Αριθμός 1163/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ι. του Ι. και 2) Μ. Σ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως διαχειρίστριας της τιτλοποιημένης απαίτησης της "Daneion APC Ltd", εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και του Ι. Ι. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2018 οριστική (για τους ήδη αναιρεσείοντες) του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ` αριθ. 6188/24-6-2022 και 6186/24-6-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης (με έδρα στο Πρωτοδικείο Έδεσσας) Η. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 20-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2022), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι α) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και β) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α. Ε.". Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες, δεν εμφανίσθηκαν, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η κρινόμενη από 20-1-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 295/2020 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 57/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) στις 22-1-2021 και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν.4335/2015) δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 10-12-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Ήτοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 53/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 η 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 1508/2020). Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (πρβλ. ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 181/2022, 1199/2018). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/90, ΑΠ 181/2022, ΑΠ 1199/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 παρ. 2ΚΠολΔ (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1090/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 295/2020 απόφασή του όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος και η δεύτερη εκκαλούσα ηλικίας 43 ετών ο πρώτος και 41 ετών η δεύτερη είναι σύζυγοι και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει μία ανήλικη κόρη ηλικίας 8 ετών. Διαμένουν στον πρώτο όροφο εμβαδού 65 τ.μ. μονοκατοικίας στους Γαλατάδες Πέλλας, ο οποίος έχει παραχωρηθεί από τους γονείς των αιτούντων. Ο πρώτος εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσείων) από τις 30-6-2011 εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος και ειδικότερα ως οδηγός φορτηγού στην εταιρία A…., η οποία εδρεύει στην Ά……. και έχει ως αντικείμενο τη μεταποίηση και εμπορία φρούτων αντί μηνιαίου μισθού ύψους 1.097,05 € (...). Περαιτέρω, λαμβάνει ως οικογενειακό επίδομα το ποσό των 40 € μηνιαίως, ήτοι 480 € ετησίως. Από τις 30-4-2002 έως τις 29-8-2011 οπότε προέβη σε διακοπή εργασιών ( ...) ο πρώτος εκκαλών διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας καυσίμων υλών υγρών και στερεών (βενζινάδικο) στο Μ……Πέλλας. Η δεύτερη εκκαλούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) είναι άνεργη, χωρίς να λαμβάνει κάποιο επίδομα ανεργίας και η μόνη πηγή εισοδημάτων της προέρχεται από την ενοικίαση δύο αγροτεμαχίων της, για τα οποία λαμβάνει ετησίως το ποσό των 387 €. Κατά τα χρονικά διαστήματα από 14-5-2012 έως 10-11-2012 και από 1-2-2013 έως 31-7-2013 είχε εργασθεί ως ανειδίκευτη εργάτρια στην εταιρία A…….. (...) και αδυνατεί έκτοτε να βρει κατάλληλη εργασία, επειδή πάσχει από οξύ αυχενικό σύνδρομο. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησής τους οι εκκαλούντες ανέλαβαν τα παρακάτω χρέη και οφείλουν στις εφεσίβλητες πιστώτριές τους τα ακόλουθα ποσά 1) Ο πρώτος εκκαλών οφείλει : α) στην πρώτη εφεσίβλητη, πιστώτρια "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ως καθολική διάδοχο της Εμπορικής Τράπεζας (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη): I) δυνάμει της με αριθμό 00201208165006 πιστωτικής κάρτας μαζί με τους τόκους μέχρι 29-3-2014 το ποσό των 1.401,18 € και μετά την αφαίρεση ποσού 110,01 €, που αφορά καταβολές μετά την κατάθεση της αίτησης ποσό 1.291,17 €, II) δυνάμει της με αριθμό 2901396120 συμβάσεως, στην οποία συμβλήθηκε ως πρωτοφελέτης με εγγυητές την δεύτερη εκκαλούσα και τον τρίτο αιτούντα μαζί με τους τόκους μέχρι τις 4-4-2014 το ποσό των 52.366,57 € και μετά την αφαίρεση ποσού 8.220 €, που αφορά καταβολές μετά την κοινοποίηση της αίτησης ποσό 46.146,57 € και γ) δυνάμει της με αριθμό 436873 συμβάσεως, στην οποία συμβλήθηκε ως πρωτοφειλέτης με εγγυητή τον Ε. Ζ. μαζί με τους τόκους μέχρι τις 4-4-2014 το ποσό των 10.232,96 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν από τις από 19-2-2016 και 3-3-3016 καταστάσεις οφειλών που χορηγήθηκαν από την ανωτέρω πιστώτρια στον πρώτο εκκαλούντα και στον τρίτο αιτούντα. Επομένως οι συνολικές οφειλές του πρώτου αιτούντος στην πιστώτρια "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" ανέρχονται στο ποσό των 57.670,70 ευρώ (1.291,17+46.146,57 +10.232,96), 2) Στη δεύτερη εφεσίβλητη, πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ο πρώτος εκκαλών οφείλει I) δυνάμει της με αριθμό ……../6-5-2008 συμβάσεως επιχειρηματικής πίστωσης μαζί με τους τόκους 42.317,99 €. Με τη με αριθμό ……../1/13-4-2010 σύμβαση παροχής εγγύησης η δεύτερη εκκαλούσα μεταγενέστερα συμβλήθηκε ως εγγυητής για την εκπλήρωση της ανωτέρω σύμβασης και II) δυνάμει της με αριθμό ………… πιστωτικής κάρτας 763,48 € όπως το ποσό αυτό προκύπτει από την από 5-2-2016 αναλυτική βεβαίωση οφειλών που χορηγήθηκε από την ως άνω πιστώτρια στον πρώτο εκκαλούντα. Επομένως οι συνολικές οφειλές του πρώτου αιτούντος στην πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ανέρχονται στο ποσό των 43.081,47 € ( 42.317,99 +763,48), 3) στην τρίτη εφεσίβλητη, πιστώτρια "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), ο πρώτος εκκαλών οφείλει I) ως διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης της DΑΝΕΙΟΝ ΑΡC Ltd δυνάμει της με αριθμό …….. συμβάσεως καταναλωτικού δανείου μαζί με τους τόκους ποσό 9.637,84€, II) δυνάμει της με αριθμό ………… πιστωτικής κάρτας μαζί με τους τόκους ποσό 3.636,23 € και III) ως διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης της DΑΝΕΙΟΝ ΑΡC Ltd δυνάμει της με αριθμό ………. συμβάσεως καταναλωτικού δανείου, στην οποία συμβλήθηκε ως εγγυητής με πρωτοφειλέτη τον τρίτο αιτούντα, μαζί με τους τόκους ποσό 32.388,01 €, όπως τα ποσά προκύπτουν από την από 4-12-2015 κατάσταση οφειλών, που χορηγήθηκε από την ως άνω πιστώτρια στον πρώτο εκκαλούντα σε συνδυασμό με την από την από 7/12/2015 κατάσταση οφειλών, που χορηγήθηκε από την ως άνω πιστώτρια στον τρίτο αιτούντα. Επομένως οι συνολικές οφειλές του πρώτου εκκαλούντος στην πιστώτρια " Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." ανέρχονται στο ποσό των 45.662,08 ευρώ (9.637,84 +3.636,23+32.388,01). Η δεύτερη εκκαλούσα οφείλει το συνολικό ποσό των 88.464,56 € (46.146,57 +42.317,99 ) ευρώ εκ του δεύτερου κατά σειρά ανωτέρω δανείου στην πιστώτρια " ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", όπου συμβλήθηκε ως εγγυήτρια και του πρώτου κατά σειρά ανωτέρω δανείου στην "Τράπεζα Πειραιώς", όπου συμβλήθηκε ως εγγυήτρια. Από τα στοιχεία, που προσκόμισαν οι εκκαλούντες αποδείχθηκε ότι ήταν συνεπείς στις δανειακές τους υποχρεώσεις μέχρι το έτος 2013 και από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών τους σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2004-2014 και των φορολογικών ετών 2014-2016, που επικαλούνται και προσκομίζουν προκύπτει ότι το έτος 2003 δεν είχαν δηλωθέν εισόδημα, καθώς η επιχείρηση του πρώτου αιτούντος σημείωσε ζημιές, το έτος 2004 είχαν εισόδημα 1.547,22 € και τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016 το συνολικό δηλωθέν ετήσιο εισόδημα αντίστοιχα ανήλθε σε 828,21 €, 5.722,31 €, 11.325,94 €.9 042,68€, 15.324,40€, 6.446,75€, 3.448,5€, 17.967,15 €, 16.587,30, 14.810,04 €,17.905,72€ και 17.837,69 €. Με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα τους, δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες δεν υπέστησαν μείωση στα εισοδήματα τους τα τελευταίο τέσσερα έτη ( 2013-2016) σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, πλην όμως από όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση βενζινάδικου, που διατηρούσε ο πρώτος εκκαλών απέφερε άδηλα εισοδήματα καθώς λόγω της λειτουργίας πλυντηρίου αυτοκινήτων, που λειτουργούσε και λόγω της γειτνίασής του με το εργοστάσιο κονσερβοποιΐας "……" πολλοί αγρότες και οδηγοί φορτηγών έπλεναν τα οχήματα τους και παράλληλα άλλαζαν λάδια χωρίς να λαμβάνουν αποδείξεις και με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εκκαλών αποκόμιζε το ποσό των 2.000 € μηνιαίως χωρίς να το δηλώνει κατά το μεγαλύτερο μέρος (του ποσού των 2.500€ κρινόμενου ,ως υπερβολικού) και μπορούσε να εξοφλεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του με την οικονομική συνδρομή του πατέρα του 3°" αιτούντος, όσο διατηρούσε την εν λόγω επιχείρηση και μετά την διακοπή λειτουργίας του μέχρι το έτος 2013 οπότε επήλθε πραγματική μείωση του οικογενειακού εισοδήματος τους και επειδή οι ληξιπρόθεσμες δόσεις των δανείων και πιστωτικών καρτών, στις οποίες ο πρώτος εκκαλών είχε συμβληθεί ως οφειλέτης ανέρχονταν στο ποσό των 1.884,10 € (207,1 + 677,9 +130,8 +23,5+ 638,40+ 155,5+50,9), όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις έτους 2013, οι εκκαλούντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, αφού το ύψος αυτών ήταν ανώτερο από τα εισοδήματα τους. Επομένως, επειδή αποδείχθηκε η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των εκκαλούντων ενώ η πρωτοβάθμια απόφαση έκρινε το αντίθετο, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος έφεσης των εκκαλούντων και από ουσιαστική άποψη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί εκ νέου η αίτηση (άρθρο 535§1 ΚΠολΔ), η οποία είναι ορισμένη, αφού για το ορισμένο δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφονται ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, ποια ήταν τα εισοδήματά τους κατά τον ανωτέρω χρόνο, τα αίτια της υπερχρέωσης και ο χρόνος ενάρξεως της αδυναμίας αποπληρωμής, αφού αυτά δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών, ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου), και άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση (...), όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι , που παραστάθηκαν. Η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ.3 και 9 του Ν.3869/2010, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με τις διατάξεις του Ν,4161/2013 ( ΦΕΚ ΑΊ43/14.6.2013) εκτός από το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι αιτούντες με την τήρηση των υποχρεώσεων τους θα απαλλαγεί (ορθό απαλλαγούν) από τα υπόλοιπα χρέη της (ορθό τους), το οποίο είναι μη νόμιμο, καθώς συνιστά αίτημα μεταγενέστερης αιτήσεως κατ' άρθρο 11 παρ.1 του Ν.3869/2010, την οποία υποβάλλει ο οφειλέτης εφόσον έχει εκτελέσει προηγουμένως κανονικά τις υποχρεώσεις, που θα του επιβληθούν με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ.1 του ανωτέρω νόμου και δεν επιτρέπεται να ζητηθεί προληπτικά... Οι πρώτη και η δεύτερη των καθών και ήδη εφεσιβλήτων με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στο ακροατήριο και χωριστά με τις προτάσεις τους στην πρωτοβάθμια δίκη προέβαλαν την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, διότι κατά τον χρόνο σύναψης των σχετικών δανειακών συμβάσεων, αν και γνώριζαν ότι αδυνατούν να εκπληρώσουν τις αναληφθείσες υποχρεώσεις τους εντούτοις προέβησαν σε υπέρμετρο δανεισμό και έτσι περιήλθαν σε κατάσταση υπερχρέωσης. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση, που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.3869/2010 και είναι ορισμένος, καθώς οι καθών για τη θεμελίωση της ένστασής τους περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής ισχυρίζονται ότι οι τελευταίοι προέβησαν σε υπέρμετρο δανεισμό με βάση τις οικονομικές δυνατότητές τους αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να αδυνατεί (ορθό αδυνατούν)να εξοφλήσει (ορθό εξοφλήσουν) τις οφειλές της (ορθό τους) αξιολογώντας τα όσα εκτίθενται στην υπό κρίση αίτηση (ορθό τους). Πρέπει επομένως να εξετασθεί στην ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εκκαλών : 1) α) από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" στη θέση της οποίας υπεισήλθε με καθολική διαδοχή η πρώτη πιστώτρια " ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" με τη με αριθμό …./2003 σύμβαση ανοικτού επιχειρηματικού δανείου και με την ίδια ημερομηνία πρόσθετο σύμφωνο έλαβε δάνειο συνολικού ποσού 50.000 € (40.000+10.000 € αντίστοιχα) β) δυνάμει της με αριθμ …../2006 συμβάσεως με την πρώτη πιστώτρια " ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ", έλαβε δάνειο ποσού 40.000 Ε και στη συνέχεια με την από 16-3-2007 πρόσθετη πράξη έλαβε δάνειο 10.000 €, 2) Από τη δεύτερη πιστώτρια "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ο πρώτος εκκαλών έλαβε δάνειο ποσού 30.000 € δυνάμει της με αριθμό ……/6-5-2008 συμβάσεως επιχειρηματικής-πίστωσης. Για σύμβαση δανείου, το οποίο εκχωρήθηκε στην DΑΝΕΙΟΝ ΑΡC Ltd δεν προσκομίσθηκε η αρχική σύμβαση δανείου, ώστε να αποδειχθεί ο χρόνος κατάρτισης και το ποσό δανείου που έλαβε. Από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αιτών προέβη σε υπέρμετρο δανεισμό συνάπτοντας δανειακές συμβάσεις συνολικής απαίτησης 130.000 € σε χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών (2006-2008) για επιχειρηματικά δάνεια χωρίς να αποδειχθεί ότι τα δάνεια αυτά ήταν απαραίτητα για τη διατήρηση και βελτίωση των υποδομών της επιχείρησης και ενώ το οικογενειακό εισόδημα όπως αυτό αναλύθηκε ανωτέρω, δεν τους επέτρεπε να είναι συνεπείς έναντι του συνόλου των δανειακών τους υποχρεώσεων υπερβαίνοντας έτσι το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και για τον λόγο αυτό εκτός από το δάνειο με αριθμ ….. συμβάσεως που έλαβε ο πρώτος αιτών το 2006 για το οποίο το υπόλοιπο της οφειλής το έτος 2013 ήταν 9.917,88 €, τα υπόλοιπα επιχειρηματικά δάνεια εξυπηρετούνταν με την καταβολή της ελάχιστης δόσης με αποτέλεσμα το υπόλοιπο της οφειλής το 2013 να παραμένει στο ύψος του κεφαλαίου, που εισπράχθηκε. Περαιτέρω, ο πρώτος και η δεύτερη των αιτούντων γνώριζαν ότι δεν θα ήταν πλέον δυνατή η παροχή οικονομικής βοήθειας, που λάμβαναν από τον τρίτο αιτούντα λόγω του αυξημένων δανειακών υποχρεώσεων του τρίτου αιτούντος, που ανήλθαν στο ποσό των 86.919,32 € εκ των οποίων οι οφειλές του ως πρωτοφειλέτης είναι 34.552,75 € και της αναπηρίας της συζύγου του, Σ……, η οποία ήδη είχε εκδηλωθεί το 2007. Ο τρόπος, όμως, διαχείρισης των δανειακών υποχρεώσεων τους του πρώτου και της δεύτερης των αιτούντων οδήγησε στη σταδιακή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων χρεών, τα οποία από ένα χρονικό σημείο και έπειτα κατέστησαν μη αντιμετωπίσιμα, καθώς οι αιτούντες κατέβαλαν με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε οικονομικό αδιέξοδο και να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, για την εξυπηρέτηση των οποίων έπρεπε να καταβάλουν το ποσό των 1.884,10 μηνιαίως. Η ανωτέρω συμπεριφορά των αιτούντων συνιστά δόλια συμπεριφορά, καθόσον εν γνώσει τους χειροτέρευσαν σε ανεξέλεγκτο βαθμό την οικονομική τους θέση και περιήλθαν έτσι δόλια σε αδυναμία πληρωμών, αφού γνώριζαν, σε κάθε περίπτωση μπορούσαν μετά βεβαιότητας να προβλέψουν την αδυναμία κάλυψης από τα εισοδήματά τους τόσο των βιοτικών αναγκών της οικογένειας τους, όσο και της αποπληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων Κατά συνέπεια, με αυτά τα δεδομένα κρίνεται ότι η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο των αιτούντων, οι οποίοι έλαβαν υπ' όψιν τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη δανείων και δη σε υπέρογκο σε σχέση με τα εισοδήματα τους δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσουν ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που τους επέτρεπε το οικογενειακό εισόδημα, υπερβαίνοντας έτσι το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και μάλιστα χωρίς να έχουν συμβεί έκτακτα περιστατικά στη ζωή τους που να τους ανάγκασαν να οδηγηθούν στην ανάληψη τόσου μεγάλου ύψους οφειλών. Με βάση τα παραπάνω η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχθηκαν. Γνώριζαν δηλαδή ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, που διαρκώς διογκώνονταν, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα. Κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον οι αιτούντες περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους με δική τους υπαιτιότητα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσία, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσης ένστασης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, αφού δέχθηκε ότι αποδείχθηκε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών των εκκαλούντων- αιτούντων δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 20-6-2018 έφεση των εκκαλούντων - αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 57/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών η οποία είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αίτηση και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της, κατ' άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, ενστάσεως των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους με δική τους υπαιτιότητα. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους και κατ' εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εσφαλμένη μη απόρριψη της ένστασης των εναγομένων-εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων πιστωτριών Τραπεζών, περί της περιελεύσεως των αιτούντων εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών, ως αόριστης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός, περί αοριστίας της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ένστασης, περί περιελεύσεως των αιτούντων εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών, προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στα δικαστήρια της ουσίας, ήτοι αφενός μεν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της εν λόγω ένστασης, αφετέρου δε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και ειδικότερα ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό επιθυμώντας να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις άνω διακρίσεις. Περαιτέρω, το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ότι οι αιτούντες είχαν περιέλθει από δόλο σε αδυναμία πληρωμών από την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι αναιρεσείοντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση των αναλυτικά παρατεθέντων τραπεζικών προϊόντων, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, χωρίς να είναι βέβαιοι για το ύψος των εισοδημάτων τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Όλα τα προαναφερόμενα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, περί της περιελεύσεως αυτών (αιτούντων-αναιρεσειόντων) εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών. Κατ` ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως μη επαρκείς και αντιφατικές λοιπές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται κατά τα λοιπά με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους και κατ' εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ (αληθώς εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, ότι έκανε δεκτή την ένσταση του δόλου, η οποία δεν προεβλήθη προσηκόντως από τις αναιρεσίβλητες ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, ήτοι δεν έχει νόμιμη βάση και ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου ούτε αναφέρονται8 με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλομένης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση ούτε η σύνδεση και η επίδραση της επικαλούμενης πλημμέλειας στο διατακτικό της αποφάσεως. Οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 560 - αληθώς από τον αριθμό 6 - του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, μη λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα των Τραπεζών, οι οποίες, κατά παράβαση των όρων της καθιερούμενης αρχής της καταναλωτικής πίστης και του υπεύθυνου δανεισμού, χορήγησαν σε αυτούς τα επίδικα δανειακά προϊόντα, στα πλαίσια μιας επιθετικής πρακτικής προώθησης των πιστώσεων και δεν έλεγξαν το σύστημα Τειρεσίας, προκειμένου να γνωρίζουν την περιουσιακή τους κατάσταση. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. Ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη και σε κάθε περίπτωση, δεν αναιρείται από την τυχόν ύπαρξη συνυπαιτιότητος από πλευράς των πιστωτικών Ιδρυμάτων ως προς τη χορήγηση δανείων χωρίς προηγούμενο έλεγχο ή έστω επαρκή έλεγχο της πιστοληπτικής του ικανότητος, των εισοδημάτων και της υπάρξεως εγγυήσεων αποπληρωμής των δανείων, την ύπαρξη άλλων δανείων και τη συνεπή αποπληρωμή αυτών, αφού και υπό το πρίσμα αυτό δεν αναιρείται η δική του υπαιτιότητα ως προς την αλόγιστη λήψη δανείων (ΑΠ 65/2017), τα οποία θα αδυνατούσε να αποπληρώσει με βάση την εισοδηματική του δυνατότητα (ΑΠ 1508/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 67/2020). Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τους τέσσερεις λόγους της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη και την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται και να παρατίθεται ποια είναι τα "πράγματα" τα οποία το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη ενώ προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδαφ. α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεδομένου ότι στην εν λόγω δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο, ελευθερία να ενεργεί αυτεπαγγέλτως και να συλλέγει το αποδεικτικό υλικό για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, έστω και αν δεν έχουν προταθεί, πέραν του ότι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, ο δόλος του οφειλέτη, είτε είναι αρχικός είτε μεταγενέστερος, είτε, δηλαδή, συντρέχει κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, είτε μετά την ανάληψη αυτής, αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο (ΑΠ 508/2020). Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-1-2021 αίτηση των Α. Ι. και Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 295/2020 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ