Αριθμός 813/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Τσίκα και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελπομένη Δασκαλάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6604/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1862/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/6/2010 αίτησή της και τους από 20/12/2012 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 11/1/2013 συμπληρωματική έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων αυτής με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά της 1862/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτων, λόγω του εκπρόθεσμου της ασκήσεώς τους. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, η από 11-6-2010 αίτηση αναιρέσεως και ο με ιδιαίτερο, από 20-12-2012, δικόγραφο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά της 1862/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. 2. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα 2415Γ'/21-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας προς τον δεύτερο των αναιρεσίβλητων, Γ. Κ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και της συζητήσεως της αναιρέσεως.. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 20-12-2012 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-12-2012, όπως προκύπτει από την 213/2012 πράξη καταθέσεως του αρμόδιου Γραμματέα. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, αφού η συζήτηση της αναιρέσεως είχε οριστεί για τη δικάσιμο της 17ης-9ου-2012 και στη συνέχεια, με αίτηση της αναιρεσείουσας αναβλήθηκε για τις 21-1-2012. 4. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο δε, 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις δε, των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 300, και 330 του ίδιου Κώδικα, προϋποθέσεις της αποζημίωσης είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά(πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς( νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος. Κατά το άρθρο 297, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση στην προηγούμενη κατάσταση, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτόν δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως κανόνας τίθεται η αποζημίωση να οφείλεται σε χρήμα, διότι η λύση αυτή εξυπηρετεί πληρέστερα το μηχανισμό της σύγχρονης οικονομίας, η οποία στηρίζεται στη λειτουργία του χρήματος ως καθολικού μέτρου αξιών και εξοφλήσεως των ενοχών. Κατ' εξαίρεση, παρέχεται στο δικαστή η ευχέρεια, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον αυτό είναι από τα πράγματα δυνατό και επιπλέον δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή, προϋπόθεση που είναι αυτονόητο ότι συντρέχει όταν η αυτούσια αποκατάσταση μπορεί να ζητηθεί οποιοσδήποτε και αν είναι ο γενεσιουργός λόγος της αποζημιώσεως και συνεπώς και στην περίπτωση απώλειας εμπραγμάτου δικαιώματος από αδικοπραξία. Κατά την εκτίμηση, εξάλλου, των ειδικών περιστάσεων, τις οποίες επικαλείται ο ενδιαφερόμενος για τη θεμελίωση της παρεκκλίσεως, από την αρχή της χρηματικής αποζημιώσεως, πρέπει ο δικαστής να προβεί κυρίως σε στάθμιση των συμφερόντων των δικαζομένων και να δεχθεί την αυτούσια αποκατάσταση όταν αυτή, ενώ δεν βλάπτει ή βλάπτει ελάχιστα τον ένα, για τον άλλο παρουσιάζει σημαντικώς υπέρτερα πλεονεκτήματα. Εάν πάλι δεν υπάρχει αυτή η σημαντική υπεροχή του οφέλους του έναντι της ζημίας του άλλου, το ζήτημα θα εξετασθεί με το πνεύμα της ευνοίας του δανειστή, υπέρ του οποίου έχει τεθεί το άρθρο 297 ΑΚ και συνεπώς αν η επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης είναι επιζήμια στο δικαιούχο από ειδικούς λόγους, η παραδοχή της αυτούσιας αποκατάστασης αποτρέπει την ανεπιεική λύση. Ενόψει αυτών, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση στην προηγούμενη από την τέλεση της αδικοπραξίας κατάσταση, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή περιστατικά που να προσδιορίζουν την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη του άλλου, την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ πράξεως και παραλείψεως, καθώς και τις ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αυτούσια αποκατάσταση της ζημίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), προκύπτει ότι σε αυτή, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε τα εξής: Στα πλαίσια σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που συνήψε στις 16-3-2001 με την πρώτη εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρία, μετέφερε στην τελευταία το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο, που τηρούσε στις χρηματιστηριακές εταιρίες, με τις επωνυμίες "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ", "ΒΟΪΛΗΣ ΑΧΕ" και "ΚΥΚΛΟΣ ΑΧΕ", αποτελούμενο από τις αναφερόμενες στην αγωγή μετοχές, εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, προκειμένου να προβαίνει αυτή (πρώτη εναγομένη), έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής (προμήθειας) και κατόπιν εντολών της (χρηματιστηριακών παραγγελιών), ή, έστω κατόπιν μεταγενέστερης συναίνεσής της, στην κατάρτιση, για λογαριασμό της, χρηματιστηριακών συναλλαγών σε κινητές αξίες (αγορά και πώληση μετοχών). Εκτός από την ίδια (ενάγουσα), μόνο ο αδελφός της Θ. Π., είχε το δικαίωμα, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησής της, να δίνει στην πρώτη εναγομένη εντολές, για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η προσέλκυσή της στην πρώτη εναγομένη έγινε, κατόπιν φορτικών πιέσεων του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος εμφανιζόταν ως εμπειρογνώμων και γνώσης των χρηματιστηριακών θεμάτων και ειδικός συνεργάτης της συνεναγομένης του, καθώς και μέλος του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΕΝΔΥΤΏΝ" του Χρηματιστηρίου Αθηνών, στο οποίο, όπως έλεγε, είχαν εισχωρήσει, κυρίως, επενδυτές, οι οποίοι είχαν καταστεί οφειλέτες χρηματιστηριακών εταιριών από αγορά μετοχών με "αέρα". Σκοπός, όμως, του δεύτερου εναγομένου ήταν να αποσπά μεγάλα χρηματικά ποσά από τους καλόπιστα συναλλασσόμενους επενδυτές, για τη σύνταξη οικονομοτεχνικών μελετών. Η ίδια, μάλιστα, του είχε παραδώσει το χαρτοφυλάκιο που τηρούσε στην εταιρία με την επωνυμία "Β. ΑΕ", με την αναλυτική κίνηση του σχετικού λογαριασμού, για τη σύνταξη οικονομοτεχνικής μελέτης. Το Σεπτέμβριο του έτους 2001 διαπίστωσε, ότι, χωρίς να έχει δώσει εντολές για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό της, κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως 25-8-2001 και ενώ αυτή βρισκόταν σε θερινές διακοπές, η πρώτη εναγομένη προέβη σε εκτέλεση σειράς αγοραπωλησιών χρηματιστηριακών πραγμάτων στο όνομα και για λογαριασμό της, με χρέωση του χρηματιστηριακού κωδικού της, χωρίς η ίδια να έχει ενημερωθεί γι' αυτό ή να συναινέσει εκ των υστέρων. Διαπίστωσε, επίσης, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, συνεργάτης της πρώτης εναγομένης, φερόμενος παράνομα και αντισυμβατικά, ως εντολοδόχος - ανάδοχος του χρηματιστηριακού λογαριασμού της (ενάγουσας), είχε προβεί στην εκτέλεση σειράς παράνομων συναλλαγών, με πλήρη γνώση της πρώτης εναγομένης, σε συνεννόηση, προφανώς, με τους ιεραρχικά ανώτερους υπαλλήλους της. Ειδικότερα, αυτός, κάνοντας χρήση του κωδικού της, ρευστοποίησε, χωρίς την εντολή της, το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της, εκτελώντας, εν αγνοία της, σειρά χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορές και πωλήσεις μετοχών) και χρεώνοντας το λογαριασμό της με υποχρεώσεις καταβολής τιμήματος και προμήθειες εκτέλεσης συναλλαγών, χωρίς να απαιτεί την καταβολή του τιμήματος, όπως είχε συμφωνήσει στην πιο πάνω επενδυτικών υπηρεσιών. Έτσι, ενώ η συνολική αξία του χαρτοφυλακίου της ήταν 31.720,41 ευρώ, φέρεται αυτή (ενάγουσα) να διαβίβασε εντολές και η πρώτη εναγομένη να ενήργησε, δήθεν, κατ' εντολή της χρηματιστηριακές συναλλαγές συνολικής αξίας 444.134,17 ευρώ. Εξαιτίας της πιο πάνω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, η ίδια υπέστη οικονομική ζημία και ηθική βλάβη, λόγω της εξαφάνισης του χαρτοφυλακίου της. Σε συνάντηση που είχε με ιεραρχικά ανώτερους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης και το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, στις 12-9-2001, της γνωστοποίησαν, ότι, προκειμένου να αποκαταστήσουν την προκληθείσα ζημία του χαρτοφυλακίου της, θα έπρεπε να δώσει έγγραφη εντολή διαχείρισής του στον δεύτερο εναγόμενο και, έτσι, την έπεισαν να τροποποιήσει την από 16-3-2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ορίζοντας ως αντιπρόσωπο της, αντί του αδελφού της Θ. Π., τον δεύτερο εναγόμενο και να δεχθεί να αναγραφεί προχρονολογημένη ημερομηνία της εν λόγω εντολής, δηλαδή η ημερομηνία υπογραφής της παραπάνω σύμβασης (16-3-2001). Επίσης, η πρώτη εναγομένη, λόγω ανεπάρκειας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου που διέθετε, δεν ρευστοποίησε αναγκαστικά τις ανεξόφλητες μετοχές που είχε αγοράσει στο όνομα και για λογαριασμό της (ενάγουσας), μετά τη νέα σύμβαση που είχαν καταρτίσει, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημία, παρότι γνώριζε (η πρώτη εναγομένη), ότι ήταν υποχρεωτική η εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι υποχρεούταν να αναφέρει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα αναλυτικά αρχεία των χρεωστικών υπολοίπων, ανεξάρτητα από το ποσό, την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα. Μολονότι, η πρώτη εναγομένη τη διαβεβαίωσε, ότι η παραπάνω ζημία της ήταν παροδική, στις 2-11-2001 το χαρτοφυλάκιο της εμφανίζεται να περιλαμβάνει μόνο 500 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ LEASING", που είχαν αγοραστεί στις 3-10-2001, 500 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ," που είχαν αγοραστεί στις 3-10-2001, 1000 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ", που είχαν αγοραστεί στις 3-10-2001, 260 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες", που είχαν αγοραστεί στις 4-10-2001, 1.350 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Μ.", που είχαν αγορασθεί στις 3-10-2001, 1.500 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Κλωστήρια Ναούσης". που είχαν αγοραστεί στις 2-10-2001, 4.000 μετοχές της εταιρίας "Νέστος", και 1.100 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Ξιφίας". Μάλιστα, ο χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ενημέρωσε το Δ.Σ. της τελευταίας, ότι όλες οι πιο πάνω μετοχές ρευστοποιήθηκαν, προκειμένου να τακτοποιηθεί το χρεωστικό υπόλοιπο του χρηματιστηριακού λογαριασμού της (ενάγουσας) και ότι, μετά τη ρευστοποίηση αυτή, το χαρτοφυλάκιο της ανερχόταν σε 300 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικές Ιχθυοκαλλιέργειες" και 1.500 μετοχές της εταιρίας με την επωνυμία "Κλωστήρια Ναούσης", οι οποίες, λόγω μείωσης του αριθμού των μετοχών της τελευταίας εταιρίας από τις 5-3-2003, με αντίστοιχη αύξηση της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής τους, μειώθηκαν σε 375 μετοχές. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε: 1) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας σε ολόκληρο, να αποκαταστήσουν τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της, επαναφέροντάς αυτό στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στις 16-3-2001, πλέον μερισμάτων και των δωρεάν διανεμηθεισών μετοχών, που έλαβαν χώρα ή θα λάβουν χώρα από τις 16-3-2001 μέχρι την ημερομηνία πραγματικής ανάληψης και απόδοσης αυτού και 2) μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος, από καταψηφιστικό, σε αναγνωριστικό (άρθρα 223 περ.1, 295 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, καθένας σε ολόκληρο, το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι αόριστη. Τούτο διότι για την πληρότητα αυτής δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία, αληθή υποτιθέμενα να προκύπτουν: α) οι ειδικές περιστάσεις, που να δικαιολογούν το αίτημά της για επιδίκαση, αντί της χρηματικής αποζημίωσης που είναι ο κανόνας, της αποκατάστασης των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και β) η ακριβής έκταση της ζημίας της, αφού η ίδια ιστορεί ότι οι εναγόμενοι εν αγνοία της προέβησαν "σε ολική σχεδόν ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου της", φράση που χρησιμοποιείται κατ' επανάληψη στο δικόγραφο της αγωγής της (βλ. σελ.5 στοίχος 11 από το τέλος, σελ. 6 στοίχος 9 από την αρχή, σε. 7 στοίχοι 20 και 21 και σελ. 15 στοίχοι 4,5 και 16), με αποτέλεσμα να καθίσταται αμφίβολη η έκταση της ζημίας της, (δηλαδή καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωσή της), όταν μάλιστα αιτείται την ανασύσταση του χαρτοφυλακίου της στο σύνολό του, όπως αυτό ήταν το Μάρτιο και τον Ιούνιο 2001 που παραδόθηκε στην πρώτη εναγομένη. Αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, αν ήθελε υποτεθεί ότι επιδιώκεται η εν μέρει ανόρθωση της ζημίας της, για το ορισμένο αυτής, και τον προσδιορισμό αυτής (ζημίας) δεν εκθέτει τις επί μέρους συναλλαγές, που έλαβαν χώρα, χωρίς την εντολή της, το μήνα Αύγουστο 2001 και ποιες από τις μετοχές της εκποιήθηκαν, ή ποιες παρέμειναν σ' αυτό (χαρτοφυλάκιο), για να προκύπτει το υπόλοιπο, που απαιτείται για την αποκατάσταση, αφού στην αγωγή γίνεται λόγος για κινήσεις στο χαρτοφυλάκιό της, με τη συναίνεσή της, πριν τον Ιούλιο και μετά το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, έτσι ώστε να μην μπορεί να προσδιορισθεί η έκταση της ζημίας της και δ) ποιο το ύψος των μερισμάτων και ποιες και πόσες δωρεάν μετοχές εδικαιούτο η ενάγουσα με βάση τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της το Μάρτιο του 2001, για μπορεί να προσδιορισθεί χωρίς αμφιβολία η έκταση της ζημίας της κατά το σχετικό αίτημά της. Το Εφετείο επομένως, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, και επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της. Ούτε όμως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλά και ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και υπό τα τρία σκέλη του, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 5. Για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, πρέπει εκτός των άλλων, να αφορούν στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως κεφάλαια της απόφασης, κατά την έννοια της παρ. 2 άρθρου 520 ΚΠολΔ, νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης αποφάσεως με τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφαίνεται για κάθε μια από τις υποβληθείσες σ' αυτό αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας και όχι για διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα για τα οποία αυτό έκρινε. Ως αναγκαίως δε, προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχομένων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων. Εξάλλου το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, όπως και το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει παραδεκτούς, ορισμένους και νόμιμους λόγους έφεσης, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι πλημμέλειες της απόφασης, συνίστανται σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα πρώτα, μεταξύ των άλλων, ανάγονται και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, μετά την άσκηση της έφεσής της, με την οποία υπέβαλε παράπονα κατά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, με ιδιαίτερο δικόγραφο, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πρόσθετους λόγους εφέσεως. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, η αναιρεσείουσα, επικαλέστηκε και προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει στο 2ο λόγο της αίτησής της κρινόμενης αίτησης (αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, δικαστικών Συμβουλίων, των αρχών του Χρηματιστηρίου), τα οποία χαρακτήρισε ως εξαιρετικά σημαντικά. Με βάση αυτά υποστήριξε ότι αποδεικνύεται προδήλως η όλως παράνομη, αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά των εφεσίβλητων, οι οποίοι φερόμενοι παράνομα, αντισυμβατικά και αδικοπρακτικά, "έθεσαν ως αυτοσκοπό την απομύζηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαλούσας, τον οποίο και εν τέλει επέτυχαν". Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα-εκκαλούσα, με το ως άνω πρόσθετο λόγο δεν υπέβαλε αιτιάσεις κατά προσβαλλόμενης απόφασης τέτοιες, που να συνέχονται με τους προβληθέντες με το κύριο δικόγραφο λόγους, που αφορούσαν την, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απόρριψη της αγωγής της ως αόριστης. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο αυτό λόγο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Πρέπει λοιπόν, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι. Τέλος, σε βάρος της αναιρεσείουσας, πρέπει να επιβληθούν, ως ηττώμενης διαδίκου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης των αναιρεσίβλητων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2010 αίτηση και τους με ιδιαίτερο, από 20-12-2012, δικόγραφο πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1862/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ