Αριθμός 1392/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Χειρδάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Δεσεγγρίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 27-5-2017 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1449/2017 του ίδιου Δικαστηρίου που διέταξε τη συνεκδίκασή τους, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τα δικόγραφα αυτά για εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, 1323/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 19/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-8-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19-8-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 19/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 15-10-2018 έφεση του ενάγοντος-αντεναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1323/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Με την τελευταία αυτή απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά από παραπομπή της υπόθεσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας με την 1449/2017 απόφαση λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας, απορρίφθηκε η από 25-3-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 4.106,5 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μ." του δημοτικού διαμερίσματος Μ. Κ., το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, ενώ με την ίδια απόφαση έγινε δεκτή η από 27-5-2017 διεκδικητική ανταγωγή του αντενάγοντος-εναγομένου κατά του αντεναγομένου-ενάγοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ως άνω ακινήτου (εμβαδού κατ' αυτόν 4.023 τ.μ.), το οποίο απέκτησε με παράγωγο τρόπο και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του το αποδώσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 16.340/25-1-1973 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Γ. Κ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μ. Κ., στον τόμο … και με α.α. 13.721, την 8-1-1974, η M. χήρα J. L., άλλως Ι. Λ. ή Λ. του Σ., κάτοικος ... και συγκεκριμένα ..., αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία, δια της από 14-7-1970 δημόσιας διαθήκης, του αποβιώσαντος στις 31-1-1972 ως άνω αναφερομένου συζύγου της, η οποία δημοσιεύθηκε από το δικαστήριο της επαρχίας Μ.. Μεταξύ των κληρονομιαίων που περιήλθαν στην κυριότητα της M. χήρας J. L., περιλαμβάνονταν ένα περιβόλι, ευρισκόμενο στη θέση "Μ." Μ. Κ., έκτασης περίπου 5.000 τ.μ., εντός του οποίου ευρίσκοντο περίπου είκοσι εσπεριδοειδή και το συνεχόμενο, προς το δυτικό τμήμα του ανωτέρω, ακαλλιέργητο ακίνητο, εμβαδού περίπου 8.000 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν με δρόμο λεγόμενο "του Δ." και με κτήματα Λ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Σ. Λ., Σ. Α., κληρονομιάς ιερέως Φ. Κ., κληρονομιάς Ε. Μ., κληρονομιάς Α. Σ. και κληρονομιάς Δ. Κ.. Τα ανωτέρω συνεχόμενα δύο ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα του Ι. Λ. ή Λ. του Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. 4.139/10-8-1960 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου … Μ. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μ. Κ., στον τόμο … και με α.α. 8.010, την 19-8-1960 (βλ. ιδίως το προσκομισθέν αντίγραφο του ανωτέρω συμβολαίου). Τμήμα των ανωτέρω συνεχόμενων ακινήτων συνολικού εμβαδού 12.769,42 τ.μ., όπως ολόκληρο το ακίνητο αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο του έτους 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ο., είναι και το επίδικο. Η M. χήρα J. L. προχώρησε σε μεταβιβάσεις επιμέρους τμημάτων του συνολικού ακινήτου, λόγω πώλησης. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω, δυνάμει του υπ' αρ. 22.824/6-11-1981 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Σ. Β., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μ. Κ. την 27-11-1981, στον τόμο … με α.α. 19.655, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον Κ. Λ., αδελφό του ενάγοντος, τμήμα του ως άνω μείζονος έκτασης ακινήτου, εμβαδού 2.215,84 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Γ. Λ., Λ. συζύγου Κ. Κ., με ιδιοκτησία ιερέως Φ. Κ. και με το εναπομείναν τμήμα του μείζονος έκτασης ακινήτου της ανωτέρω, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Νοέμβριο του έτους 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ο., υπό τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ε3, Ι4, Ι5, Λ2, Μ2, Ν2, Ξ2, Α. Ακολούθως, η ίδια (M. χήρα J. L.), εκ του εναπομείναντος ακινήτου ιδιοκτησίας της, συνολικής εκτάσεως 10.553,58 τ.μ., δυνάμει του υπ' αρ. 22.887/24-11-1981 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Σ. Β., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μ. Κ. την 27-11-1981, στον τόμο … με α.α. 19.657, μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Ά. Λ., τμήμα αυτού έκτασης 1.100 τ.μ., το οποίο συνορεύει ολόγυρα με το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Λ., με ακίνητο Λ. Κ. Κ. και με το εναπομείναν ακίνητο της ίδιας, όπως αυτό εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, υπό στοιχεία 1, 2, 3, ...15, Κ2, Ι2, Θ2, Η2, Ζ2, Ε2, 1. Εν συνεχεία, δυνάμει του υπ' αρ. 22.888/24-11-1981 προσυμφώνου πώλησης, ενώπιον του συμβολαιογράφου … Σ. Β., ο Κ. Λ. συμφώνησε με τη M. χήρα J. L. να του μεταβιβάσει εκ του εναπομείναντος, μετά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, ακινήτου της, συνολικού εμβαδού 9.453,58 τ.μ., τμήμα αυτού έκτασης 5.347,08 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα υπό στοιχεία Ε3, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Υ, Φ1, Χ1, Ψ1, Ω1, Α2, Β2, Γ2, Δ2, 1, 2, 3...14, Ε3, το οποίο συνορεύει κατά την πλευρά με υπό στοιχεία Ε3, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, με ακίνητο ιδιοκτησίας Φ. Κ., κατά την πλευρά με υπό στοιχεία Π, Υ1, Φ1, με το εναπομείναν ακίνητο της M. χήρας J. L., κατά την πλευρά με στοιχεία Φ1, Χ1 με αγροτικό δρόμο, κατά την πλευρά με υπό στοιχεία Χ1, Ψ1, Ω1, Α2, Β2, Γ2, Δ2, 1, με ιδιοκτησία Λ. συζύγου Κ. Κ., κατά την πλευρά με υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, ...14 με ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Λ. και κατά την πλευρά με υπό στοιχεία 14, Ε3 με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Κ. Λ. και νυν της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... Α.Ε.", έναντι συνολικού τιμήματος ύψους 1.810.500 δραχμών, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στο προαναφερόμενο προσύμφωνο. Ακολούθως, μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων υπογράφηκε το υπ' αρ. 25.381/7-2-1984 συμπλήρωματικό του ως άνω προσυμφώνου συμβολαιογραφικό έγγραφο, που συνέταξε ο ως άνω συμβολαιογράφος, σύμφωνα με το οποίο, η ανωτέρω συμβαλλόμενη δήλωσε ότι έλαβε από τον Κ. Λ. το συμφωνηθέν, με το υπ' αρ. 22.888/24-11-1981 προσύμφωνο πώλησης, τίμημα των 1.810.500 δραχμών, καθώς και τον συμφωνημένο τόκο επ' αυτού. Το επίδικο εναπομείναν τμήμα, εμβαδού 4.023 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, σημειουμένου ολόγυρα υπό στοιχεία Π, Ρ, Σ, Τ, Υ1, Φ, Χ, Ψ, Ω, Α1, Β1, Γ1, Δ1, Ε1, Ζ1, Η1, Θ1, Ι1, Κ1, Λ1, Μ1, Ν1, Ξ, Ο, Π1, Ρ1, Σ1, Τ1, Υ, Φ1, 6', Π και συνορεύει γύρωθεν, επί πλευράς Π, 6', Υ, Φ1 με κτήμα ιδιοκτησίας Κ. Λ., επί πλευράς Π έως Ζ1 με ιδιοκτησία Φ. Κ. και επί πλευράς Ζ1 έως Φ1 με αγροτικό δρόμο, η M. χήρα J. L., μεταβίβασε λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 8.726/27-9-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Φ. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μ. Κ., στον τόμο … και με α.α. 43.253, ΤΗΝ 27-9-2005 στον εναγόμενο. Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται, βέβαια, ότι το έτος 1981 το επίδικο ακίνητο του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του, δυνάμει άτυπης δωρεάς, όπως αναφέρεται και στις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει, το περιεχόμενο των οποίων, όμως δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως, αποδυναμώνεται από τα ανωτέρω αποδειχθέντα και κυρίως από το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. 22.888/24-8-1981 προσύμφωνο πώλησης, το επίδικο ακίνητο, το οποίο μνημονεύεται ως γειτνιάζον με το μεταβιβασθέν, χαρακτηρίζεται ως ιδιοκτησία της M. χήρας J. L.. Σημειωτέον, δε, ότι στο ανωτέρω προσύμφωνο πώλησης στο οποίο η M. χήρα J. L. συμβάλλεται ως πωλήτρια - κυρία, συμβαλλόμενος είναι και ο αδελφός του ενάγοντος και υιός του υποτιθέμενου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (βλ. υπ' αριθμ. 22888/24-8-1981 προσύμφωνο). Συνεπώς, αν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του με άτυπη δωρεά από το έτος 1981, τούτο θα αποτυπωνόταν στο προσύμφωνο με αναφορά του πατρός του ενάγοντος, ως ιδιοκτήτη. Βέβαια, σύμφωνα και με το μάρτυρα που εξετάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με επιμέλεια του εναγομένου, ο πατέρας του ενάγοντος Γ. Λ., καθάριζε και περιποιείτο το ακίνητο έως περίπου τα έτη 1984-1985. Όμως, ο Γ. Λ. ασκούσε τις πράξεις νομής ως βοηθός νομής της M. χήρας J. L., δεδομένης και της συγγενικής σχέσης που είχαν, καθώς ο αποθανών σύζυγος της ανωτέρω ήταν αδελφός του Γ. Λ. και θείος του ενάγοντος. Μάλιστα, σύμφωνα με την ανωτέρω υπ' αριθ. 4.139/10-8-1960 συμβολαιογραφική πράξη ο Γ. Λ., πατέρας του ενάγοντος, αναγνωρίζει ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αδελφού του Ι. Λ. και ότι από το 1955 και μετά το διακατείχε για λογαριασμό του, ουσιαστικά ως βοηθός νομής. Αυτή δε η σχέση, που αποτυπώθηκε στο αμέσως ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν προέκυψε να αλλάζει μέχρι και το έτος 1984 τουλάχιστον, δεδομένου ότι ο πατέρας του ενάγοντος ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεσή του να αντιποιηθεί τη νομή... Τις αυτές πράξεις του βοηθού νομής επί του ακινήτου, συνεπώς, συνέχισε και ο ενάγων, από το 1984 και μετά, τις οποίες ασκούσε, όπως και ο πατέρας του, με την ίδια σχέση, δηλαδή ως βοηθός νομής της κληρονόμου του Ι. Λ., M. χήρας J. L., η οποία εξακολουθούσε να ασκεί τη νομή στο επίδικο ακίνητο δια των ως άνω κατόχων του, χωρίς να απαιτείται (όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών στην έφεσή του), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, και νέα συμφωνία ανάμεσα στον κάτοχο και τον κληρονόμο νομής, για την άσκηση των ως άνω διακατοχικών πράξεων. Η νομή της ανωτέρω και ειδικότερα το γεγονός ότι σε αυτήν δεν είχε γίνει γνωστή οποιαδήποτε αντιποίηση νομής, επιπρόσθετα αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο αντίγραφο τηλεομοιοτυπίας, με ημερομηνία αποστολής 14-4-1992, από την πληρεξούσια δικηγόρο της ανωτέρω προς την κοινότητα Μ., με την οποία ενημερώνει την κοινότητα περί της προθέσεως της M. χήρας J. L. να παραχωρήσει τμήμα του επιδίκου ακινήτου για τις ανάγκες διάνοιξης οδού. Μάλιστα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, η οποία κρίνεται πειστική, ως εκ τους σαφούς προσδιορισμού τόπου, χρόνου και της παράθεσης λεπτομερειών για το περιγραφόμενο περιστατικό, κατά τη τσιμεντόστρωση της οδού, στην οποία ο ίδιος ήταν παρών, ο ενάγων και ο αδελφός του, Κ. Λ., παραπονέθηκαν στον παρόντα αντιδήμαρχο για κακοτεχνία όσον αφορά την απορροή των όμβριων υδάτων, τα οποία θα εισήρχοντο στο επίδικο ακίνητο, δημιουργώντας πρόβλημα στην κυρία αυτού, παρά το γεγονός ότι η ίδια παραχώρησε τμήμα του ακινήτου της για την κατασκευή της οδού αυτής, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ως κυρία του επιδίκου τη M. χήρα J. L.. Εξάλλου, η κατασκευή και χρήση ενός κτίσματος (αποθήκης), την οποία επικαλείται ο ενάγων ως πράξη νομής από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον ίδιο, ούτε προκύπτει το έτος κατασκευής του. Ακόμη, όμως, και εάν προέκυπτε η κατασκευή του από αυτόν, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι την κατασκεύασε αυτός διάνοια κυρίου και όχι ως ενεργών διακατοχικές πράξεις βοηθού νομής. Η έτερη επικαλούμενη πράξη νομής και συγκεκριμένα η τσιμεντρόστρωση κατά το έτος 1984 της οδού που διασχίζει το επίδικο ακίνητο, εξυπηρετώντας όμορα ακίνητα, την οποία χρησιμοποιεί τόσο ο ίδιος, όσο και ο αδελφός του Κ. Λ., δεν υλοποιήθηκε το έτος 1984, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε στα πλαίσια της εναντίωσης του ενάγοντος στη διατήρηση της νομής από την M. χήρα J. L. και με την πεποίθηση ότι αυτός είναι ο πραγματικός κύριος της επίδικης έκτασης. Τέλος, ως προς την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας το δασολόγου Ι. Ε., με βάση την οποία ως και το έτος 1984 δεν ανιχνεύεται κανένα ίχνος δρόμου ή μονοπατιού εντός του επιδίκου ακινήτου, ενώ το έτος 1986 ανιχνεύεται για πρώτη φορά δρόμος, προερχόμενος από το ανατολικό τμήμα του άλλοτε μείζονος ακινήτου, εισερχόμενος εντός του επιδίκου ακινήτου και σταματώντας στη δυτική του πλευρά, χωρίς όμως επίστρωση καταστρώματος με τσιμέντο ή άσφαλτο, με διακριτά ίχνη ποώδους βλάστησης μεταξύ των ιχνών των τροχοφόρων, πρέπει να σημειωθεί ότι στις επαγγελματικές δραστηριότητες των δασολόγων υπάγεται και η σύνταξη μελετών φωτοερμηνείας εκτάσεων δασικού ενδιαφέροντος (βλ. άρθρο 10 παρ. ιστ' του π.δ. 344/2000). Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. 8.726/27-9-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Φ. Π., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μ. Κ., στον τόμο … και με α.α. 43.253, την 27-9-2005, κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, στον οποίο περιήλθε κατόπιν μεταβίβασης λόγω αγοραπωλησίας από την ως άνω αναφερόμενη κυρία του ακινήτου M. χήρα J. L.. Από το έτος 2009, όμως, ο ενάγων κατέχει το επίδικο ακίνητο, αμφισβητώντας την κυριότητα του εναγομένου, καταλαμβάνοντας και αποβάλλοντας τον εναγόμενο από αυτό, αρνούμενος να του το αποδώσει μέχρι την έγερση της αγωγής. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, διαδεχόμενος τον πατέρα του, ασκούσε επί του ακινήτου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, από το έτος 1981 και για είκοσι τουλάχιστον έτη, αλλά ενεργούσε επ' ονόματι της αληθούς κυρίας του ακινήτου M. χήρας J. L., ως βοηθός νομής αυτής, αλλά αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έχει καταστεί κύριος του ακινήτου με παράγωγο τρόπο από το έτος 2005, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σωρευθείσα αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, ενώ έκανε δεκτή τη διεκδικητική ανταγωγή του αντενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης να τυγχάνει απορριπτέος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την 1323/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου(ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 1091/2019). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 645/2021, ΑΠ 26/2020). Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ "Κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση και το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν πράγματι δεν υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών, επισκοπώντας το δικόγραφο των προτάσεων, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1956/2022, 1534/2014, ΑΠ 265/2012, ΑΠ 1227/2010). Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 261 ΚΠολΔ, και αν το δικαστήριο παρά ταύτα συνήγαγε ομολογία, ιδρύεται λόγος από το άρθρο 589 αριθ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 335/2006, ΑΠ 1453/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το είχε στη διανοία κυρίου νομή του από το 1981 μέχρι την άσκηση της αγωγής του. Ότι, επίσης, με τις προτάσεις του, για την απόκρουση της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε κατ' ένσταση την κυριότητά του, που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία. Ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί είναι αυταπόδεικτοι και προκύπτουν ευθέως και αμέσως από το περιεχόμενο της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθώς δεν μπορεί να γίνει πιστευτό αυτό που ισχυρίζεται ο τελευταίος με την ανταγωγή του, ήτοι ότι αγόρασε το επίδικο το 2005 και ότι ο ίδιος (ο αναιρεσείων) του το κατέλαβε παράνομα το 2009 και ότι το κατέχει έκτοτε και τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της ανταγωγής του το έτος 2017. Ότι, επίσης, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί οι ισχυρισμοί αυτοί, διότι: α) αν ο αναιρεσίβλητος είχε αγοράσει πράγματι το επίδικο το 2005, δεν θα ανεχόταν να του το καταλάβει ο ίδιος τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2009 και μάλιστα παράνομα, β) θα αντιδρούσε ευθύς αμέσως στην κατάληψη αυτή και αυτοδύναμα, αλλά και με προσφυγή στις αρμόδιες αρχές και στα δικαστήρια και γ) το σπουδαιότερο, δεν θα ανέμενε να πράξει τούτο, ήτοι να αντιδράσει το έτος 2017, οκτώ δηλαδή χρόνια μετά τη δήθεν κατάληψή του και πολύ περισσότερο δεν θα εκδήλωνε την αντίδρασή του αυτή με ανταγωγή, όπως έπραξε. Ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου με την ανταγωγή του, συνιστούν, σε συνδυασμό και με το σύνολο των λοιπών ισχυρισμών του, έμμεση κατά την έννοια του άρθρου 261 ΚΠολΔ, ομολογία των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής του και της ένστασής του ιδίας κυριότητας. Ότι τέλος, την έμμεση αυτή ομολογία του αναιρεσιβλήτου την επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτουν από την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν συνάγεται κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ έμμεση ομολογία του αναιρεσιβλήτου ως προς τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής και της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, με τον αυτόν ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, τα εξής αποδεικτικά μέσα: 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Ν. Σ.. Π., που περιέχεται στα με αριθμό 1449/2017 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και ο οποίος βεβαιώνει εξ ιδίας αντιλήψεως τα όσα σχετικά καταθέτει, ήτοι ότι διανοία κυρίου νομέας και κάτοχος του επιδίκου από το 1981, συνεχώς μέχρι και σήμερα είναι ο ίδιος, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από οποιονδήποτε, 2) τις νομοτύπως, εμπροθέσμως και μετά νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου ληφθείσες με αριθμούς 14489/16-4-2013, 14490/16-4-2013 και 14491/16-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Κ./νου Ν.. Ζ., Α. Ν.. Π. και Ν. Π.. Π., αντίστοιχα, στη συμβολαιογράφο … Α. Λ., οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως, ως μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής του επιδίκου, πιστοποιούν και αυτοί εξ ιδίας αντιλήψεως όλα τα ανωτέρω, 3) την από μηνός Μαρτίου 2019 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Σ., η οποία αναφέρεται και περιγράφει διαχρονικά από το έτος 1984 την κατάσταση του επιδίκου και τα όσα υπάρχουν σε αυτό, όπως και ότι σ' αυτό υπήρχαν ελαιόδεντρα, τα οποία ο ίδιος φύτεψε, περιποιούνταν και συνέλεγε τον καρπό τους, καθώς επίσης και ο δρόμος, τον οποίο ο ίδιος κατασκεύασε, συντηρούσε και τσιμεντόστρωσε, όπως επίσης και η κατασκευή της αποθήκης. Ότι όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, το Εφετείο, παρά τη γενική διατύπωση στην απόφασή του για λήψη υπόψη από αυτό όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν έλαβε υπόψη του, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την απόρριψη της αγωγής του και της ένστασής του. Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 1.449/2017 παραπεμπτική απόφαση, πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, οι υπ' αριθμ. 14.489/16-4-2013, 14.490/16-4-2013 και 14.491/16-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Λ. και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με τη σημείωση ότι μερικά απ' αυτά μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, και λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι από το άρθρο 390 ΚΠολΔ προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ` αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά και κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1114/2008). Από τη ρητή αυτή διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, στις οποίες μάλιστα γίνεται ειδική αξιολόγηση των όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες με τις ένορκες βεβαιώσεις τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι δε υπόλοιπες αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον αυτόν ως άνω λόγο κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με την επίφαση της παράβασης της ανωτέρω διάταξης και της μη λήψης υπόψη των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 8 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι τόσο με την αγωγή του, όσο και με τη σχετική του ένσταση περί ιδίας κυριότητας προς απόκρουση της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, ισχυρίστηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, έχοντας επ' αυτού τη διανοία κυρίου νομή του από το 1981. Ότι ουδέποτε αυτός ισχυρίστηκε με την αγωγή του ή με την ένστασή του ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από παραχώρηση του πατέρα του με άτυπη δωρεά το έτος 1981. Ότι παρόλα αυτά, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου λόγω άτυπης παραχώρησής του από τον πατέρα του με άτυπη δωρεά το έτος 1981, με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν προτάθηκε, με περαιτέρω αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή του και την ένστασή του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25-3-2011 αγωγής του αναιρεσείοντος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε για το επίδικο ακίνητο ότι "Το προπεριγραφόμενο οικόπεδο, του οποίου τυγχάνω κύριος, νομέας και κάτοχος, περιήλθε σε εμένα από έκτακτη χρησικτησία, καθώς από το έτος 1981 κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα μου και μέχρι σήμερα νέμομαι το ως άνω ακίνητο με διάνοια κυρίου και ασκώ επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην υλική του φύση...". Το δε Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα από τον πατέρα του το 1981, δυνάμει άτυπης δωρεάς και όχι ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείον απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από παραχώρηση του πατέρα του με άτυπη δωρεά του το έτος 1981. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 α' ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του και τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς δέχθηκε ότι αυτός (αλλά και ο αδελφός του Κ.) αναγνώρισε ουσιαστικά ως κυρία του επιδίκου την M. χήρα J. L., διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "...μάλιστα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης... κατά την τσιμεντόστρωση της οδού... ο ενάγων και ο αδελφός του Κ. Λ. παραπονέθηκαν στην παρόντα αντιδήμαρχο για κακοτεχνία όσον αφορά την απορροή των όμβριων υδάτων, τα οποία εισήρχοντο στο επίδικο ακίνητο, δημιουργώντας πρόβλημα στην κυρία αυτού, παρά το γεγονός ότι η ίδια παραχώρησε τμήμα του ακινήτου της για την κατασκευή της οδού αυτής, αναγνωρίζοντα ουσιαστικά ως κυρία του επιδίκου την M. χήρα J. L....". Ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ίδιος αναγνώρισε ουσιαστικά ως κυρία του επιδίκου ακινήτου τη M. χήρα J. L. και απορρίπτοντας κατόπιν αυτού την αγωγή του και την ως άνω ένστασή του, έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, τον οποίο δεν πρότεινε ο ίδιος, ούτε τον πρότεινε ο αναιρεσίβλητος με την ανταγωγή του ή με τις προτάσεις του, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της ίδιας ως άνω παράβασης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του και τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε κατά της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθώς δέχθηκε ότι η τσιμεντόστρωση του εντός του επιδίκου ακινήτου δρόμου, στην οποία προέβη ο ίδιος και την οποία είχε επικαλεστεί με τα παραπάνω δικόγραφά του ως μία από τις διανοία κυρίου πράξεις νομής στο επίδικο, δεν έγινε στα πλαίσια εναντίωσής του στη διατήρηση της νομής του επιδίκου από τη M. χήρα J. L., διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην απόφασή του ότι "... δεν αποδείχθηκε ότι αυτή (τσιμεντόστρωση) έγινε στα πλαίσια της εναντίωσης του ενάγοντος στη διατήρηση της νομής (του επιδίκου) από τη M. χήρα J. L....". Ότι ο ισχυρισμός ότι η εκ μέρους του τσιμεντόστρωση του δρόμου δεν έγινε στα πλαίσια εναντίωσής του στη διατήρηση της νομής του επιδίκου από την ανωτέρω, ουδέποτε προτάθηκε και μάλιστα ούτε από τον αναιρεσίβλητο, αλλά ούτε και από τον ίδιο, με αποτέλεσμα, το Εφετείο, με το να δεχθεί τον ισχυρισμό αυτό υπέπεσε στην ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια. Οι λόγοι αυτοί (τρίτος και τέταρτος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου αποτελούν αποδεικτικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, συναγόμενα από τις αποδείξεις και όχι ?πράγματα? κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να θεμελιωθεί, σύμφωνα με την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, ο από το άρθρο αυτό προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1978/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 2079/2022, ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017). Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του και τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1981, με την επίκληση μιας από τις πράξεις νομής διανοία κυρίου, την κατά το έτος 1984 τσιμεντόστρωση εκ μέρους του, του παραπάνω δρόμου (που αναφέρεται στον τέταρτο λόγο αναίρεσης), καθώς δέχθηκε ότι "... η τσιμεντόστρωση... δεν υλοποιήθηκε το έτος 1984, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο". Ότι η απορριπτική αυτή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκής, διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας, γιατί, αν η εκ μέρους του τσιμεντόστρωση δεν έγινε το έτος 1984, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, ο μεταγενέστερος αυτός χρόνος αναιρεί την ιδιότητα της πράξης αυτής ως πράξης διανοία κυρίου νομής του στο επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, αναφορικά με την ως άνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πράξη νομής επί του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η έτερη επικαλούμενη πράξη νομής και συγκεκριμένα, η τσιμεντόστρωση, κατά το έτος 1984, της οδού που διασχίζει το επίδικο ακίνητο, εξυπηρετώντας όμορα ακίνητα, την οποία χρησιμοποιεί τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του Κ. Λ., δεν υλοποιήθηκε το έτος 1984, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε στα πλαίσια της εναντίωσης του ενάγοντος στη διατήρηση της νομής από την M. χήρα J. L. και με την πεποίθηση ότι αυτός είναι ο πραγματικός κύριος της επίδικης έκτασης". Η απόρριψη, επομένως, ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανωτέρω πράξης νομής, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για να θεμελιώσει τη χρησικτησία του στο επίδικο ακίνητο, στηρίζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση σε δύο επάλληλες και ισοδύναμες αιτιολογίες, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της. Η δεύτερη δε ως άνω κατά σειρά αιτιολογία, δεν πλήττεται επιτυχώς με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο αναίρεσης και συνεπώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ο πέμπτος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η πρώτη από τις πιο πάνω επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελής και συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι για τη θεμελίωση της αγωγής του και της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, επικαλέστηκε ως πράξη νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου και την κατασκευή στο ακίνητο αυτό και τη χρήση από τον ίδιο της αποθήκης. Ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "... εξάλλου, η κατασκευή και η χρήση ενός κτίσματος (αποθήκης), την οποία επικαλείται ο ενάγων ως πράξη νομής, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον ίδιο, ούτε προκύπτει το έτος κατασκευής του. Ακόμη, όμως, και αν προέκυπτε η κατασκευή του από αυτόν, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι την κατασκεύασε αυτός διανοία κυρίου και όχι ως ενεργών διακατοχικές πράξεις βοηθού νομής...". Ότι η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι: α) αντιφατική, διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατασκευή της αποθήκης έγινε από τον ίδιο, στη συνέχεια, αντιφατικά, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε αν την κατασκευή της αποθήκης αυτής την έκανε ως διανοία κυρίου νομέας του επιδίκου (οπότε απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία) ή ως βοηθός νομής (οπότε δεν απέκτησε την κυριότητά του με τον παραπάνω τρόπο), β) ανεπαρκής, διότι δεν αναφέρεται για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, γιατί η μη απόδειξη του ακριβούς χρόνου κατασκευής της αποθήκης αναιρεί την ιδιότητα της πράξης αυτής (κατασκευής) ως πράξης διανοία κυρίου νομής του στο επίδικο και ότι συνεπώς δεν άγει κατά τον ΑΚ στην εκ μέρους του κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε ισχυρισθεί ότι έχει το επίδικο ακίνητο στη διανοία κυρίου νομή του από το έτος 1981 συνεχώς μέχρι και σήμερα και ότι, επομένως, περιλαμβάνεται στο χρονικό αυτό διάστημα νομής του και ο χρόνος κατασκευής της αποθήκης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο χρόνος αυτός και γ) ως προς τη χρήση της αποθήκης εκ μέρους του, την οποία είχε επικαλεστεί ως πράξη διανοία κυρίου νομής για τη θεμελίωση της έκτακτης χρησικτησίας, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας, αφού ουδέν διαλαμβάνει σχετικά, αναφερόμενη μόνο στην κατασκευή και όχι και στη χρήση αυτής, καίτοι η χρήση αυτή, από μόνη της, συνιστά πράξη διανοία κυρίου νομής έκτακτης χρησικτησίας. Σχετικά με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η παραδοχή του Εφετείου ότι "Εξάλλου, η κατασκευή και η χρήση ενός κτίσματος (αποθήκης), την οποία επικαλείται ο ενάγων ως πράξη νομής, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι έγινε από τον ίδιο...", σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, αποτελεί την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία με επίκληση της πιο πάνω πράξης νομής. Οι δε στη συνέχεια παραδοχές της απόφασης "... ούτε προκύπτει το έτος κατασκευής του. Ακόμη, όμως, και αν προέκυπτε η κατασκευή του από αυτόν, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι την κατασκεύασε αυτός διανοία κυρίου και όχι ως ενεργών διακατοχικές πράξεις βοηθού νομής", αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες, ήτοι αιτιολογίες μη αναγκαίες για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της απόφασης. Η τελευταία δε αυτή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, απλώς και μόνο προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της ως άνω κύριας αιτιολογίας της, η οποία στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και η οποία δεν πλήττεται αυτοτελώς με λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο ως άνω έκτος λόγος αναίρεσης αναφορικά με τις ανωτέρω υπό στοιχεία α) και β) μερικότερες πλημμέλειες, είναι αλυσιτελής και ως τέτοιος απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 2049/2022, ΑΠ 1782/2022, ΑΠ 1207/2017). Αναφορικά δε με την υπό στοιχείο γ) μερικότερη πλημμέλεια, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στην ως άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνεται όχι μόνο η κατασκευή, αλλά και η χρήση του κτίσματος (αποθήκης), η οποία χρήση, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, γινόταν από τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του ως βοηθού νομής. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021). Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του και την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "... ως προς την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας το δασολόγου Ι. Ε., με βάση την οποία ως και το έτος 1984 δεν ανιχνεύεται κανένα ίχνος δρόμου ή μονοπατιού εντός του επιδίκου ακινήτου, ενώ το έτος 1986 ανιχνεύεται για πρώτη φορά δρόμος, προερχόμενος από το ανατολικό τμήμα του άλλοτε μείζονος ακινήτου, εισερχόμενος εντός του επιδίκου ακινήτου και σταματώντας στη δυτική του πλευρά, χωρίς όμως επίστρωση καταστρώματος με τσιμέντο ή άσφαλτο, με διακριτά ίχνη ποώδους βλάστησης μεταξύ των ιχνών των τροχοφόρων...". Ότι η αιτιολογία αυτή ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία, καθώς τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και κατέληξε με βάση τις παραδοχές αυτές στην απορριπτική του κρίση, δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της ενώπιον αυτού διεξαχθείσας δίκης, όπως αυτό οριοθετήθηκε με την αγωγή του και την ως άνω ένστασή του, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς ο αναιρεσείων παραθέτει επιλεκτικά και αποσπασματικά αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης και όχι τις πλήρεις πραγματικές παραδοχές αυτής, με βάση τις οποίες το Εφετείο οδηγήθηκε στο απορριπτικό για τον αναιρεσείοντα διατακτικό, ώστε να ελεγχθεί η επικαλούμενη από αυτόν αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 887/2019, 763/2018). Σε κάθε δε περίπτωση και ανεξάρτητα της πιο πάνω αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι οι ανωτέρω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιολογίες της απόφασης αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία, όπως εκτέθηκε στην αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 ΠΔ 344/2000, "Οι δασολόγοι ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, σύμφωνα με τις με τις διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν και ειδικότερα: α)... ιστ) Στη σύνταξη των δασικών χαρτών, σύνταξη μελετών φωτοερμηνείας και τηλεπισκόπησης, καθώς και τηλεπισκόπισης, καθώς και στη χρησιμοποίηση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (GΙS) για το χαρακτηρισμό, διαχείριση και αξιοποίηση εκτάσεων δασικού ενδιαφέροντος για επιστημονικούς, διοικητικούς, δικαστικούς, κτηματολογικούς ή άλλους σκοπούς. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι οι δασολόγοι δεν έχουν αρμοδιότητα να συντάσσουν μελέτες φωτοερμηνείας εκτάσεων που δεν αποτελούν δάση ή δασικές εκτάσεις. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, μπορούν να συναχθούν από οποιοδήποτε έγγραφο, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 α' ΚΠολΔ, διατείνεται ότι ο αναιρεσίβλητος προς ανταπόδειξη έναντι της αγωγής του και της σχετικής ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου την τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του επιδίκου ακινήτου του δασολόγου Ι. Ε. με το περιεχόμενο που αναφέρεται στον προηγούμενο έβδομο λόγο της αναίρεσης. Ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ζήτησε να μη ληφθεί υπόψη το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο, ως μη επιτρεπόμενο από το νόμο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 10 ΠΔ 344/2000, ο ανωτέρω δασολόγος δεν είχε αρμοδιότητα σύνταξης τέτοιας έκθεσης. Ότι παρά το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι δάσος, αλλά "περιβόλι" και ότι ο εν λόγω δασολόγος μπορεί να συντάσσει εκθέσεις φωτοερμηνείας, όπως η ανωτέρω προσκομισθείσα, μόνο σε δάση, έλαβε υπόψη του την ως άνω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και, στηριζόμενο αποκλειστικά στην έκθεση αυτή, απέρριψε την αγωγή και τη σχετική ένστασή του, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, 1) η ανωτέρω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Ι. Ε. δεν σημαίνει ότι είναι παράνομη λόγω αναρμοδιότητας αυτού στην έκδοσή της για τη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον μάλιστα δεν προβλέπεται τέτοια κύρωση στο ΠΔ 344/2000, 2) σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το Εφετείο μπορούσε να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει ελεύθερα και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, έστω και αν αυτό δεν πληρούσε τους όρους του νόμου, καθώς εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο, 3) το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω και διαλαμβάνοντας σε αυτήν τη ρητή παραδοχή ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν είτε για άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια", έλαβε υπόψη του την ανωτέρω τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας και την εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο και 4) σε κάθε περίπτωση, όπως επίσης προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος και τη σχετική του ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο, δεχόμενο την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην πιο άνω τεχνική έκθεση, αλλά την αξιολόγησε και τη συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που εκθέτει ειδικότερα στις επί μέρους αιτιολογίες της απόφασής του. Με τους ένατο και δέκατο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ισχυρισμό του ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, επειδή το έχει στη διανοία κυρίου νομή του από το 1981 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ισχυρισμό που αποτέλεσε τη βάση της αγωγής του και της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, που πρότεινε προς απόκρουση της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο για τον ίδιο ότι δεν υπήρξε διανοία κυρίου νομέας, αλλά βοηθός νομής, όπως βοηθός νομής ήταν πριν από αυτόν και ο πατέρας του μέχρι το 1984, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην απόφασή του ότι "... αυτή δε, η σχέση... δεν προέκυψε να αλλάζει μέχρι και το έτος 1984 τουλάχιστον, δεδομένου ότι ο πατέρας του ενάγοντος ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεσή του να αντιποιηθεί τη νομή. Τις αυτές πράξεις του βοηθού νομής επί του ακινήτου, συνεπώς, συνέχισε και ο ενάγων από το έτος 1984 και μετά, τις οποίες ασκούσε, όπως και ο πατέρας του με την ίδια σχέση, δηλαδή ως βοηθός νομής της κληρονόμου του Ι. Λ. M. χήρα J. L....". Ισχυρίζεται δε περαιτέρω, ότι η απορριπτική αυτή αιτιολογία της αγωγής του και της ένστασή του, ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία, διότι ούτε ο ίδιος, ούτε ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκαν ότι αυτός (αναιρεσείων) διαδέχθηκε τον πατέρα του στη νομή του επιδίκου και ότι μετά τη διαδοχή αυτή εξακολουθούσε να ασκεί την ίδια με τον πατέρα του νομή. Ότι, δηλαδή, δεν προσμέτρησε στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο νομής του πατέρα του προκειμένου να συμπληρωθεί ο χρόνος της εικοσαετούς νομής στο πρόσωπό του, αφού ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι από το έτος 1981 ασκεί στο επίδικο αυτοδύναμη νομή, χωρίς προσμέτρηση στο χρόνο νομής του, του χρόνου νομής του πατέρα του. Ότι η ανωτέρω αιτιολογία είναι ανύπαρκτη, διότι τα όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο της ενώπιόν του διεξαχθείσας δίκης, όπως αυτό οριοθετήθηκε από το περιεχόμενο της αγωγής του και της ένστασής του. Ότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες, αφενός μεν του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, αφετέρου δε του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη τον παραπάνω μη προταθέντα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό και απέρριψε την αγωγή του και την ένστασή του. Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης (ένατος και δέκατος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι οι ανωτέρω εκτιθέμενες στους λόγους αυτούς παραδοχές του Εφετείου αποτελούν αποδεικτικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας, συναγόμενα από τις αποδείξεις και όχι ?πράγματα? κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να θεμελιωθεί ο από το άρθρο αυτό προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για προσμέτρηση του χρόνου νομής του αναιρεσείοντος στο χρόνο νομής του πατέρα του, αφού τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πατέρα του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτοί κατείχαν το επίδικο ακίνητο ως βοηθοί νομής της κυρίας αυτού M. χήρας J. L.. Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1992/2022, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018). Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσής του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, συναγόμενο από την καθημερινή εμπειρική πραγματικότητα, ότι αν κάποιος καταλάβει παράνομα το ακίνητο κάποιου άλλου, ο τελευταίος θα αντιδράσει αμέσως και θα προσπαθήσει να την αποτρέψει είτε αυτοδύναμα είτε και με την προσφυγή στα δικαστήρια με τακτική αγωγή και πρωτίστως με ασφαλιστικά μέτρα. Ότι στην ένδικη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε με την ανταγωγή του ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο το έτος 2005, ότι αυτός (αναιρεσείων) του το κατέλαβε παράνομα το έτος 2009 και το διεκδίκησε ασκώντας το έτος 2017 την ανταγωγή του, με αφορμή τη δίκη που ανοίχτηκε με τη δική του αγωγή. Ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσιβλήτου έγιναν δεκτοί ως δήθεν αποδεδειγμένοι από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ έπρεπε να είχαν απορριφθεί ως αντίθετοι προς τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας. Ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 513 επ., 947, 948, 973, 1033, 1192 επ. ΑΚ, κατά την εφαρμογή των οποίων δέχθηκε την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως αυτή εκτέθηκε στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως επίσης εκτέθηκε στην ίδια πιο πάνω νομική σκέψη, τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιούνται για την εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας και όχι για την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή για την ουσία της υπόθεσης, όπως επιχειρεί ο αναιρεσείων να θεμελιώσει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 981, 982 και 984 ΑΚ, συνάγεται, ότι η νομή μπορεί να ασκείται, όχι μόνο αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω άλλου, ήτοι μέσω "αντιπροσώπου" ή "βοηθού νομής". Αντιπρόσωπος ή βοηθός νομής είναι αυτός που ασκεί τη νομή, όχι στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Αν δε θελήσει το πρόσωπο αυτό, να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα, πριν ο τελευταίος λάβει γνώση της αντιποίησης. Για την άσκηση της νομής μέσω άλλου, αρκεί το πραγματικό γεγονός, ότι αυτή ασκείται με τον ανωτέρω τρόπο, χωρίς να απαιτείται και προσδιορισμός έννομης σχέσης, από την οποία να απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου ή του βοηθού νομής να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων και με εκείνες των άρθρων 787, 994 και 1113 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που ασκεί τη νομή στο όνομα και για λογαριασμό του αληθινού νομέα, αν, τυχόν, αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος, αποφασίσει, δηλαδή, να το νέμεται στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι χρησιδεσπόζει νόμιμα αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, πριν γνωστοποιήσει στο νομέα την εν λόγω απόφασή του, χωρίς να ερευνάται το είδος της έννομης σχέσης, βάσει της οποίας κατείχε το πράγμα (ΑΠ 305/2019, ΑΠ 948/2013, ΑΠ 1171/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του και την ένστασή του περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο που πρότεινε προς απόκρουση της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την ανταγωγή, καθώς δέχθηκε ότι οι πράξεις νομής και κατοχής που ασκούσε στο επίδικο ακίνητο, δεν τις ασκούσε με διάνοια κυρίου, αλλά ως βοηθός νομής της M. χήρας J. L., συνεχίζοντας τις πράξεις βοηθού νομής που ασκούσε πριν από αυτόν ο πατέρας του και ότι δεν είχε γίνει γνωστή στην ανωτέρω οποιαδήποτε αντιποίηση της νομής της. Ότι, όμως, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την παραπεμπτική απόφαση και της δίκης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθώς επίσης και της ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν υπέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας ισχυρισμό ότι ο αυτός (αναιρεσείων) νεμόταν το επίδικο ακίνητο ως βοηθός νομής της ανωτέρω M. χήρας J. L., ούτε ότι πατέρας του νεμόταν πριν από τον ίδιο το επίδικο ως βοηθός νομής, αλλά ούτε και ισχυρισμό ότι δεν είχε γίνει γνωστή στη M. χήρα J. L.ν οποιαδήποτε αντιποίηση νομής. Ότι το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω μη προταθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς και απορρίπτοντας βάσει αυτών, καθώς τους θεώρησε ως αποδεδειγμένους, την αγωγή του και την ένστασή του, κάνοντας δεκτή την ανταγωγή, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Από την από 27-5-2017 όμως ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σε αυτήν, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: "Πλην όμως, ουδέποτε το επίδικο ή η νομή του περιήλθε στον πατέρα του αντιδίκου, όσο αυτός ζούσε, ούτε τα τέκνα του Κ. και Σ. κατέλαβαν αυτό, ούτε άσκησαν αυτοί ποτέ πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επ' αυτού, αλλά παρέμεινε εγκατεστημένη στη νομή του η ως άνω δικαιοπάροχός μου μέχρι και την ως άνω μεταβίβασή του σε μένα, αυτοί δε, που ήταν ανίψια της, αναγνώριζαν την ίδια μέχρι το έτος 2009 ως αποκλειστική κυρία και νομέα αυτού και συνεπώς κάθε τυχόν ανάμειξή τους στο επίδικο γινόταν επ' ονόματι και για λογαριασμό της. Παρά ταύτα, ο αντίδικος μεταβάλλοντας με την παρακίνηση του παραπάνω αδελφού του την ως άνω βούλησή του, εντελώς αυθαίρετα κατά το καλοκαίρι του έτους 2009 τσιμεντόστρωσε με την βοήθεια του τελευταίου και διαπλάτυνε δίοδο διαμέσου του επιδίκου... Μάλιστα, με αφορμή την ως άνω εντελώς αυθαίρετη και χωρίς κανένα απολύτως δικαίωμα διαπλάτυνση και τσιμεντόστρωση της ως άνω διόδου δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις μου με τον αντίδικο... Έκτοτε, ήτοι από το έτος 2009, ο αντίδικος κατέλαβε το ως άνω επίδικο ακίνητο...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε με την ανταγωγή του τον ισχυρισμό ότι, μέχρι την αντιποίηση της νομής του, ο αναιρεσείων ασκούσε τις όποιες πράξεις νομής στο επίδικο, όχι με διάνοια κυρίου, αλλά επ' ονόματι και για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου του (του αναιρεσιβλήτου), δηλαδή, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως βοηθός νομής αυτής, που ήταν κυρία και νομέας του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτό ως ουσιαστικά βάσιμο, δεν δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Οι δε περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αναφέρονται στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αποτελούν αποδεικτικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας που προέκυψαν από τις αποδείξεις και συνεπώς δεν ιδρύουν τον, από το ίδιο ως άνω άρθρο, λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο ως άνω δωδέκατος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-8-2020 αίτηση του Σ. Λ. για αναίρεση της 19/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ