Αριθμός 1838/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ό. Α. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζαχαρούλας Αλεξανδρή, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Α. Ε. Π. Υ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Κουλουμπή, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1440/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6883/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 22-7-2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6173/695/2022) με αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6883/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, και η οποία διορθώθηκε με την 1303/2023 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 4-9-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1440/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ακολούθως δε, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 150,67 ευρώ, νομιμότοκα. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 42/2002) και όχι όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωσή του και κατέληξε από την εκτίμηση αυτού μόνου ή σε συσχετισμό με τις υπάρχουσες υπόλοιπες αποδείξεις, σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 34/2023, 1154/2021, 1181/2019), αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 124/2023, 1181/2019, 1093/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των στελεχών των αποδείξεων και τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε για τις πληρωμές που της έγιναν από το Σεπτέμβριο του 2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2015, και συγκεκριμένα: Α) τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με αριθμούς : No 1/1-8-2012 ποσού 1474 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιούλιο 2012, No 2/1-9-2012 ποσού 1100 ευρώ και καθαρού 880 για τον μήνα Αύγουστο 2012, No 3/1-10-2012, ποσού 1475 και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο 2012, No 4/1-11-2012 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Οκτώβριο 2012, No 5 /M2-2012 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο 2012, No 6/1-1-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο 2012, No 7/1-1-2013 ποσού 1 100 ευρώ και καθαρού 880 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο 2012, και Β) Τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με τους αριθμούς : No 1/1-2-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο 2013, No 2/1-3-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Φεβρουάριο 2013, No 3/1-4-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Μάρτιο 2013, No 4/1-5-2013 ποσού 2175 ευρώ) και καθαρού 1740 ευρώ για το μήνα Απρίλιο 2013, No 5/1-6-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Μάϊο 2013, No 6/29-6-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιούνιο 2013, No 7/1-8-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιούλιο 2013, No 8/1-9-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Αύγουστο 2013, No 9/1-10-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο 2013, Νο 10/1-11-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Οκτώβριο 2013, No 11/1-12-2013 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο 2013, No 12/31-12-2013 ποσού 2775 ευρώ και καθαρού 2220 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο 2013, No 13/1-2-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο 2014, No 14/1-3-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Φεβρουάριο 2014, No 15/1-4-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Μάρτιο 2014, No 16/1-5-2014 ποσού 2175 ευρώ και καθαρού 1740 ευρώ για το μήνα Απρίλιο 2014, No 17/1-6-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Μάϊο 2014, No 18/30-6-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιούνιο 2014, No 19/1-8-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιούλιο 2014, No 20/20-9-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Αύγουστο 2014, No 21/1-10-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο 2014, No 22/1-11-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Οκτώβριο 2014, No 23/1-12-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο 2014, No 24/31-12-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο 2014, No 25/1-2-2014 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο 2015, No 26/1-3-2015 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Φεβρουάριο 2015, No 27/1-4-2015 ποσού 1475 ευρώ και καθαρού 1180 ευρώ για το μήνα Μάρτιο 2015, No 28/1-5-2014 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Απρίλιο 2014, No 29/1-6-2015 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Μάϊο 2015, Νο 30/30-6-2015 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Ιούνιο 2015, No 31/1-8-2015 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Ιούλιο 2015, No 32/1-9-2015 ποσού 1030 ευρώ και καθαρού 824 ευρώ για το μήνα Αύγουστο 2015, No 32/30-9-2015 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο 2015 και No 33/30-11-2015 ποσού 2065 ευρώ και καθαρού 1652 ευρώ για το μήνα Οκτώβριο 2015.'Ότι συγκεκριμένα το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε ότι το καταβληθέν ποσό είναι αμοιβή, παρόλο που στα έγγραφα αυτά δεν υφίσταται τέτοιος χαρακτηρισμός και περαιτέρω εσφαλμένα ανέγνωσε ότι η αμοιβή αυτή δεν ήταν σταθερή αλλά κυμαινόμενη ανάλογα με τον αριθμό των ασθενών που η αναιρεσείουσα παρακολουθούσε στα εξωτερικά ιατρεία. Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβαινε στο ως άνω αναφερόμενο διαγνωστικό λάθος, θα κατέληγε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ότι δηλαδή η μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης έννομη σχέση κατά το μέρος που αφορούσε παροχή εργασίας στα εξωτερικά ιατρεία αποτελούσε μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαζί με την έμμισθη απασχόλησή της στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης του Κέντρου. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτών (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή περιστατικών προδήλως διαφορετικών από εκείνα που πράγματι τα έγγραφα αυτά περιελάμβαναν, αλλά από το περιεχόμενο των εγγράφων, τα οποία σωστά ανέγνωσε, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 εδαφ.β' ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, 186/2023). Με τον αυτό (πρώτο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ήτοι έλαβε υπόψη του άλλες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που δεν προσκομίστηκαν, με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνες που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ίδια. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθ' όσον ουδόλως αναφέρεται ποιες είναι οι αποδείξεις, με εξειδίκευσή τους και αναφορά του περιεχομένου τους, οι οποίες δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 425/2021, 10/2021, 78/2020, 667/2018). Έτσι, αν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 518/23, 425/2021, 752/2020, 667/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το επικουρικό 3ο σκέλος του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι για την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών της ελάμβανε αμοιβή εκδίδοντας αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, η οποία αμοιβή δεν ήταν σταθερή και εξαρτάτο από τον αριθμό των ασθενών που παρακολουθούσε. Ο λόγος όμως αυτός, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί των ανωτέρω, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσης του και του αποδεικτικού του πορίσματος περί του πραγματικού χαρακτήρα της απασχόλησής της στα εξωτερικά ιατρεία της μονάδας της, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτή, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ... και το σύνολο των εγγράφων που διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...., είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και, συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια. Όσον δε αφορά τις διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, ότι από τη συγκριτική εξέταση των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών προκύπτει σταθερή αμοιβή, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως προς τα τρία σκέλη του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, 1238/2019). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικό τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, 30/2020, 1238/2019, 253/2013). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, 50/2020, 598/2019, 130/2016, 1420/2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη τυγχάνει ανώνυμη εμπορική εταιρεία με αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, ειδικότητας νεφρολογίας. Στα πλαίσια πραγμάτωσης του σκοπού της αυτού, διατηρεί δύο [2] κλινικές παροχής ιατρικών υπηρεσιών, μία στην Ε. Α. και επί της οδού Ν. Κ. αρ. 1 και Ζ. Κ. και μία [. στο Κ. της Π. Ε. Π. και επί της οδού Ε. Α. αρ. 8. Ειδικότερα, κύριο αντικείμενο αυτής τυγχάνει η κάλυψη των αναγκών των αιμοκαθαιρούμενων ασθενών σε πρότυπες μονάδες νοσηλείας, ώστε να αναβαθμιστεί η ποιότητα ζωής τους, οι υπηρεσίες δε της εναγόμενης παρέχονται σε αιμοκαθαιρούμενους νεφροπαθείς όσο και σε νεφροπαθείς που δεν υποβάλλονται ή δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοκάθαρση. Σε κάθε μία από τις δύο ως άνω κλινικές η εναγόμενη διατηρεί Μονάδα Χρόνιας Αιμοκάθαρσης και Τμήμα Εξωτερικών Ιατρείων το οποίο βρίσκεται σε διαφορετική πτέρυγα. Οι εργαζόμενοι στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης και συγκεκριμένα το ιατρικό προσωπικό, παρέχει βάσει καθηκοντολογίου, που διατηρεί η εναγόμενη, την εργασία του με λίαν περιορισμένες πρωτοβουλίες από μέρους του, και σε καθορισμένο τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του, που ελέγχεται από την εναγόμενη και επομένως η σύμβαση, που συνάπτει κάθε ιατρός για την εργασία που παρέχει στην εν λόγιο μονάδα, είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Εξάλλου, στο Τμήμα Εξωτερικών Ιατρείων όσοι ιατροί επιθυμούν, αυτοβούλως, κατόπιν σχετικής προφορικής συμφωνίας, με τη διοίκηση της εναγόμενης, δύνανται να παρακολουθούν και δη να δέχονται επισκέψεις νεφροπαθών και μη αιμοκαθαιρούμενων ή μη αιμοκαθαιρούμενων ακόμη ασθενών. Ο αριθμός των νεφροπαθών που δεν υποβάλλονται ή δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοκάθαρση, και παρακολουθούνται σε εξωτερικά ιατρεία της Κλινικής, που διατηρεί η εναγόμενη στην ... ανέρχεται σε τετρακόσιους. Οι ιατροί αυτοί δέχονται τους ως άνω ασθενείς εκτός του ωραρίου εργασίας τους στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης, κανονίζουν τα σχετικά ραντεβού οι ίδιοι, έχουν πλήρη ευχέρεια ως προς τις ημέρες και ώρες που θα επιλέξουν για την απασχόλησή τους στα εξωτερικά ιατρεία, καθώς και ως προς τη μέθοδο εξέτασης, που θα εφαρμόσουν στους ως άνω ασθενείς αλλά και τη θεραπεία που θα επιλέξουν γι' αυτούς, χωρίς να λογοδοτούν σε κανένα και αμείβονται ανάλογα με τα περιστατικά που παρακολουθούν, με αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Επομένως, οι ιατροί κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στους ασθενείς, που επισκέπτονται τα εξωτερικά ιατρεία, έχουν απόλυτη ελευθερία, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους και επομένως οι συμβάσεις που συνάπτουν με την εναγόμενη για την παροχή των υπηρεσιών τους αυτών είναι συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ειδικότερα, και σε ό,τι αφορά στην ενάγουσα. αποδείχθηκε ότι αυτή συνήψε με την εναγόμενη, την από 09.07.2012 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν, την εργασία της, με την ειδικότητά της ως ιατρού-νεφρολόγου στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης, που διατηρεί στην Ελευσίνα...... Η Μονάδα Αιμοκάθαρσης της εναγόμενης λειτουργεί με τις εξής βάρδιες [διαδοχικά κυλιόμενα ωράρια εργασίας) ως εξής: α) κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή 1n βάρδια από ώρα 05.30 έως ώρα 10.00. 2η βάρδια από ώρα 11.00 έως ώρα 15.00 και 3η βάρδια από ώρα 16.00 έως ώρα 20.00 και β) κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο 1η βάρδια από ώρα 05.30 έως ώρα 10.00 και 2η βάρδια από ώρα 11.00 έως ώρα 15.00. Σε εκτέλεση δε της σύμβασης αυτής η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης της άνω Κλινικής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ωράριο απασχόλησης της ενάγουσας, συμφωνήθηκε σε σαράντα [40] ώρες εβδομαδιαίος επί πέντε [5] ημέρες εβδομαδιαίως και επί (8) ώρες ημερησίως, στις ως άνω βάρδιες αιμοκάθαρσης, εκ των οποίων η πρώτη ξεκινά από ώρα 05.30.... Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην Μονάδα αιμοκάθαρσης, η οποία απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους αιμοκαθαιρούμενους ασθενείς, οι οποίοι υποβάλλονται σε συνεδρίες αιμοκάθαρσης, λόγω της συγκεκριμένης διαδικασίας που ακολουθείται, η ενάγουσα όπως και οι λοιποί ιατροί που απασχολούνται στην εναγόμενη, ακολουθούσε συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας τηρώντας όσα προβλέπονται στο καθηκοντολόγιο της τελευταίας, σχετικά με την είσοδο του ασθενούς στην Κλινική, τη διαδικασία αιμοκάθαρσης και την τακτική παρακολούθηση του ασθενούς, ελεγχόταν δε και λογοδοτούσε στον Διευθυντή ιατρό της Κλινικής......... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές, που έπρεπε να λάβει, βάσει της ως άνω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου..... Η καταβολή δε των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων Πάσχα και αδείας, υπολογιζόταν με βάση τον μηνιαίο μισθό της ενάγουσας στα πλαίσια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι συμφωνηθείσες μηνιαίες μικτές αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 2.020,00 ευρώ και ότι από 9.7.2012 εργαζόταν στην εναγόμενη, υπό την ως άνω ειδικότητά της, τυπικά εν μέρει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εν μέρει ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ουσιαστικά όμως με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι εκ της ως άνω αμοιβής ποσό 8 4 0.00 ευρώ με μικτό ποσό αμοιβών 1.118,32 ευρώ, ήταν καταβλητέο βάσει της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και ποσό 1.180.00 ευρώ με μικτό ποσό αποδοχών 1.475.00 ευρώ, βάσει της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με απόδειξη παροχής υπηρεσιών. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της ενάγουσας ουδόλως αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, όπως άλλωστε αναφέρθηκε στο οικείο μέρος της παρούσας, και για όλο το ιατρικό προσωπικό της εναγόμενης, η ενάγουσα, κατά την πρόσληψή της από την εναγόμενη την 09.07.2012, δυνάμει της προαναφερόμενης έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συμφώνησε προφορικά με την εναγόμενη να παρέχει τις υπηρεσίες της και στα Εξωτερικά Ιατρεία της τελευταίας, στα οποία, κατά τα προαναφερόμενα, προσέρχονται οι ασθενείς, που πάσχουν από νεφροπάθεια και δεν υποβάλλονται ή δεν υποβάλλονται ακόμη σε αιμοκάθαρση. Στα πλαίσια της άνω προφορικής σύμβασης η ενάγουσα. κατά την παροχή των υπηρεσιών της στα εξωτερικά ιατρεία, τελούσε σε πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών της, ελλείποντος κάθε στοιχείου προσωπικής και νομικής εξάρτησης αυτής από την εναγόμενη, και δη χωρίς να δεσμεύεται από εντολές και οδηγίες κάποιου ιεραρχικά ανώτερου προϊσταμένου της. Ειδικότερα δε, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεχόταν ραντεβού από τους μη αιμοκαθαιρούμενους νεφροπαθείς, σε ημέρες και ώρες που η ίδια επέλεγε, αρκεί να μην συνέπιπταν με τις ώρες εργασίας της στη Μονάδα Αιμοκάθαρσης, είχε πλήρη ευχέρεια ως προς τον τρόπο εξέτασης κάθε νεφροπαθούς ασθενούς και τη μέθοδο της θεραπείας του, εφαρμόζοντας τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν. Περαιτέρω δε, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, για την παροχή των ιατρικών αυτών υπηρεσιών κατέβαλε στην ενάγουσα αμοιβή, για την οποία εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Η αμοιβή αυτή της ενάγουσας δεν ήταν σταθερή, αλλά κυμαινόταν ανάλογά με τον αριθμό των ασθενών που παρακολουθούσε, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Τέλος. η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη σε δύο ασφαλιστικά ταμεία, και δη στο ΙΚΑ και στο ΤΣΑΥ αντίστοιχα. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, σχετικά με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων κρινόμενη έννομη σχέση [αναφορικά με τη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών της ενάγουσας στα εξωτερικά ιατρεία της εναγόμενης], και αξιολογούμενη αυτή, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Με βάση τις παραδοχές ότι η κρινόμενη έννομη σχέση ήταν αυτή της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, για την οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, και επομένως, ούτε και οι διατάξεις που προβλέπουν, επιδόματα εορτών και αδειών, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα κρίνονται τα αγωγικά κονδύλια για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, όπως επίσης απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο κρίνεται και το κονδύλια περί επιδίκασης διαφορών μισθών, καθώς αξίωση για "μισθό" κατά την έννοια της ΑΚ 653, δεν έχει ο αμειβόμενος, με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών της ενάγουσας στα εξωτερικά ιατρεία της εναγομένης είχε πραγματικά τον χαρακτήρα της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της συμβάσεως εργασίας, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των ημερών και ωρών λειτουργίας των εξωτερικών ιατρείων και το ποσό της αμοιβής που ελάμβανε η ενάγουσα για κάθε εξεταζόμενο ασθενή στα εξωτερικά ιατρεία και σε ποια χρονική βάση, αφού τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την οποία οι ελλείψεις δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, ως εν προκειμένω. Συνεπώς απορριπτέος είναι και ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2022 αίτηση για αναίρεση της 6883/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ