Αριθμός 37/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κόλια. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ν. του Π. και 2. Μ. συζ. Α. Ν. το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 570/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 29-4-2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 16/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν η από 28-3-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η εναγομένη- αναιρεσείουσα, της οποίας η, στηριζομένη στο άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, να τους καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την καθυστέρηση απόδοσης του διαμερίσματός τους, το οποίο κατείχε λόγω χρησιδανείου, που είχε λήξει με καταγγελία τους, το ποσό των 24.180 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών υπ' αριθ. εκθ. κατ. 91/28-3-2007 αγωγή τους, ότι κατά το έτος 1987 έγιναν συγκύριοι του περιγραφόμενου σ' αυτήν διαμερίσματος, που βρίσκεται στις Σέρρες, το οποίο παραχώρησαν, χωρίς αντάλλαγμα, στο γιο τους Π. και στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τότε σύζυγό του, με σκοπό να το χρησιμοποιήσουν ως οικογενειακή στέγη. Ότι η έγγαμη συμβίωση της εναγομένης με το γιο τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά, με την αποχώρηση του τελευταίου από την οικογενειακή στέγη στις 2-3-1999, οπότε και διαταράχθηκαν και οι σχέσεις αυτών (εναγόντων) με την εναγομένη. Μετά την εξέλιξη αυτή, με την επιδοθείσα στην εναγομένη από 29-09-1999 εξώδικη δήλωσή τους κατήγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας η τελευταία εξακολουθούσε να διαμένει στο ως άνω διαμέρισμά τους και ζήτησαν την απόδοση της χρήσης του, το αργότερο μέχρι την 15-12-1999, πλην, όμως, η τελευταία αρνήθηκε την απόδοσή του, παρακρατώντας το παράνομα. Ότι μετά από άσκηση αγωγής τους κατά της εναγομένης και του γιου τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με αντικείμενο την απόδοση της χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος, εκδόθηκε η 2082/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικύρωσε την 9/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να τους αποδώσει τη χρήση του ανωτέρω διαμερίσματος, το οποίο και τους το παρέδωσε στις 15-10-2006. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την καθυστέρηση στην απόδοση της χρήσης του διαμερίσματός του (από 15-12-1999 έως 15-10-2006) το συνολικό ποσό των 26.640 ευρώ. Η εναγομένη, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραδεκτά, με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις από 15-10-2007 προτάσεις της, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε, ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι παραχώρησαν τη χρήση του επίδικου διαμερίσματος στα πλαίσια του ιδιαίτερου καθήκοντος που είχαν "πρωτίστως προς το γιο τους Π. και τις εγγονές τους Β. και Μ. και δευτερευόντως προς αυτήν ως νύφη τους", από την καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (29-3-2007), δηλαδή για 8 έτη περίπου, δεν προέβαλαν καμία αξίωση αποζημίωσης για τη χρήση από αυτήν (και τις δύο ανήλικες θυγατέρες της) ως κατοικίας του επίδικου διαμερίσματος, ενώ στις δίκες που αφορούσαν την επιδίκαση διατροφής στις πιο πάνω θυγατέρες της, που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα (1999-2004), ο υπόχρεος προς διατροφή αυτών γιος των εναγόντων προέβαλλε τον ισχυρισμό, ότι οι δικαιούχες διατροφής-θυγατέρες του-δεν επιβαρύνονται με δαπάνες στέγασής τους, αφού διαμένουν με τη μητέρα τους χωρίς αντάλλαγμα στο επίδικο διαμέρισμα, τον ισχυρισμό δε αυτόν προσεπιβεβαίωσαν με καταθέσεις τους στις σχετικές δίκες διατροφής και οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι και σε συζητήσεις τους με διάφορους τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι λοιποί εξετασθέντες στις δίκες αυτές μάρτυρες, ανέφεραν για το γεγονός της χωρίς αντάλλαγμα παραχώρησης της χρήσης του διαμερίσματός τους σ' αυτήν (εναγομένη) και τα τέκνα της, με συνέπεια το περιστατικό αυτό να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής των τελευταίων, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες σχετικές δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγόντων, της δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση ότι αυτοί (ενάγοντες) δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα (για καταβολή αποζημίωσης). Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο η ανωτέρω ένσταση ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμη, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος (για καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης) προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη δεν παραβίασε ευθέως, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα. 2.- Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή ενστάσεις ως αόριστες ή νόμω αβάσιμες αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτήν έγγραφα με συνέπεια να οδηγηθεί στην απόρριψη της ως άνω ένστασης ως μη νόμιμης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, αλλά απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης ως μη νόμιμη. 3.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-7-2010 αίτησης της Θ. Κ. για αναίρεση της 570/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ