Αριθμός 1197/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. του Ι., και 2) Ε. Δ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π., 2) Ι. Μ., 3) Χ. Δ., 4) Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Χατζηδογιαννάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μοιρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 209/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/11/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 25/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Εάν δεν είναι η ασκούμενη από αυτόν οιονεί νομή δουλείας υπέρ ορισμένου ακινήτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόκτηση πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνον όταν ο ασκών την οιονεί νομή έγινε κύριος του δεσπόζοντος. Συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου (ΑΠ 1091/2007, ΑΠ 1575/2007, ΑΠ 1374/1982, ΑΠ 92/1987, ΑΠ 1368/1994). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι κύριοι ακινήτων που κείνται στη θέση "..." της πρώην κοινότητας ... Δήμου Γόρτυνας. Ειδικότερα η πρώτη εφεσίβλητη είναι κυρία ενός αγρού εκτάσεως 861,79 τ.μ., που συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Ά. Μ. (δεύτερη εφεσίβλητη), νοτίως με ιδιοκτησία Ε. Φ. Δ., ανατολικώς με ιδιοκτησία Σ. και δυτικώς με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,80 μ. περίπου, σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ως το ακίνητο τούτο αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο με χρονολογία Νοέμβριος 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α.. Η δεύτερη εφεσίβλητη, είναι κυρία ενός αγρού εκτάσεως 1.844,56 τ.μ., που συνορεύει βορείως με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,00 μέτρων, νοτίως με ιδιοκτησία Ε. Π. (πρώτης εφεσίβλητης), ανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Π. Χ. (τέταρτη εφεσίβλητη) και δυτικώς με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,80 μ., σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ως το ακίνητο τούτο αποτυπώνεται με στοιχεία Δ-Ζ-Η-Θ-Γ-Δ στο με χρονολογία Νοέμβριος 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α.. Ο τρίτος εφεσίβλητος είναι κύριος ενός αγρού εκτάσεως 1.359,65 τ.μ. περίπου, που συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτίως με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,00 μέτρων, ανατολικώς με ιδιοκτησία Ε. Π. - Χ. (τέταρτη εφεσίβλητη) και δυτικώς εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Φ. Δ. και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου, σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ως το ακίνητο τούτο αποτυπώνεται με στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ι στο με χρονολογία Νοέμβριος 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α.. Η τέταρτη εφεσίβλητη, είναι κυρία ενός αγρού εκτάσεως 1.370,96 τ.μ. που συνορεύει με ιδιοκτησίες αγνώστου, Σ. Β., Σ., Ι. Μ. και με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,00 μέτρων και ιδιοκτησία Χ. Δ. (τρίτος εφεσίβλητος), σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο, ως το ακίνητο τούτο αποτυπώνεται με στοιχεία Μ-Τ-Σ-Ρ-Π-Ο-Ι-Θ-Σ-Ν-Μ στο με χρονολογία Νοέμβριος 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α.. Τα ακίνητα αυτά ανήκαν στον πατέρα των εφεσίβλητων, Ι. Δ. του Φ. στον οποίο περιήλθαν εκ κληρονομίας του πατρός του και κατέστη κύριος τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όντας στη νομή τους διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα επί σαράντα πέντε και πλέον έτη. Οι εφεσίβλητοι απέκτησαν τα παραπάνω ακίνητα αιτία δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα τους, συντασσομένων σχετικά των με αριθμό ..., ..., ... και .../30-9-1982, αντίστοιχα, συμβολαίων δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφανίας Σχοινά - Βαβουράκη, χωρίς πάντως να προκύπτει ότι έχει γίνει μεταγραφή των συμβολαίων αυτών στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μοιρών. Ως όμως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής τους και αποδείχθηκε, έκαστος των παραπάνω εφεσίβλητων, έκτοτε, ήτοι από το έτος 1982, νέμεται και κατέχει το ακίνητο του διανοία κυρίου, επιβλέποντας τα όρια του και ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής καθώς, μεταξύ άλλων, η πρώτη εξ αυτών έχει ανοικοδομήσει οικία στο ακίνητο της, ο δεύτερη εκμίσθωσε από το έτος 2000 έως το έτος 2007 τμήμα του για τη στάθμευση αυτοκινήτων της επιχείρησης ενοικιαζόμενων δωματίων του Σ. Τ. που λειτουργεί σε παρακείμενο ακίνητο και οι λοιποί εκμισθώνουν τα ακίνητα τους σε τρίτους για καλλιέργειες οπωροκηπευτικών. Συνεπώς, εφόσον δεν προκύπτει μεταγραφή του επικαλούμενου τίτλου κυριότητας τους επί των ως άνω ακινήτων και ανεξαρτήτως της τυχόν έλλειψης νομιμότητας τους για τους επαγόμενους από τους εκκαλούντες λόγους ένεκα προέλευσης των ακινήτων από κατάτμηση μείζονος εκτάσεως κατά παράβαση των περιορισμών που τίθενται σε ζώνες οικιστικού ελέγχου, οι εφεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι αυτών, τουλάχιστον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Τόσον ο παραπάνω δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων ως και οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι, για τη μετάβαση τους στα ακίνητα τους, αντίστοιχα, χρησιμοποιούσαν διανοία δικαιούχου" διαβάσεως και με καλή πίστη δίοδο, πλάτους 3 περίπου μέτρων και συνολικού μήκους 120 μέτρων, η οποία συνορεύει νότια με το δημόσιο δρόμο Μιαμού - Λέντα - Παπαδογιάννη, βόρεια με τον αποτυπωμένο στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα από Νοέμβριος 1981 του Γ. Α. και αναφερόμενο στα συμβόλαια δωρεάς εν ζωή ως ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3,00 μέτρων στο νότιο όριο των ακινήτων των τρίτου και τέταρτης εφεσίβλητων αντίστοιχα, ανατολικά εν μέρει με ακίνητο των εκκαλούντων και εν μέρει με τα ακίνητα των πρώτης και δεύτερης εφεσίβλητων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Τ. και εν μέρει με παλαιά διάβαση εξυπηρέτησης ακινήτων των εκκαλούντων. Η διάβαση αυτή εμπίπτει εντός ακινήτου των εκκαλούντων εκτάσεως 500 τ.μ., το οποίο αυτοί απέκτησαν από τον πατέρα τους, Ι. Δ. του Ε., αυτός δε εκ κληρονομίας από τον πατέρα του Ε. Δ. του Ι. και, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της πρώτης εφεσίβλητης, δυτικά επί μήκους 30 περίπου μέτρων με την εν λόγω διάβαση και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Τ. και αγνώστων και ανατολικά με ιδιοκτησίες αγνώστων. Ειδικότερα, η εν λόγω διάβαση αρχίζει από το νότιο άκρο του ακινήτου των εκκαλούντων που εφάπτεται του δημόσιου δρόμου Μιαμού - Λέντα -Παπαδογιάννη και διέρχεται κατά μήκος της δυτικής πλευράς του ακινήτου τους επί 30 περίπου μέτρα, συνεχίζει κατά μήκος της δυτικής πλευράς των ακινήτων της πρώτης και δεύτερης των εφεσίβλητων, καταλήγοντας στη νότια πλευρά των ακινήτων των λοιπών εφεσίβλητων. Από την εν λόγω διάβαση διερχόταν, ως προεξετέθη, διάνοια δικαιούχου δουλείας διαβάσεως επί σαράντα πέντε και πλέον έτη ο πατέρας των εφεσίβλητων πεζή, με έμφορτα ζώα και με γεωργικά μηχανήματα προκειμένου να επισκεφθεί το ακίνητο του και εν συνεχεία, από το έτος 1982 και μετά έκαστος των εφεσίβλητων, επίσης διανοία δικαιούχου δουλείας διαβάσεως, πεζή και με αυτοκίνητα για να επισκεφθεί το ακίνητο του, αντίστοιχα. Η διάβαση αυτή αποτελεί τη μόνη πρόσφορη οδό πρόσβασης των εφεσίβλητων από και προς το δημόσιο δρόμο, καθώς καίτοι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στα ακίνητα τους από άλλο σημείο του δρόμου, κείμενου σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από την επίδικη διάβαση, μέσω χωμάτινου δρόμου που, ως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες έχει διαμορφωθεί σε διάφορα σημεία από τη διέλευση οχημάτων ενώ σε άλλα υπάρχει ικανή συγκέντρωση χωμάτων και πετρών, η δίοδος αυτή δεν είναι η πλησιέστερη προς το δημοτικό δρόμο ούτε και εφάπτεται των ακινήτων τους αλλά διέρχεται μέσω ιδιοκτησιών τρίτων, τα ακίνητα των οποίων δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνονται με δουλεία διάβασης και δη, υπέρ των εφεσίβλητων, ουδ' άλλωστε αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι επισκέπτονταν τα ακίνητα τους μέσω αυτής αντί της επίδικης που εμπίπτει εντός ακινήτου συγγενούς τους. Συνεπώς, κρίνεται ότι οι εφεσίβλητοι απέκτησαν επί της ως άνω διαβάσεως δικαίωμα πραγματικής δουλείας διαβάσεως υπέρ των ακινήτων τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σε βάρος του ακινήτου των εκκαλούντων. Οι εκκαλούντες όμως, κατά τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2008 κατασκεύασαν στο εφαπτόμενο του δημόσιου δρόμου νότιο τμήμα του ακινήτου του τοιχίο περίφραξης και τοποθέτησαν σιδερένια πόρτα στην είσοδο της επίδικης διάβασης αποκλείοντας έτσι στους εφεσίβλητους της διελεύσεως τους από αυτήν και της πρόσβασης τους στα ακίνητα τους και προσβάλλοντας το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διαβάσεως τους υπέρ των ακινήτων τους (εφεσίβλητων) και σε βάρος του ακινήτου τους". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των τελευταίων, ομολογήσεως δουλείας οδού. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 1118, 1121 και 1045 ΑΚ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού δέχθηκε ότι με την έναρξη άσκησης νομής χρησικτησίας, από τους ενάγοντες προς απόκτηση της κυριότητας στα δεσπόζοντα ακίνητα το έτος 1982 και την παράλληλη κατά τον ίδιο χρόνο άσκηση οιονεί νομής δουλείας διόδου από τους ίδιους σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων συμπληρώθηκε μέχρι το χρόνο προσβολής της δουλείας εικοσαετία, και έτσι απέκτησαν οι ενάγοντες δικαίωμα πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ για την κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, αν δεν είναι κύριος η ασκούμενη οιονεί νομή δουλείας από αυτόν υπέρ ορισμένου ακινήτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόκτηση πραγματικής δουλείας υπέρ αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία θα αρχίσει μόνον όταν ο ασκών την οιονεί νομή έγινε κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ: Αναιρεί την 209/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ