Αριθμός 1286/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ξ. Σ. του Γ., 2) Σ. Ρ. του Γ., 3) Ν. Κ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/12/2005 και 7/2/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1998/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4443/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΑΠ (Ολ) 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "Πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΑΠ (Ολ.) 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξ άλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος " και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών". Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας) έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Εξ άλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται, άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ (Ολ.) 38/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι "οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., από μισθολογικές διαφορές και υπερωριακή εργασία, καθόσον αφορούν τα έτη 2000, 2001 και 2002, - έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ. 1 και 3 και 49 του Ν. Δ|τος 496] 1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, που γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε (επιδόθηκε) την 29|12|2005". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρ. 48 παρ. 3 ΝΔ 496/1974), την οποίαν ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 (ΑΕΔ 9/2009, ΑΠ (Ολ.) 31/2007). Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496|1974 "περί δημοσίου λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, οριζόμενος εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 συνάγεται προς την έναρξη της τοκογονίας έναντι των Ν.Π.Δ.Δ. αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το νομικό πρόσωπο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496|1974), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7|2011). Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι "τόκοι υπερημερίας δεν οφείλονται ως προς το αναγνωριστικό αίτημα, αφού η αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ|τος 496|1974 προϋποθέτει πάντοτε καταψηφιστική αγωγή", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη και, συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 559, αριθ. 1, δεύτερος αναιρετικός λόγος, πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Με τον τρίτο (και τελευταίο) υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι δέχθηκε ότι "υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων, 22 ώρες κάθε μήνα, δεν αποδείχθηκε...", ενώ θα έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο, ότι η αγωγή, κατά τούτο, είναι αόριστη, αφού δεν εκτίθενται αναλυτικά οι ώρες εργασίας ημερησίως, που παρείχαν οι ενάγοντες, αλλά ο συνολικός αριθμός των κατά μήνα υπερωριών. Ο λόγος αυτός, για την στήριξη του οποίου γίνεται επίκληση της διατάξεως - του αριθμού 1 του άρθρου 559, αληθώς, όμως, ευρίσκει έρεισμα στη διάταξη του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., η οποία αποτελεί εφαρμογή και συνέπεια της αρχής του άρθρου 160 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία " δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει την ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη σαν άκυρη πράξη....", "Κανείς δε μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων, που ενεργούν στο όνομά του, εκτός εάν πρόκειται για λόγους, που αφορούν τη δημόσια τάξη", στην προκειμένη δε περίπτωση, η αοριστία της αγωγής τους, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ούτε, εξάλλου, γίνεται επίκληση ότι τέτοιος λόγος προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο. Μετά από αυτά, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τον ως άνω, δεύτερο αναιρετικό λόγος της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητος, στη μερική δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 4443|2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη μερική δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εξ οκτακοσίων (800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ