτσι Α.Π. 2447/2003, Α.Π. 626/2005, Π.Χ. ΝΔ/913 και ΝΕ/999, αντίστοιχα), που μνημονεύει όλα κατ'είδος, τ΄ αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Στις 19 Ιανουαρίου 2004, ώρα 18.00 περίπου, ο μηνυτής επιστρέφοντας από την εργασία του στην ........ και οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αρ. κυκλοφ. ........, ιδιοκτησίας του γιου του ........., εκινείτο στην ........., με κατεύθυνση προς τα διόδια της ........., ενώ το όχημα του ακολουθούσε από μικρή απόσταση το όχημα της εταιρείας του, το με αριθμό κυκλοφ. ........... IX φορτηγό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν οι υπάλληλοι της εταιρείας του Ψ1, Ψ2 και Ψ3. Όταν πλησίαζαν στο ύψος των διοδίων, ο μηνυτής μείωσε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, γιατί τα προπορευόμενα οχήματα στην ίδια - αριστερή -λωρίδα κυκλοφορίας είχαν μειώσει και αυτά την ταχύτητα τους λόγω της πυκνής κίνησης που υπήρχε μπροστά στα διόδια. Τη στιγμή εκείνη πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο μηνυτής, εκινείτο ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο του με αρ. κυκλ. ....., ο οποίος υποθέτοντας ότι ο μηνυτής οδηγούσε αντικανονικά και παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων, όπως το δικό του, που είχαν την πρόθεση να περάσουν προς τη μπάρα των τηλεδιοδίων, άρχισε να διαμαρτύρεται κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα πορείας, για να τον αναγκάσει να κινηθεί λίγο προς τα δεξιά και να απελευθερώσει τη λωρίδα κυκλοφορίας, εκτιμώντας ότι ο μηνυτής είχε γι αυτό επαρκή χώρο. Όταν ο τελευταίος αντελήφθη τον εκνευρισμό του κατηγορουμένου, επιχείρησε να κινηθεί προς τα δεξιά εξαντλώντας και τον ελάχιστο χώρο που υπήρχε, για να του παραχωρήσει ελεύθερο δρόμο, χωρίς όμως να το κατορθώσει, λόγω της μεγάλης κίνησης που επικρατούσε στο χώρο των διοδίων τη στιγμή εκείνη. Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος, μόλις κατόρθωσε να περάσει πλάι στο όχημα του μηνυτή και έχοντας μπροστά του ελεύθερη ευθεία πορεία προς τα τηλεδιόδια, αντί να συνεχίσει την πορεία του, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του και απευθύνθηκε στον μηνυτή επισημαίνοντας την λανθασμένη οδική συμπεριφορά του. Πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, βρισκόταν σε έντονη συναισθηματική φόρτιση εξ αιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα του - η οποία και απεβίωσε μετά από δύο μήνες (στις 20 Μαρτίου 2004), λόγω αυτής της ασθένειας, ενώ προηγουμένως, στις 15 Ιανουαρίου 2004 είχε εισαχθεί στο Νοσοκομείο "Αλεξάνδρα" προς το οποίο άλλωστε κατευθυνόταν ο ίδιος τη συγκεκριμένη ημέρα (19 Ιανουαρίου 2004, ώρα 18.00), όπως αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα, στην οποία επί πλέον τονίζει ότι η συμπεριφορά του μηνυτή χαρακτηριζόταν από "αναισθησία" και "απάθεια" και του προκάλεσε "δικαιολογημένη αγανάκτηση". Ανεξάρτητα από το αν ακολούθησε μεταξύ μηνυτή και κατηγορουμένου λογομαχία, από το ποιος την άρχισε, ποιες εξυβριστικές φράσεις ειπώθηκαν και ποιος βγήκε πρώτος από το όχημα του, το βέβαιο είναι ότι λίγες στιγμές αργότερα είχαν εξέλθει και οι δύο από τα οχήματα τους και συνεπλάκησαν και ο κατηγορούμενος - ηλικίας τότε 36 ετών - κατάφερε να ακινητοποιήσει στο έδαφος τον μηνυτή - ηλικίας τότε, 57 ετών - και σχεδόν αμέσως μετά, άλλοι οδηγοί τους διαχώρισαν και στη συνέχεια, προσήλθαν στο χώρο και οι αναφερθέντες υπάλληλοι του μηνυτή, ο οποίος αμέσως μετά τον διαχωρισμό, παραπονέθηκε ότι δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος και κλήθηκε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο (βλ. τις καταθέσεις των υπαλλήλων του μηνυτή και ιδίως την κατάθεση του Ψ3, ο οποίος αναφέρει ότι "το άλλο άτομο" -δηλαδή, ο ήδη κατηγορούμενος- "είχε ακινητοποιήσει τον μηνυτή στο "έδαφος"). Πράγματι, διεκομίσθη ο μηνυτής με ασθενοφόρο στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών "Αμαλία Φλέμιγκ" όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης ("κάκωση ΟΜΣΣ", όπου αναφέρεται στη σχετική ιατρική βεβαίωση). Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στην "Ευρωκλινική Αθηνών" όπου παρέμεινε για νοσηλεία επί επτά ημέρες, από τις 19 μέχρι τις 26 Ιανουαρίου 2004. Εκεί, υπεβλήθη σε ακτινολογικό και διεγνώσθη "κάταγμα συμπιεστικό" του δωδεκάτου θωρακικού σπονδύλου, χωρίς παθολογικά σημεία στα κάτω άκρα, έγινε κλινικοεργαστηριακός έλεγχος και συνεστήθη συντηρητική αγωγή με κλινοστατισμό για 45 ημέρες και να φέρει ζώνη οσφύος για δύο μήνες και ακόμη, να απέχει από την εργασία του για δύο μήνες και να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία (βλ. το εξιτήριο και την ιατρική .βεβαίωση της "Ευρωκλινικής Αθηνών"). Από τότε παρακολουθείται από γιατρό ορθοπεδικό -χειρούργο σε τακτικά χρονικά διαστήματα και κατά την πρώτη εξέταση, στις 2 Μαρτίου 2004) "παρουσίαζε έντονο άλγος στην επίκρουση της κατώτερης θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, δυσκαμψία της τελευταίας και δυσχέρεια βάδισης, ενώ δεν παρουσίαζε νευρολογική σημειολογία στα κάτω "άκρα". Ο ίδιος γιατρός συνέστησε στον μηνυτής ασθενή του, αρχικά, παράταση του κλινοστατισμού, φαρμακευτική αγωγή, σταδιακή επάνοδο σε δραστηριότητες αυτοεξυπηρέτησης στην οικία του και πλήρη αποχή από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα για δύο μήνες ακόμη. Όπως προκύπτει από την ιατρική γνωμάτευση του μνημονευθέντος γιατρού - ορθοπεδικού, η οποία φέρει ημερομηνία συντάξεως 10.1.2005, ο μηνυτής "πρό τριμήνου" υπεβλήθη σε νέα υπολογιστική αξονική τομογραφία για σαφέστερη απεικόνιση της καταγματικής περιοχής, σε συμπλήρωση του τακτικού ακτινολογικού ελέγχου στον οποίον υποβαλλόταν προηγουμένως για τη διαπίστωση της προόδου της πώρωσης του κατάγματος του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Στην ίδια ιατρική γνωμάτευση αναφέρεται ότι, κατά την τελευταία εξέταση ο ασθενής παρουσιάζει ήπιο άλγος στην επίκρουση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς δυσκαμψία ή νευρολογική σημειολογία και ότι το κάταγμα έχει πωρωθεί με μικρή αλλά μόνιμη παραμόρφωση της αρχιτεκτονικής του σώματος του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Ο γιατρός επισημαίνει ότι "με την εικόνα αυτή, που δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωσης, ο ασθενής μπορεί να συμμετέχει σε συνηθισμένες κοινωνικές δραστηριότητες, που όμως δεν απαιτούν την επιφόρτιση της σπονδυλικής στήλης, έστω και με βάρος ολίγων κιλών, ότι "ο κίνδυνος υποτροπής του κατάγματος στην περίπτωση αυτή γίνεται σημαντικός" και ότι, "είναι αυτονόητο ότι η επάνοδος σε πλήρη επαγγελματική δραστηριότητα είναι δυνατό να θέσει τον ασθενή σε μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής, δεδομένου ότι η θωρακική μοίρα και η οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, όχι μόνο επιφορτίζονται με βάρος αρκετών κιλών, αλλά και με στάσεις και θέσεις εργασίας τέτοιες, που μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο βλαβερό αποτέλεσμα". Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μηνυτής εργαζόταν ως μεταλλουργός - σιδηρουργός, δηλαδή κατ' εξοχήν χειρωνακτική εργασία και ότι, όπως κατέθεσε κατά την προανάκριση ο μάρτυρας υπάλληλος του Ψ3, ενώ πρώτα (ο μηνυτής) εργαζόταν πολύ όπως εμείς, τώρα δεν μπορεί να εργασθεί από το πρόβλημα αυτό". Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μηνυτής υποστηρίζει (με τη μήνυση του) ότι ο κατηγορούμενος -που είναι "πολύ νεότερος, ψηλότερος, πιο μεγαλόσωμος και δυνατότερος" από τον ίδιο, επιχείρησε κατά τη διάρκεια του παραπάνω επεισοδίου και ενώ και οι δύο είχαν βγει από τα οχήματα τους, να τον χτυπήσει με γροθιά στο πρόσωπο και καθώς ο ίδιος έσκυβε για να αποφύγει τη γροθιά, ο κατηγορούμενος "αστραπιαία έσκυψε από πάνω του, τον άρπαξε από τη μέση τυλίγοντας γύρω του τα χέρια του, έβαλε το κεφάλι του (του μηνυτή) ανάμεσα και κάτω από τα πόδια του, τον ακινητοποιήσει με μια γερή λαβή, τον έσφιγγε συνεχώς όλο και περισσότερο και πάρα πολύ δυνατά" και τότε, ο ίδιος αισθάνθηκε έναν αφόρητο πόνο στη ραχοκοκαλιά του, στη συνέχεια δε, όταν τους διαχώρισαν, ο ίδιος δεν μπορούσε να σηκωθεί. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα υποστηρίζει ότι ο μηνυτής τον εξύβρισε και βγήκε πρώτος από το αυτοκίνητο του και όταν βγήκε και ο ίδιος, ο μηνυτής πρώτος τον πλησίασε, τον έπιασε από το γιακά και τότε "πιάστηκαν στα χέρια", χωρίς να προηγηθεί χτύπημα ή γροθιά και "ενώ είχαν πιαστεί στα χέρια και σπρώχνονταν άγρια" επενέβησαν οι υπάλληλοι του μηνυτή και τον απομάκρυναν, αποδίδει δε τις παθήσεις του μηνυτή που αναφέρονται στις μνημονευθείσες ιατρικές βεβαιώσεις σε παλαιότερες παθήσεις του που είχε υποστεί εξαιτίας της ενασχόλησης του με το άθλημα της πάλης, ενώ την ίδια επιχειρηματολογία αναπτύσσει και στους λόγους εφέσεως του. Η εκδοχή του κατηγορουμένου όμως, αποδεικνύεται αβάσιμη, αφού ο μηνυτής κατά το προγενέστερο του επεισοδίου διάστημα δεν παρουσίαζε τα συμπτώματα και τις παθήσεις που διαπίστωσαν οι γιατροί που τον εξέτασαν μετά το επεισόδιο. Ούτε είναι δυνατό, εξάλλου, το διαπιστωθέν ακτινολογικώς κάταγμα του μηνυτή, το οποίο στη συνέχεια, σε διάστημα ενός περίπου έτους, έχει πλέον "πωρωθεί" (με μικρή αλλά μόνιμη παραμόρφωση της αρχιτεκτονικής του 12ου θωρακικού σπονδύλου), να προϋπήρχε από την εποχή κατά την οποία ο μηνυτής αθλείτο, δηλαδή πριν από 20-25 χρόνια (όπως ελέχθη, η ηλικία του μηνυτή κατά το συμβάν ήτο 57 ετών). Επομένως, δεν χωρεί καμμία απολύτως αμφιβολία ότι οι παθήσεις του μηνυτή (κάταγμα του 12ου θωρακικού σπονδύλου, που προξένησε κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του) προξενήθηκαν κατά το επίμαχο επεισόδιο και όχι προγενέστερα και μάλιστα συνεπεία της ενέργειας του κατηγορουμένου -προφανώς, σκόπιμης - να εφαρμόσει τη λαβή που περιγράφεται στη μήνυση και να πιέσει με δύναμη τον μηνυτή με αποτέλεσμα, να προκαλέσει σ' αυτόν το αναφερθέν συμπιεστικό κάταγμα. Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, προκύπτουν πολύ σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σ' αυτόν κακούργημα της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης το οποίο στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του από την προπεριγραφείσα ενέργεια του. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη. Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1 και 310 § 3 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484§1 στοιχ.β' και δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αναίρεσης είναι αβάσιμες. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Θ) Με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της βαριάς σκοπουμένης σωματικής βλάβης, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα στην υπό κρίση αίτηση ανάιρεσης ότι δήθεν θεμελιώνουν εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος δεν είναι ορθά, καθόσον -όπως ήδη προαναφέρθηκε- δεν υπάρχουν αντιφάσεις, ασάφειες ή λογικά κενά κατά την έκθεση των περιστατικών, που να καθιστούν ανέφικτο το έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου από τον ΄Αρειο Πάγο. Ι) Οι ουσιαστικές εκτιμήσεις που διαλαμβάνονται στο τέλος της σελίδας 10 μέχρι και την σελίδα 12 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, αλλιώς αβάσιμες, διότι υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας άπτονται της ουσίας και, ως εκ τούτου, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου. ΙΑ) Τέλος από την παραπάνω νομική και πραγματική ανάλυση του βουλεύματος, με την ενσωματωμένη σ΄αυτό πλήρως αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση, δεν προκύπτουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενοι κατ΄ά. 484 § 2 Κ.Π.Δ. από τον ΄Αρειο Πάγο. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν΄ απορριφθεί η υπ΄αρ. 80/14-7-2006 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, δυνάμει της από 12-7-2006 εξουσιοδότησής του προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Χρυσάνθη Τσιμπινού, κατά του υπ΄αρ. 551/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 §§ 1, 2 και 3 του ΠΚ, "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 ΠΚ) και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρ. 29 § 1 ΠΚ) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρ. 310 § 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος, αφού ενυπάρχει στα στοιχεία πραγμάτωσης του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έκρινε τούτο, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη που ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν τούτο δεν υπάγει ορθώς σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Στις 19 Ιανουαρίου 2004, ώρα 18.00 περίπου, ο μηνυτής, επιστρέφοντας από την εργασία του στην ............ και οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθ. κυκλ. ............, ιδιοκτησίας του γιου του ............., κινιόταν στην ......... με κατεύθυνση προς τα διόδια της.......... και ακολουθούσε από μικρή απόσταση φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρείας του, το με αριθμό κυκλ. .......... IX, στο οποίο επέβαιναν οι υπάλληλοι της εταιρείας του Ψ1, Ψ2 και Ψ3. Όταν πλησίασαν στο ύψος των διοδίων, ο μηνυτής μείωσε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, γιατί τα προπορευόμενα οχήματα στην ίδια - αριστερή - λωρίδα κυκλοφορίας είχαν μειώσει και αυτά την ταχύτητά τους λόγω της πυκνής κίνησης που υπήρχε μπροστά στα διόδια. Τη στιγμή εκείνη, πίσω από το όχημα που οδηγούσε ο μηνυτής, κινιόταν ο κατηγορούμενος, που οδηγούσε το ΙΧΕ αυτοκίνητο του με αριθ. κυκλ. .........., υποθέτοντας δε ότι ο μηνυτής οδηγούσε αντικανονικά και παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων, όπως το δικό του, που είχαν την πρόθεση να περάσουν προς τη μπάρα των τηλεδιοδίων, άρχισε να διαμαρτύρεται κορνάροντας και αναβοσβήνοντας τα φώτα πορείας, για να τον αναγκάσει να κινηθεί λίγο προς τα δεξιά και να απελευθερώσει τη λωρίδα κυκλοφορίας, εκτιμώντας ότι είχε γι' αυτό επαρκή χώρο. Ο τελευταίος, όταν αντιλήφθηκε τον εκνευρισμό του κατηγορουμένου, επιχείρησε να κινηθεί προς τα δεξιά εξαντλώντας και τον ελάχιστο χώρο που υπήρχε, για να του παραχωρήσει ελεύθερο δρόμο, χωρίς όμως να το κατορθώσει λόγω της μεγάλης κίνησης που επικρατούσε στο χώρο των διοδίων τη στιγμή εκείνη. Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος, μόλις κατόρθωσε να περάσει πλάι στο όχημα του μηνυτή και έχοντας μπροστά του ελεύθερη ευθεία πορεία προς τα τηλεδιόδια, αντί να συνεχίσει την πορεία του, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του και απευθύνθηκε στον μηνυτή για να του επισημάνει τη λανθασμένη οδική συμπεριφορά του. Πρέπει να διευκρινισθεί, ότι κατά το χρόνο αυτό ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, βρισκόταν σε έντονη συναισθηματική φόρτιση εξ αιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα του - η οποία και απεβίωσε μετά από δύο μήνες (στις 20 Μαρτίου 2004), λόγω αυτής της ασθένειας, ενώ προηγουμένως, στις 15 Ιανουαρίου 2004 είχε εισαχθεί στο Νοσοκομείο "Αλεξάνδρα", προς το οποίο άλλωστε κατευθυνόταν ο ίδιος τη συγκεκριμένη ημέρα (19 Ιανουαρίου 2004, ώρα 18.00), όπως αναφέρει στο απολογητικό του υπόμνημα, στο οποίο επί πλέον τονίζει ότι η συμπεριφορά του μηνυτή χαρακτηριζόταν από "αναισθησία" και "απάθεια" και του προκάλεσε "δικαιολογημένη αγανάκτηση". Ανεξάρτητα από το αν ακολούθησε μεταξύ μηνυτή και κατηγορουμένου λογομαχία, από το ποιος την άρχισε, ποιες εξυβριστικές φράσεις ειπώθηκαν και ποιος βγήκε πρώτος από το όχημά του, το βέβαιο είναι ότι λίγες στιγμές αργότερα εξήλθαν και οι δύο από τα οχήματα τους και συνεπλάκησαν. Τότε ο κατηγορούμενος - ηλικίας 36 ετών - κατάφερε να ακινητοποιήσει στο έδαφος τον μηνυτή - ηλικίας 57 ετών - και σχεδόν αμέσως μετά άλλοι οδηγοί τους διαχώρισαν. Στη συνέχεια προσήλθαν στο χώρο και οι αναφερθέντες υπάλληλοι του μηνυτή, ο οποίος αμέσως μετά τον διαχωρισμό, παραπονέθηκε ότι δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος και κλήθηκε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο (βλ. τις καταθέσεις των υπαλλήλων του μηνυτή και ιδίως την κατάθεση του Ψ3, ο οποίος αναφέρει ότι "το άλλο άτομο" - δηλαδή, ο ήδη κατηγορούμενος - "είχε ακινητοποιήσει τον μηνυτή στο "έδαφος"). Πράγματι, διακομίστηκε ο μηνυτής με ασθενοφόρο στο Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών "Αμαλία Φλέμιγκ", όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης ("κάκωση ΟΜΣΣ", όπου αναφέρεται στη σχετική ιατρική βεβαίωση). Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην "Ευρωκλινική Αθηνών", όπου παρέμεινε για νοσηλεία επί επτά ημέρες, από τις 19 μέχρι τις 26 Ιανουαρίου 2004. Εκεί, υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και διαγνώσθηκε "κάταγμα συμπιεστικό" του δωδεκάτου θωρακικού σπονδύλου, χωρίς παθολογικά σημεία στα κάτω άκρα, έγινε κλινικοεργαστηριακός έλεγχος και συστήθηκε σε αυτόν συντηρητική αγωγή με κλινοστατισμό για 45 ημέρες και να φέρει ζώνη οσφύος για δύο μήνες και ακόμη να απέχει από την εργασία του για δύο μήνες και να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία (βλ. το εξιτήριο και την ιατρική βεβαίωση της "Ευρωκλινικής Αθηνών"). Από τότε παρακολουθείται από γιατρό ορθοπεδικό - χειρούργο σε τακτικά χρονικά διαστήματα και κατά την πρώτη εξέταση, στις 2 Μαρτίου 2004, "παρουσίαζε έντονο άλγος στην επίκρουση της κατώτερης θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, δυσκαμψία της τελευταίας και δυσχέρεια βάδισης, ενώ δεν παρουσίαζε νευρολογική σημειολογία στα κάτω "άκρα". Ο ίδιος γιατρός συνέστησε στον μηνυτή ασθενή του, αρχικά παράταση του κλινοστατισμού, φαρμακευτική αγωγή, σταδιακή επάνοδο σε δραστηριότητες αυτοεξυπηρέτησης στην οικία του και πλήρη αποχή από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα για δύο μήνες ακόμη. Όπως προκύπτει από την ιατρική γνωμάτευση του μνημονευθέντος γιατρού - ορθοπεδικού, που φέρει ημερομηνία σύνταξης ........., ο μηνυτής "προ τριμήνου" υπεβλήθη σε νέα υπολογιστική αξονική τομογραφία για σαφέστερη απεικόνιση της καταγματικής περιοχής, σε συμπλήρωση του τακτικού ακτινολογικού ελέγχου, στον οποίο υποβαλλόταν έως τότε, για τη διαπίστωση της προόδου της πώρωσης του κατάγματος του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Στην ίδια ιατρική γνωμάτευση αναφέρεται ότι, κατά την τελευταία εξέταση ο ασθενής παρουσίαζε ήπιο άλγος στην επίκρουση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς δυσκαμψία ή νευρολογική σημειολογία και ότι το κάταγμα είχε πωρωθεί με μικρή, αλλά μόνιμη, παραμόρφωση της αρχιτεκτονικής του σώματος του 12ου θωρακικού σπονδύλου. Ο γιατρός επισήμανε ότι "με την εικόνα αυτή, που δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωσης, ο ασθενής μπορεί να συμμετέχει σε συνηθισμένες κοινωνικές δραστηριότητες, που όμως δεν θα απαιτούν την επιφόρτιση της σπονδυλικής στήλης, έστω και με βάρος ολίγων κιλών, ότι "ο κίνδυνος υποτροπής του κατάγματος στην περίπτωση αυτή γίνεται σημαντικός" και ότι, "είναι αυτονόητο ότι η επάνοδος σε πλήρη επαγγελματική δραστηριότητα είναι δυνατό να θέσει τον ασθενή σε μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής, δεδομένου ότι η θωρακική μοίρα και η οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, όχι μόνο επιφορτίζονται με βάρος αρκετών κιλών, αλλά και με στάσεις και θέσεις εργασίας τέτοιες, που μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο βλαβερό αποτέλεσμα". Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο μηνυτής εργαζόταν ως μεταλλουργός - σιδηρουργός, δηλαδή έκανε κατ' εξοχήν χειρωνακτική εργασία και ότι, όπως κατέθεσε κατά την προανάκριση ο μάρτυρας υπάλληλος του Ψ3, ενώ πρώτα εργαζόταν πολύ, όπως και οι άλλοι εργαζόμενοι, τώρα δεν μπορεί να εργασθεί από το πρόβλημα αυτό". Επίσης, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μηνυτής υποστήριξε (με τη μήνυση του), ότι ο κατηγορούμενος - που είναι "πολύ νεώτερος, ψηλότερος, πιο μεγαλόσωμος και δυνατότερος" από τον ίδιο - επιχείρησε κατά τη διάρκεια του παραπάνω επεισοδίου, και ενώ και οι δύο είχαν βγει από τα οχήματά τους, να τον χτυπήσει με γροθιά στο πρόσωπο, καθώς δε ο ίδιος έσκυβε για να αποφύγει τη γροθιά, εκείνος "αστραπιαία έσκυψε από πάνω του, τον άρπαξε από τη μέση τυλίγοντας γύρω του τα χέρια του, έβαλε το κεφάλι του (του μηνυτή) ανάμεσα και κάτω από τα πόδια του, τον ακινητοποίησε με μία γερή λαβή και τον έσφιγγε συνεχώς όλο και περισσότερο και παρά πολύ δυνατά", και τότε ο ίδιος αισθάνθηκε ένα αφόρητο πόνο στη ραχοκοκαλιά του, όταν δε τους χώρισαν στη συνέχεια, δεν μπορούσε να σηκωθεί. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα υποστηρίζει, ότι ο μηνυτής τον εξύβρισε και βγήκε πρώτος από το αυτοκίνητό του, όταν δε βγήκε και ο ίδιος, ο μηνυτής πρώτος τον πλησίασε, τον έπιασε από το γιακά και τότε πιάστηκαν στα χέρια, χωρίς να προηγηθεί χτύπημα ή γροθιά, και ενώ είχαν πιαστεί στα χέρια και σπρώχνονταν άγρια, επενέβησαν οι υπάλληλοι του μηνυτή και τον απομάκρυναν, αποδίδει δε τις παθήσεις του μηνυτή, που αναφέρονται στις μνημονευθείσες ιατρικές βεβαιώσεις, σε παλαιότερες παθήσεις του, τις οποίες είχε υποστεί λόγω της ενασχόλησής του με το άθλημα της πάλης, ενώ την ίδια επιχειρηματολογία ανέπτυξε και στους λόγους της εφέσεως του. Η εκδοχή, όμως, αυτή του κατηγορούμενου αποδεικνύεται αβάσιμη, αφού κατά το προγενέστερο του επεισοδίου διάστημα ο μηνυτής δεν παρουσίαζε τα συμπτώματα και τις παθήσεις, που διαπίστωσαν οι γιατροί, οι οποίοι τον εξέτασαν μετά το επεισόδιο. Ούτε, εξάλλου, είναι δυνατόν το διαπιστωθέν ακτινολογικώς κάταγμα του μηνυτή, το οποίο στη συνέχεια, σε διάστημα ενός περίπου έτους, είχε πια πωρωθεί (με μικρή, αλλά μόνιμη, παραμόρφωση της αρχιτεκτονικής του 12ου θωρακικού σπονδύλου), να προϋπήρχε από την εποχή κατά την οποία ο μηνυτής αθλούταν, δηλαδή πριν 20 - 25 χρόνια (όπως ελέχθη ο μηνυτής κατά το συμβάν ήταν 57 ετών). Επομένως, δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία, ότι οι παθήσεις του μηνυτή, ήτοι το κάταγμα του 12ου θωρακικού σπονδύλου, που προξένησε κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα του, προξενήθηκαν από το επίμαχο επεισόδιο και όχι προγενέστερα και μάλιστα συνεπεία της προφανώς σκόπιμης ενέργειας του κατηγορουμένου να εφαρμόσει τη λαβή, που περιγράφεται στη μήνυση, και να πιέσει με δύναμη το μηνυτή, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε αυτόν το αναφερόμενο συμπιεστικό κάταγμα". Με βάση όλα αυτά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου να δικαστεί για την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης και, μετ' απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. 3. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σε αυτό, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 26 § 1 α, 27 § 1 και 310 §§ 1, 2 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, γι' αυτό και οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β και δ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Τούτο δε περαιτέρω, διότι όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα: 1) λήφθηκαν υπόψη όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα και εκτιμήθηκαν συνολικά, δεν απαιτείτο δε η χωριστή αξιολόγηση και η εκτίμηση του περιεχόμενου κάθε αποδεικτικού μέσου, ούτε η αναφορά του τι συνήχθη από καθένα από αυτά, οι δε περιεχόμενες στο αναιρετήριο (σελ. 10 - 12) άλλες αιτιάσεις, που περιέχουν ουσιαστικές εκτιμήσεις και αφορούν, με το πρόσχημα τη έλλειψης αιτιολογίας, την ουσία της υποθέσεως, είναι απαράδεκτες και εκτός αναιρετικού ελέγχου, και 2) από τα αποδεικτικά αυτά μέσα το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, α) ότι ο παθών υπέστη βαριά σωματική βλάβη, που προξένησε κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα του, και β) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με σκοπό επέλευσης της βαριάς σωματικής βλάβης που προξένησε. Επομένως, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρ. 484 § 2 του ΚΠΔ, εξετάζονται από τον Άρειο Πάγο αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 80/14.7.2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθ. 551/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2007.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ