ΑΡΙΘΜΟΣ 1750/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 496/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτρο. Το Τριμελές Εφετείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1167/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά το άρθρο 229 § 1 του ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για τα οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και ιδία του απαιτούμενου επί του παραπάνω εγκλήματος του αρθρ. 229 § 1 του ΠΚ άμεσου δόλου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξετέρου, κατά το άρθρο 511 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 § 5 του ν. 3.160/2003, που ισχύει από τις 30.6.2003 κατά το άρθρο 61 αυτού, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος, αν κριθεί έστω και ένας βάσιμος λόγος, λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 §§ 1 και 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 ΠΚ συνάγεται, ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή. Ο χρόνος αυτής στα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη, αρχίζει να τρέχει από την ημέρα, που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία της αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία (3) χρόνια για τα πλημμελήματα. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την υπ' αριθ. 496/2006 απόφαση του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος στις 22.7.1999 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης μήνυση, η οποία στρεφόταν, εκτός των άλλων, και κατά του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ1. Στην εν λόγω μήνυση ο κατηγορούμενος ανέφερε, ότι ο εγκαλών υπεξαίρεσε χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του και πλαστογράφησε παραστατικά συναλλαγών, θέτοντας την υπογραφή του χωρίς τη συναίνεση του. Όμως, όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, αλλά και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών 1) ............και 2) ................, που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της κύριας ανάκρισης και ήταν αναλυτική και εμπεριστατωμένη, απαντούσε δε σε όλους τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, όπως αυτοί διατυπώθηκαν στην υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 120/2001 αγωγή του, όπου με περισσότερο αναλυτικό τρόπο εξέθετε τις τελεσθείσες σε βάρος του, επί μέρους πράξεις και τον επιπρόσθετο ισχυρισμό περί μεταφοράς μέρους των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων χρημάτων του στο λογαριασμό του επιχειρηματία ................., καθώς επίσης και από τα ειδικά σημειώματα των επιθεωρητών της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της Τράπεζας Κρήτης (ήδη Eurobank) 1) .................. και 2) ...................... (ελεγκτού), που διενήργησαν έρευνες επί των επικαλουμένων στην από 9.12.1999 αγωγή της εταιρίας ".............. ΕΠΕ" και του διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της κατηγορουμένου περιστατικών, δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών υπεξαίρεσε οποιοδήποτε ποσό (και ειδικότερα το ποσό των 736.000.000 δραχμών) από τους λογαριασμούς του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, όπως προέκυψε από τη μελέτη του συνόλου των στοιχείων της δικογραφίας, δεν αποδείχθηκε η υπεξαίρεση για την οποία κατηγορούταν ο εγκαλών, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε πως οι λογαριασμοί, τόσο του κατηγορουμένου, όσο και της εταιρίας "........... ΕΠΕ", περιείχαν τα ποσά, που ανέφερε στη μήνυση του ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε προσωπικώς την κίνηση των λογαριασμών του και θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την "όποια" μετακίνηση των κεφαλαίων, από αυτούς, και πολύ περισσότερο, την εξαφάνιση των χρημάτων που αυτοί, κατά τους ισχυρισμούς του, περιείχαν. Περαιτέρω, στη μήνυση του, ο κατηγορούμενος ανάφερε, ότι ο εγκαλών πλαστογράφησε την υπογραφή του, με σκοπό να αφαιρέσει χρήματα από τους λογαριασμούς του. Όμως, όπως αποδείχτηκε, ο κατηγορούμενος λόγω της φιλικής σχέσεως και της απολύτου εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος και του γεγονότος, ότι διακινούσε τεράστια χρηματικά ποσά μέσω της εν λόγω τράπεζας, είχε αφήσει τη σφραγίδα του στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Κρήτης στην Πτολεμαΐδα Κοζάνης, ήδη Eurobank, όπου εργαζόταν ο εγκαλών ως υποδιευθυντής, με σκοπό να τον εξυπηρετούν οι υπάλληλοι της και να τον διευκολύνουν, όταν έπρεπε να γίνουν κάποιες συναλλαγές και ο ίδιος δεν μπορούσε να είναι παρών, διότι απουσίαζε στο εξωτερικό, όπως προέκυψε από το διαβατήριο του. Ακόμη, όπως προέκυψε από την όλη αποδεικτική διαδικασία, ο κατηγορούμενος, όσον αφορά τους "δανειακούς" του λογαριασμούς, ανεγνώρισε ανεπιφύλακτα τα εκάστοτε, σε χρέωση του, υπόλοιπα, με τα οποία συμφωνούσε απόλυτα, κάθε τρίμηνο, καθόσον, η τράπεζα, με σχετικές επιστολές της, τον ενημέρωνε για τις γενόμενες ανά τρίμηνο χρεώσεις (βλέπε καταθέσεις μαρτύρων και τα ως άνω ειδικά σημειώματα). Όσον δε αφορά τους λογαριασμούς "καταθέσεων όψεως", αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών αυτών, εκδίδονταν κάθε μήνα ή κάθε δεκαπέντε ημέρες και επιδίδονταν στον εγκαλούντα, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε τακτική ενημέρωση και του λογιστικού γραφείου με το οποίο συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος (ΦΟΡΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΑΕ), καθόσον η εταιρία "................ ΕΠΕ" τηρούσε βιβλία Γ' κατηγορίας και απαιτούταν η τεκμηρίωση των λογιστικών εγγραφών (βλέπε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα). Με βάση τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι τα γεγονότα που ανέφερε στη μήνυση του ήταν ψευδή, υπέβαλε αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των υπαλλήλων της τράπεζας και ειδικότερα του εγκαλούντος, και με τον τρόπο αυτό να επωφεληθεί ο ίδιος, ενόψει της οικονομικής του καταστροφής, και να ζητήσει αποζημίωση από την τράπεζα. Ο σκοπός του αυτός (όπως και ο δόλος του) προκύπτει 1) από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο (εκτός από τους μάρτυρες ............. και ...........), οι οποίες δεν αναιρούνται ούτε από τις καταθέσεις των δύο τελευταίων μαρτύρων και της μάρτυρος υπερασπίσεως ............., και 2) από τα ειδικά σημειώματα των ανωτέρω επιθεωρητών - ελεγκτών της τράπεζας, το περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί να ανατραπεί από τις με ημερομηνία 3.3.2003 γραπτές παρατηρήσεις του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου ................., που διορίστηκε ως τέτοιος, με την ανωτέρω ανακριτική διάταξη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο ψευδούς καταμηνύσεως και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. 3. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο, που δίκασε, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και στο διατακτικό της, που παραδεκτώς το συμπληρώνει, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των γεγονότων, για τα οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα, ενώ επί πλέον και στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται στο σκεπτικό της τη γνώση του κατηγορούμενου ως προς την αναλήθεια της καταγγελθείσας σε βάρος του εγκαλούντος α) υπεξαίρεσης, από το ότι αυτός "παρακολουθούσε προσωπικά την κίνηση των λογαριασμών του και θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί την όποια μετακίνηση των κεφαλαίων και πολύ περισσότερο την εξαφάνιση των χρημάτων, που αυτοί, κατά τους ισχυρισμούς του, περιείχαν" και ενημερωνόταν τακτικά για την κίνηση των λογαριασμών του ιδίου και της εταιρίας, και β) πλαστογραφίας, από το ότι ο ίδιος είχε αφήσει την σφραγίδα του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κρήτης στην Πτολεμάΐδα για να τον διευκολύνουν στις συναλλαγές του οι υπάλληλοι της με ανάληψη χρημάτων από λογαριασμούς, δανειακούς και καταθέσεων όψεως, του ιδίου και της εταιρίας του, όταν εκείνος απουσίαζε στο εξωτερικό. Αλλά, οι παραδοχές αυτές, με γενική μόνο περαιτέρω αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και στα ειδικά σημειώματα των επιθεωρητών - ελεγκτών της τράπεζας, δεν συνιστούν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τον άμεσο δόλο του κατηγορούμενου ενόψει του ότι : αα) για την καταμηνυθείσα υπεξαίρεση δέχεται γνώση του αναληθούς αυτής, εκτός άλλων, και από τη δυνατότητα που είχε και έπρεπε να αντιληφθεί τη διαρροή χρημάτων από τους προσωπικούς τους λογαριασμούς και τους λογαριασμούς της εταιρίας, δίχως ωστόσο να αποκλείει το γεγονός να μην είχε αντιληφθεί την κατά νομότυπο τρόπο έξοδο των κεφαλαίων από τους λογαριασμούς, και ββ) η δοθείσα από τον ίδιο στους υπαλλήλους της παραπάνω τράπεζας εντολή ανάληψης χρημάτων από προσωπικούς του λογαριασμούς για την τακτοποίηση εκκρεμών συναλλαγών της εταιρίας του με την επωνυμία "..............ΕΠΕ" και η συναίνεση του στην έκδοση των σχετικών παραστατικών με υπογραφή τούτων και σφράγιση τους με τη βρισκόμενη στη διάθεση της τράπεζας σφραγίδα της εταιρίας, δεν απέκλειε τη έκδοση τέτοιων παραστατικών από τον εγκαλούντα ή άλλο υπάλληλο της τράπεζας, χωρίς να συντρέχει ο ως άνω νόμιμος λόγος, οπότε η καθ' υπέρβαση της δοθείσας εντολής έκδοση τους συνιστούσε πλαστογραφία, περίπτωση την οποία δεν αντιμετώπισε η προσβαλλόμενη, αρκούμενη για την θεμελίωση της γνώσης του κατηγορούμενου ως προς το ψευδές της καταγγελθείσας πλαστογραφίας στην παρασχεθείσα συλλήβδην στους υπαλλήλους δυνατότητα εκδόσεως παραστατικών και αναλήψεως χρημάτων από τους προσωπικούς του λογαριασμούς, συνάγοντας εκ τούτου νομιμότητα όλων των παραστατικών, που εκδόθηκαν. Επί πλέον, ως προς την αιτιολόγηση του ψευδούς της καταμηνυθείσας υπεξαίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού αφενός μεν δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε πως ο εγκαλών υπεξαίρεσε οποιοδήποτε ποσό, και ειδικότερα το ποσό των 736.000.000 δραχμών, από τους λογαριασμούς του κατηγορούμενου", ειδικότερα δε, ότι δεν αποδείχθηκε η υπεξαίρεση για την οποία κατηγορούταν ο εγκαλών, "δεδομένου ότι οι λογαριασμοί, τόσο του κατηγορούμενου, όσο και της εταιρίας "....................ΕΠΕ", δεν αποδείχθηκε ότι περιείχαν τα ποσά, που αναφέρει στη μήνυση του ο κατηγορούμενος", ενώ σε άλλο σημείο του σκεπτικού της δέχεται, ότι ο κατηγορούμενος "διακινούσε τεράστια χρηματικά ποσά μέσω της Τραπέζης Κρήτης", με συνέπεια περαιτέρω να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου και για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως, παρά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ, αφού η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, χαρακτηριζόμενη από το νόμο ως πλημμέλημα (άρθρα 18, 229 § 1 του ΠΚ), φέρεται ότι τελέστηκε στις 22.7.1999, έκτοτε δε και έως τη δημοσίευση της παρούσας παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 §§ 1 και 3, 112 και 113 §§ 2 και 3 ΠΚ, εξαλείφθηκε το αξιόποινο της, με συνέπεια να πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 511 ΚΠΔ, όπως αυτό ήδη ισχύει) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε γι' αυτή λόγω παραγραφής, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 370 περ. β του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 496/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του Χ1,για ψευδή καταμήνυση, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην Κοζάνη στις 22.7.1999 σε βάρος του εγκαλούντος Ψ1, όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 13 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ