Αριθμός 1061/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαϊωάννου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10981/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 21-5-2021 (αριθμ. κατάθ….), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 10981/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, την, από 20-11-2016 (αριθμ. κατάθ…), αίτηση κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και χάριν συντόμευσης ΤΠΔ, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής της μοναδικής οφειλής της προς αυτό, ύψους 149.532,47 ευρώ, που προερχόταν από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτή πρότεινε, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας της. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 127/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 3869/2010, το χρέος της ήδη αναιρεσίβλητης υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τριών ετών το ποσό των 200,00 ευρώ, ενώ εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία της (αιτούσας), με την υποχρέωση αυτής, για τη διάσωσή της (κύριας ως άνω κατοικίας), να καταβάλει επί 360 μήνες στο καθού το ποσό των 344,40 ευρώ κατά μήνα και συνολικά ποσό 124.000 ευρώ. Ακολούθως, το ηττηθέν αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 16-12-2019 (αριθμ.κατάθ…) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσίβλητης-οφειλέτιδος. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή κατ' ουσία. Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 23-1-2017, της ένδικης, από 20-11-2016, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 681/2020). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 755/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1508/2022). Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και για να απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται, όπως προαναφέρθηκε, σε δόλο του. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019). Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή: α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙ BEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Για την αναγγελία των εκχωρήσεων αυτών αρκεί η τήρηση των κοινών διατάξεων κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών ρυθμίσεων όπως του άρθ. 95 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 53 του ν.δ. 496/1974. Εκχωρήσεις που έχουν γίνει οποτεδήποτε πριν από την εφαρμογή του παρόντος χωρίς την εφαρμογή των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο ειδικών ρυθμίσεων θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες, εφόσον τηρήθηκαν οι κοινές διατάξεις". Εν προκειμένω υφίστανται δύο συμβάσεις, η της αιτίας (βασική-σύμβαση δανείου) και η της εκχώρησης μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του Δημοσίου μελλοντικών περιοδικών αποκτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η δια μόνης της εκχώρησης απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το ένδικο στεγαστικό δάνειο οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και κατ` επέκταση και του χρέους αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη (ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1050/2021). Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτόν ως προς την είσπραξη της απαίτησης από τον εκδοχέα - Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και όχι η οριστική απόκτηση από αυτόν (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) της απαίτησης. Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1379/2019). Ειδικότερα, κατά τα προδιαληφθέντα, στόχος της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχώρησης δεν είναι η παγιοποίηση του ποσού της οφειλής του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά η σε κάθε περίπτωση εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του αιτούντος δανειολήπτη και αφετέρου το Δικαστήριο να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το άνω ΝΠΔΔ και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσης με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό, που θα διατάξει το Δικαστήριο (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή η εκχώρηση εκ μέρους του υπερχρεωμένου δανειολήπτη της απαίτησης του να εισπράξει τμήμα των αποδοχών του καταλείπεται ανέπαφη από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, αντίκειται στη φύση των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, διότι θα είχε ως συνέπεια τη ματαίωση του σκοπού του νομοθέτη. Δηλαδή, μέσω της σύμβασης εκχώρησης κατ' άρθρο 455 του ΑΚ θα μπορούσαν οι δανειστές να απαγορεύσουν στον οφειλέτη να ασκήσει το δικαίωμα που του χορηγεί ο ν. 3869/2010 να ρυθμίσει τα χρέη του. Τέτοια συμφωνία όμως, η οποία θα απαγόρευε στον υπερχρεωμένο δανειολήπτη να καταφύγει στις ευμενείς γι' αυτόν διατάξεις του ν. 3869/2010 θα ήταν άκυρη, διότι θα αναιρούσε το χαρακτήρα των διατάξεων του νόμου αυτού ως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Επομένως, ανεπίτρεπτη είναι και η ερμηνεία της σύμβασης εκχώρησης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να συνεπάγεται εν τοις πράγμασι απαγόρευση του υπερχρεωμένου δανειολήπτη να αξιώσει την κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 ρύθμιση της οφειλής του, η οποία εξυπηρετείται μέσω της εκχώρησης μέρους του μισθού ή σύνταξης. Το γεγονός ότι η εκχώρηση μέρους του μισθού ή σύνταξης του δανειζόμενου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προσώπου είναι υποχρεωτική κατ' άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 2214/1994, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η ως άνω διάταξη αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των δανείων που χορηγεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν είναι διάταξη δημόσιας τάξης, τα δε δικαιώματα που αποκτά το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέσω της εφαρμογής της υποκύπτουν ενώπιον της εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 3869/2010 (ΑΠ 658/2022). Δηλαδή, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 εκ μέρους του δανειολήπτη εκχώρηση από την αρχή, δηλ. από τη σύναψη του δανείου, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσοστού από τον εισπραττόμενο μισθό ή σύνταξη, είναι εκχώρηση μέλλουσας απαίτησης και ενόψει της αιτίας και του σκοπού της εκχώρησης, η τελευταία ως τέτοια και μόνο δεν επιφέρει απόσβεση της εκ του δανείου οφειλής. Δηλαδή παρά την εκχώρηση εξακολουθεί να υφίσταται και αποσβέννυται ενόσω το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ικανοποιείται από την εκχωρηθείσα απαίτηση. Έτσι, δικαιολογείται ότι ο δανειολήπτης, παρά τη γενόμενη εκχώρηση έχει λόγο να επιδιώξει τη ρύθμιση της, έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, οφειλής του και να την εντάξει στο ν. 3869/2010. Μάλιστα στη περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λ.π., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι` αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, καθότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010 (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 939/2021, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 883/2020). Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του. Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 283/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ΤΠΔ για: 1) έλλειψη στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής του μοναδικού χρέους της και 2) δόλια περιέλευση αυτής (δανειολήπτη-αιτούσας) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής της δανειακής υποχρέωσής της, οφειλόμενη, ειδικότερα, σε ενδεχόμενο δόλο της, παραβίασε, ευθέως, την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ν. 3869/2010. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''... Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει γεννηθεί το έτος 1970 και από το γάμο της με τον Ι. Γ., ο οποίος έχει λυθεί με την υπ' αριθμ. 1716/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 07.08.2008, έχει αποκτήσει ένα γιο, τον Π. Δ. Γ., ο οποίος είναι 23 ετών, καθώς γεννήθηκε στις 22.03.1997 και ο οποίος στις 02.07.2018 βρισκόταν στο 6° εξάμηνο της φοίτησης του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών Τ.Ε. στη Σχολή Τεχνολογικών εφαρμογών του Τ.Ε.Ι. Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η ελάχιστη διάρκεια φοίτησης της οποίας είναι 8 εξάμηνα (βλ. για όλα τα ανωτέρω: Δελτίο Ταυτότητας Αξιωματικού, από …βεβαίωση σπουδών Τ.Ε.Ι. Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, υπ' αριθμ. ... διαζευκτήριο Μητροπολίτη Ν. Ιωνίας και Φιλαδέλφειας και από …βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης Υπουργείου Εσωτερικών). Αυτή υπηρετεί ως υπαξιωματικός με το βαθμό του ανθυπασπιστή στον Ελληνικό Στρατό και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, το μήνα Φεβρουάριο του 2019, ανέρχονταν σε 1.447,19 ευρώ (βλ. σχετικό φύλλο μισθοδοσίας). Άλλα σταθερά μηνιαία εισοδήματα δεν αποδείχθηκε ότι έχει η εφεσίβλητη, αφού, όπως αποδείχθηκε από την ανωμοτί κατάθεσή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βασιλικών, η οποία δεν αντικρούεται στο σημείο αυτό από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ο πατέρας του τέκνου της δεν συμβάλλει μηνιαίως στις οικονομικές του ανάγκες παρά μόνο περιστασιακά με ποσά της τάξης των 50 ευρώ το μήνα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2009 το συνολικό της εισόδημα ήταν (22.259,89 ευρώ δηλωθέν εισόδημα πλέον 1.873,48 ευρώ επιστροφή φόρου =) 24.133,37 ευρώ, ήτοι 2.011 ευρώ μηνιαίως, το 2010 το συνολικό της εισόδημα ήταν (19.739,09 ευρώ δηλωθέν εισόδημα πλέον 1.327,17 ευρώ επιστροφή φόρου =) 21.066,26 ευρώ, το έτος 2011 το συνολικό της εισόδημα ήταν 19.265,49 ευρώ πλέον 361,73 ευρώ επιστροφή φόρου =) 19.627,22 ευρώ, το έτος 2012 το συνολικό της εισόδημα ήταν 18.815,07 ευρώ πλέον 1.054,74 ευρώ επιστροφή φόρου =) 19.869,81 ευρώ και το 2013 το συνολικό της εισόδημα ήταν 16.850,15 ευρώ, ήτοι 1.404,17 ευρώ μηνιαίως (βλ. για όλα τα ανωτέρω πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου ανωτέρω ετών). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αυτή σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, στις 05.05.2009, υπέγραψε με το εκκαλούν τη με αριθμό 182838 ιδιωτική σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 168.000 ευρώ, από την οποία εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των 149.532,47 ευρώ, το οποίο εκτοκίστηκε μέχρι την έκδοση της εκκαλουμένης, αφού ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της, η δε μηνιαία δόση, που απαιτούνταν για την αποπληρωμή του δανείου αυτού και η οποία παρακρατούνταν απευθείας από το μισθό της, ανερχόταν σε 952,58 ευρώ (βλ. από 28.05.2020 κατάσταση οφειλών εκκαλούντος). Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι αυτή βαρυνόταν το ανωτέρω χρονικό διάστημα και με τις δαπάνες διαβίωσης άλλων προσώπων, ήτοι του ανήλικου έως το έτος 2014 τέκνου της, το ποσό που είναι απαραίτητο για τη διαβίωση της ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε 1.240 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 250 ευρώ για διατροφή, 180 ευρώ για εξόφληση λογαριασμών Δ.Ε.Κ.Ο., 100 ευρώ για θέρμανση, 580 ευρώ για έξοδα σπουδών τέκνου, 30 ευρώ για ένδυση - υπόδηση, 70 ευρώ για έξοδα μετακινήσεων και 30 ευρώ για Ε.Ν.Φ.Ι.Α.). Συνεπώς τα μηνιαία εισοδήματα της κατά το έτος 2009, που υπερέβαιναν το ποσό των 2.000 ευρώ της επέτρεπαν να συντηρείται αυτή και το προστατευόμενο μέλος της και να αποπληρώνει το δάνειο που έλαβε το ανωτέρω έτος. Πλην, όμως, ανάμεσα στο έτος 2009, όταν και ανέλαβε το επίδικο δάνειο, έως και στο έτος 2014 υπήρξε μία συρρίκνωση του εισοδήματος της κατά 1/3, ενώ και, δεδομένης και της υπέρμετρης αύξησης των δαπανών διαβίωσης, διαμέσου της οικονομικής κρίσης, η συνολική εισοδηματική εικόνα της ήταν σημαντικά χειρότερη. Με βάση τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι η εφεσίβλητη οδηγήθηκε σταδιακά από το 2009 έως και το ανωτέρω έτος, 2014, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς τον πιστωτή της. Λόγω δε της ύπαρξης υψηλότερων εισοδημάτων κατά το παρελθόν αλλά και της τότε καλής οικονομικής κατάστασης της χώρας, με τη σταθερότητα που παρουσίαζαν οι εργασιακές συνθήκες του δημοσίου τομέα, η εφεσίβλητη βάσιμα πίστευε ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές της τις υποχρεώσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση που θα ακολουθούσε που την οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, ασχέτως του ότι λάμβανε χώρα εξόφληση του εκκαλούντος, αφού γινόταν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών της, ωστόσο τούτο δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών της εφεσίβλητης, αφού η εξόφληση αυτής γινόταν σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της ίδιας και του προστατευόμενου μέλους της οικογενείας της (...) και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποία προσάπτεται στην εκκαλουμένη η ως άνω πλημμέλεια, ήτοι ότι έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων με το να δεχθεί ότι ο εφεσίβλητη περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, μολονότι εξοφλούνταν μηνιαίως οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου της, ο οποίος είναι ορισμένος και βάσιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ομοίως, ως ουσία αβάσιμος με βάση τις αιτιολογίες που εκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο εισάγεται η ένσταση δόλου του οφειλέτη στην περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής, ο οποίος είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, ως ουσία δε αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια της κακής εκτίμησης των αποδείξεων, με το να δεχθεί ότι το εναπομείναν ποσό προς ικανοποίηση των δανειστών ανέρχεται σε 200 και όχι σε 300 ευρώ ανά μήνα, καθώς, όπως προαναφέρθηκε η καταβολή ποσού 50 ευρώ από τον πρώην σύζυγο της εφεσίβλητης προς το τέκνο τους λαμβάνει χώρα κατά τρόπο σταθερό, τα δε μηνιαία έξοδα της εφεσίβλητης ανέρχονται σε 1.240 ευρώ. Σημειώνεται δε ότι αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη τυγχάνει ψιλή κυρία ενός διαμερίσματος του 5ου ορόφου μιας οικοδομής, η οποία βρίσκεται επί της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού 88,40 τ.μ., στο οποίο διαμένει η μητέρα της εφεσίβλητης, η οποία είναι και επικαρπώτρια αυτού, καθώς και ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγρού, ο οποίος βρίσκεται στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης έκτασης 266,50 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου 847. Με την εκκαλουμένη κρίθηκε ότι λόγω του ότι η εφεσίβλητη έχει μόνο την ψιλή κυριότητα του πρώτου ακινήτου και λόγω του διηρημένου ποσοστού κυριότητας αυτής στο δεύτερο ακίνητο, αυτά πρέπει να εξαιρεθούν από την εκποίηση, καθώς δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον. Με τις ως άνω αιτιολογίες ορθώς η εκκαλουμένη έκρινε περί την εξαίρεση των ακινήτων αυτών από την εκποίηση και το σχετικό δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. ... Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσάπτεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια της κακής εφαρμογής του νόμου, με το να δεχθεί ότι τα δάνεια οφειλετών από το Τ.Π.Δ. υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και όχι σε αυτή του ν. 3867/2010. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος... Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο έφεσης το εκκαλούν ζητά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο η ρύθμιση της οφειλής της εφεσίβλητης έγινε με άρση της παρακράτησης τμήματος των αποδοχών της από τις μηνιαίες αποδοχές της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, "το δικαστήριο, υποχρεώνει τον οφειλέτη να καταβάλει μηνιαίως ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του", συνεπώς χωρίς να επιλαμβάνεται του τρόπου με τον οποίο θα λάβει χώρα αυτή η καταβολή σε κάθε δε περίπτωση, διότι από επισκόπηση της εκκαλουμένης αποδείχθηκε ότι σε αυτήν δεν συμπεριλαμβάνεται σχετικός όρος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, από 16-12-2019 έφεση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 10981/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βασιλικών. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αναιρεσίβλητης-αιτούσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτή, κατά την ανάληψη της (μοναδικής) δανειακής της υποχρέωσης δεν επιδίωξε την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε ότι προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι, παρά ταύτα, συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του ν. 3869/2010 στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως. Και τούτο, διότι όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε: α) ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, περιήλθε άνευ δόλου, έστω και ενδεχόμενου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης του μοναδικού χρέους της, ανερχόμενου στο ποσό των 149.532,47 ευρώ (στεγαστικό), καθόσον κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου (5-5-2009), από το ΤΠΔ, με βάση το οικογενειακό εισόδημα αυτής (2.011 ευρώ) δημιουργήθηκε καλόπιστα η πεποίθηση στην ίδια ότι μπορούσε να καταβάλει ευχερώς το συνολικό ποσό των 952,58 ευρώ κατά μήνα στο ΤΠΔ για την εξυπηρέτησή του, όπως και έπραττε με συνέπεια έως το έτος 2014, β) ότι κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου (5-5-2009) αλλά και μεταγενέστερα δεν γνώριζε και δεν επεδίωξε, ούτε αντικειμενικά μπορούσε να προβλέψει, ως ενδεχόμενη, την αδυναμία αποπληρωμής αυτού, ούτε να αποτρέψει τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός της σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, γ) ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από την ίδια, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη του χρέους της και, ειδικότερα, οφειλόταν στην εφαρμογή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση των υπερβολικών ελλειμμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, που οδήγησαν σε μείωση του μισθού της κατά το 1/3, καθόσον το έτος 2013 το κατά μήνα εισόδημά της ήταν 1.404,17 ευρώ, δ) ότι ο μισθός της, ως υπαξιωματικού με το βαθμό του ανθυπασπιστή στις Ένοπλες Δυνάμεις, είναι το μόνο εισόδημα αυτής, ε) ότι το ύψος των βιοτικών αναγκών της για αξιοπρεπή διαβίωση αυτής και του φοιτητή γιού της, προσδιορίζεται ρητά σε 1.240 ευρώ (όπως λεπτομερώς εξειδικεύεται) και στ) ότι η αιτούσα οφειλέτης δεν προσδοκά πλέον την άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της. Επομένως, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν αποδείχθηκε δόλος της οφειλέτου-αναιρεσίβλητης, το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας, ανεξάρτητα από την αοριστία του (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 755/2018), τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, όπως αβάσιμα αυτό υποστηρίζει. Τα ως άνω περιστατικά που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και υπήγαγε την αιτούσα-αναιρεσίβλητη στην ως άνω διάταξη. Το γεγονός δε ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και της δανειολήπτου, σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού της τελευταίας, ποσό στην ένδικη υπόθεση από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο λείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της αναιρεσίβλητης στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών της οφειλέτιδος και της οικογένειάς της, διαπίστωσε, ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες της, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης του ΤΠΔ, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 939/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 883/2020). Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, την οποία επικαλείται το αναιρεσείον στο δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι καταχρηστικά δεν εφάρμοσε η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να στηρίξει τη δόλια περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, πλέον του ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του αιτούντος-δανειολήπτη για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, να υποβάλει προηγουμένως αίτηση στο ΤΠΔ ώστε να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3867/2010, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα άλλωστε εκτέθηκαν στη νομική σκέψη και της παρούσας απόφασης. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που περιέχονται στους ως άνω λόγους για ελλείψεις της αιτιολογίας της απόφασης που επικαλείται το αναιρεσείον, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και γιατί ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να είναι αναγκαίες και σε αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ). Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον ΤΠΔ, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα και απαράδεκτα, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Εξάλλου, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ [ότι αυτοί (ισχυρισμοί) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας], κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021). Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 3869/2010 και 11 παρ. 1 του ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), εσφαλμένα απορρίφθηκε ο λόγος έφεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης κατά το κεφάλαιό της με το οποίο η ρύθμιση της οφειλής της εφεσίβλητης-οφειλέτιδος έγινε με άρση της παρακράτησης τμήματος των αποδοχών της από τις μηνιαίες αποδοχές της. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού το ύψος των μηνιαίων δόσεων που οφείλει να καταβάλει η αναιρεσίβλητη-οφειλέτιδα στο αναιρεσείον, μετά τη ρύθμιση του χρέους της, στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, συνίσταται στη παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της (αναιρεσίβλητης) των καθορισμένων πλέον, με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την υπάρχουσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχώρησης, η οποία εξακολουθεί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να ισχύει παράλληλα με τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, το δε δικαστήριο της ουσίας δεν μετέβαλε, με τις παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από το μισθό της αναιρεσίβλητης-οφειλέτιδος για το λόγο ότι στην εκκαλούμενη απόφαση δεν συμπεριλαμβάνονταν σχετικός όρος, καθόσον δεν αμφισβητήθηκε η κατάρτιση παράλληλα με τη σύμβαση δανείου και της σύμβασης εκχώρησης, ώστε να απαιτείται να συμπεριληφθεί σχετική διάταξη. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη περί επιστροφής παραβόλου, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης, δεν ορίζεται και διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21-5-2021 (αριθμ. κατάθ…), αίτηση, για αναίρεση της με αριθμ. 10981/2020 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ