Αριθμός 1458/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγερινό Ανδρέου, για αναίρεση της υπ'αριθ.2596/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 404/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε ως προς το α' εδάφιο της παραγράφου 3 με το άρθρο 14 παρ.2 ν.2721/1999 και όπως προστέθηκε εδάφιο β' στην ίδια παράγραφο 3 με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999 για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.0000 ευρώ) ή ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλά αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπουμένη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν όχι δε και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως και οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση των εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί το έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Το έγκλημα της απάτης προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου 386 του ΠΚ (προ της αντικαταστάσεως της με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999), όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3.6.1999 για να είναι η απάτη κακούργημα, έπρεπε ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά το πρώτο σκέλος της η τελευταία άνω διάταξη είναι ηπιότερη για τον κατηγορούμενο και έχει αναδρομική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του εν λόγω νόμου και δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδαφ. στ' ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 στ' ΠΚ, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Ο νόμος 1608/1950, δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία του εγκλήματος από αυτά του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.1, αλλά επαυξάνει απλώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις την ποινή και καθιστά την πράξη κακουργηματική ορίζοντας ότι εφόσον το όφελος που πέτυχε η επεδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (150.000 ευρώ), επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263 ΠΚ τότε κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και 38 του Ν. 2172/1973 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 εδαφ. δ' του Ν. 2408/1996 και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και λοιπά προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 216 ΠΚ και της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ για τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση αυτή η επίτευξη του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας. Κατά την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 Ν. 2721/3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό και στις εν λόγω περιπτώσεις ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε, κατά δε το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953, "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικωτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικότερων πράξεων". Από την διατύπωση των διατάξεων τούτων συνάγεται, ότι ναι μεν αυτές είναι ίσης τυπικής ισχύος, όμως, διαφέρουν μεταξύ τους, αφού, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει ο δράστης ν' αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στην συνολική ζημία, ενώ, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 Ν.Δ. 2576/1953, τούτο δεν απαιτείται, η δε τελευταία διάταξη, ως ειδική ειδικού νομοθετήματος, διότι αφορά μόνον στα περιοριστικώς προβλεπόμενα και τιμωρούμενα και υπό τις εις αυτό προϋποθέσεις εγκλήματα του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ισχύει, κατισχύει της ανωτέρω, γενικής και νεότερης, διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953 δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και 98 παρ. 2 του ΠΚ, ως ειδική διάταξη που κατισχύει της νεώτερης γενικής του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ. Ακόμη όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 386 και 216 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 94 του ιδίου Κώδικα οι πράξεις της απάτης τετελεσμένης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως συρρέουν αληθώς και δεν απορροφάται η μία από την άλλη, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον άλλον σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας, για την ύπαρξη δε πλαστογραφίας με κατάρτιση πλαστού εγγράφου προϋποτίθεται η ύπαρξη προσώπου επ' ονόματι του οποίου εκδίδεται το έγγραφο και ο εκδότης αυτού δεν είναι απαραίτητο να υποδηλώνεται πάντοτε με την υπογραφή του αλλά μπορεί να καθίσταται εμφανής από το περιεχόμενο του εγγράφου ή να συνάγεται από το είδος ή από τα στοιχεία αυτού. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου απαιτείται, αντικειμενικώς η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον δράστη που καθιστά προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (μη αρκούντος του ενδεχομένου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπον όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όταν γίνεται από τρίτον, αλλά και από τον ίδιο τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον για την κρίση περί της ενοχής αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποίο το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχθηκε, αναιρετικώς ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη Ε. Σ. εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1992 έως 31 Ιουλίου 1995, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, υπηρετούσε ως προϊσταμένη του Κλάδου Ζημιών, με αρμοδιότητα την παραλαβή και τον έλεγχο των υποβαλλόμενων στην εταιρία δικαιολογητικών για την καταβολή ασφαλιστικών αποζημιώσεων, καθώς και για την έκδοση και διαβίβαση εντολών προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας, με αντικείμενο την πληρωμή των ασφαλισμένων, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Η ως άνω εταιρία, για τον έλεγχο όλων των ασφαλιστικών περιπτώσεων, είχε προσλάβει ως επόπτη ιατρό τον ήδη αποβιώσαντα Χ. Σ., ορθοπεδικό. Η Ε. Σ., σε συνεργασία με τον επόπτη ιατρό Χ. Σ. και τον Δ. Κ., ο οποίος ήταν φυσιοθεραπευτής και διατηρούσε δύο φυσιοθεραπευτήρια στην ..., κατέστρωσαν και εξετέλεσαν σχέδιο εξαπάτησης της ως άνω εταιρίας, πλαστογραφώντας ασφαλιστικά συμβόλαια και δικαιολογητικά για τραυματισμούς αθλητών, που ουδέποτε έλαβαν χώρα, και έτσι εισέπραξαν από την ως άνω ασφαλιστική εταιρία υπέρογκα ποσά για δήθεν ασφαλιστικές αποζημιώσεις τραυματισθέντων αθλητών. Κατά το έτος 1996 η άνω ασφαλιστική εταιρία προέβη σε έλεγχο πολλών ομαδικών ασφαλιστηρίων και διαπίστωσε ότι καταβλήθηκαν αποζημιώσεις με βάση πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια, αλλά και με βάση υπαρκτά συμβόλαια, με πλαστά όμως δικαιολογητικά που αφορούσαν τραυματισμούς αθλητών, οι οποίοι ουδέποτε είχαν εισπράξει αντίστοιχες αποζημιώσεις, με κύριους δράστες τους ανωτέρω. Ειδικότερα, στις 27-3-1992, η μηνύτρια εταιρία κατήρτισε το υπ' αριθμόν ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΕΠΑΕ), με το οποίο προέβη στην ασφάλιση των επαγγελματιών και αμειβόμενων ποδοσφαιριστών Α', Β' και Γ' Εθνικής Κατηγορίας, των συζύγων και τέκνων αυτών. Στο ασφαλιστήριο προβλέπονταν η διαδικασία αναγγελίας του ατυχήματος και οι λοιπές ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί ο κάθε ασφαλισμένος για να λάβει την ασφαλιστική αποζημίωση, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι ασφαλισμένοι ήταν υποχρεωμένοι να αναγγέλλουν εγγράφως στην εταιρία κάθε ατύχημα εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών και να προσκομίσουν εντός δέκα (10) ημερών από την αναγγελία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την είσπραξη της αποζημίωσης, ο δε επόπτης ιατρός Χ. Σ. ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο των αναγγελθέντων τραυματισμών, δηλαδή όφειλε να εξετάζει τους παθόντες αθλητές, να γνωματεύει περί του είδους και της βαρύτητας του τραυματισμού τους και να παρακολουθεί τη νοσηλεία τους. Η Ε. Σ., υπό την ιδιότητα της ως προϊστάμενη του Κλάδου Ζημιών, όφειλε, μετά την αναγγελία του ατυχήματος, να σχηματίσει φάκελο ζημίας, να αναγράψει τον αριθμό ζημίας και να καταχωρήσει αυτή στο θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. βιβλίο μητρώου ζημιών του Κλάδου Προσωπικών Ατυχημάτων. Μετά τη συγκέντρωση όλων των αναγκαίων στοιχείων όφειλε να ελέγχει την πληρότητα και τη νομιμότητα των εγγράφων που ήταν στους φακέλους αποζημιώσεων και στη συνέχεια, με γραπτή εντολή της, να εξοφλήσει τη ζημία. Αυτή, όμως, στις περιπτώσεις καταβολής αποζημιώσεων απέκρυπτε την πλαστότητα ή την ανυπαρξία των απαιτούμενων δικαιολογητικών και βεβαίωνε ψευδώς ότι αυτά βρίσκονταν στους φακέλους ζημιών. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ένα μέρος των φερομένων ως τραυματισθέντων και αποζημιωθέντων αθλητών δεν είχε ποτέ τραυματισθεί, δεν είχε εξετασθεί από τον επόπτη ιατρό Χ. Σ. και δεν είχε υποβληθεί σε θεραπείες στο φυσιοθεραπευτήριο του Δ. Κ., ούτε είχε υπογράψει σχετική εξουσιοδότηση για την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις που υπήρξαν τραυματισμοί, εισέπραξαν οι τραυματισθέντες ποδοσφαιριστές την αποζημίωση, αλλά στη συνέχεια με πλαστές αναγγελίες ατυχημάτων και πλαστές εξουσιοδοτήσεις και με ψευδείς βεβαιώσεις για θεραπείες, που ουδέποτε έλαβαν χώρα, εισέπρατταν χρήματα εν αγνοία των φερομένων ως δικαιούχων αθλητών. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 2-12-1992 έως 31- 7-1995, η Ε. Σ., από κοινού με τον Δ. Κ. και τον Χ. Σ., με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 51.889.800 δρχ., που αντιστοιχεί σε 152.281,14 ευρώ, κατήρτισαν από κοινού τις αναφερόμενες στο διατακτικό πλαστές αναγγελίες ατυχημάτων, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τη σφραγίδα και την υπογραφή των εκπροσώπων των κατονομαζόμενων σωματείων της ΕΠΑΕ, εν αγνοία αυτών και χωρίς τη συναίνεση τους, ώστε να εμφανίζεται με τις αναγγελίες αυτές ότι το κάθε σωματείο ανήγγειλε προς την Ασφαλιστική Εταιρία τον τραυματισμό των αναφερομένων σε αυτές αθλητών του, οι οποίοι δικαιούνταν αντίστοιχη ασφαλιστική αποζημίωση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και παράλληλα κατάρτισαν από κοινού τις αναφερόμενες στο διατακτικό εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τις υπογραφές των φερομένων ως τραυματισθέντων αθλητών, εν αγνοία αυτών και χωρίς τη συναίνεση τους, με τις οποίες εξουσιοδοτούσαν τα κατονομαζόμενα πρόσωπα για την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Των πλαστών αυτών εγγράφων έκαναν στη συνέχεια χρήση, αφού τα προσκόμισαν στην άνω ασφαλιστική εταιρία συνοδευόμενα από αντίστοιχες αποδείξεις υπηρεσιών και ψευδείς ιατρικές βεβαιώσεις του επόπτη ιατρού, καθώς και το φύλλο αγώνος, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθεί η αναλογούσα ασφαλιστική αποζημίωση και με βάση αυτά η Ε. Σ. έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους του κεντρικού λογιστηρίου και των κατά τόπους υποκαταστημάτων, με τη διαβεβαίωση ότι όλα τα δικαιολογητικά βρίσκονται στο φάκελο, να καταβάλουν στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους δικαιούχους τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας εταιρίας ότι οι αθλητές των σωματείων της ΕΠΑΕ υπέστησαν τα αναφερόμενα στις αναγγελίες ατυχήματα, για τα οποία υποβλήθηκαν σε σχετικές φυσικοθεραπείες και θεραπευτικές αγωγές και κατέβαλαν τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 152.281,14 ευρώ, κατά το οποίο οι ίδιοι ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της παθούσας εταιρίας. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-1993 έως 8-3-1995, ενεργώντας από κοινού με τον Χ. Σ. και τον Δ. Κ., κατάρτισαν πλαστά ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων, με αντίστοιχες αιτήσεις ασφάλισης, βάσει των οποίων τα σωματεία αυτά φέρονταν ότι ασφάλιζαν στην παθούσα εταιρία τους αθλητές τους για την περίπτωση ατυχήματος, και στο κάθε ασφαλιστήριο έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εκπροσώπου του κάθε σωματείου, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση αυτού και των αθλητών τους. Τα ασφαλιστήρια αυτά είναι τα εξής: α) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." (τμήμα μπάσκετ) και διάρκεια ασφάλισης από 10-12-93 έως 10-12-94, β) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 10-12-93 έως 10-12-94, γ) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." (τμήμα χαντ μπολλ) και διάρκεια ασφάλισης από 10-12-93 έως 10-12-94, δ) το υπ αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 10-1-94 έως 10-1-95, ε) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." (τμήμα υδατοσφαίρισης) και διάρκεια ασφάλισης από 25-1-94 έως 25-1-95, στ) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "...." και διάρκεια ασφάλισης από 25-1-94 έως 25-1-95, ζ) το υπ' αριθμό ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 25- 1-94 έως 25-1-95, η) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 8-3-94 έως 8-3-95, θ) το υπ' αριθμόν ..., με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 1-2-94 έως 1-2-95, ι) το υπ' αριθμόν ... με επωνυμία ασφαλισμένου "..." και διάρκεια ασφάλισης από 1-2-94 έως 1-2-95. Στη συνέχεια κατάρτισαν 125 αναγγελίες ατυχημάτων και ισάριθμες εξουσιοδοτήσεις, με τις οποίες φέρονταν ότι καθένα από τα ερασιτεχνικά σωματεία ανήγγειλε τραυματισμούς των αθλητών του. Τα εν λόγω πλαστά έγγραφα, που αφορούν τα ερασιτεχνικά σωματεία, μαζί με τις αντίστοιχες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και το αντίστοιχο φύλλο αγώνος, χρησιμοποίησαν σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 17-2-1995, με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι δήθεν υπήρχαν έγκυρα, ισχυρά και νομότυπα ασφαλιστήρια μεταξύ αυτής και των άνω αθλητικών σωματείων υπέρ των αθλητών και των μελών της οικογενείας τους και ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Η κατηγορουμένη Ε. Σ., με βάση τα πλαστά αυτά έγγραφα, έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλουν στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους ως δικαιούχους αθλητές τα αντίστοιχα ποσά, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 18.771.800 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 55.089,65 ευρώ. Οι αναγγελίες και εξουσιοδοτήσεις καθώς και τα εντάλματα πληρωμής του ως άνω ποσού από την παθούσα, αναφέρονται αναλυτικά στους αντίστοιχους πίνακες που περιέχονται στο διατακτικό. Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-7-1995, οι ίδιοι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, κατάρτισαν εξ υπαρχής 43 ομαδικά πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίστοιχες αιτήσεις ασφάλισης στο όνομα ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων και των εργαζομένων στο υποκατάστημα Γλυφάδας της Τράπεζας Εργασίας, ενώ οι αθλητικοί αυτοί σύλλογοι και η Τράπεζα Εργασίας αγνοούσαν την ύπαρξη τους και ουδέποτε είχαν υποβάλει σχετική αίτηση προς την παθούσα ασφαλιστική εταιρία, με αίτημα την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, όπως επίσης ουδέποτε είχαν εισπράξει αντίστοιχες αποζημιώσεις. Τα πλαστά αυτά ασφαλιστήρια με τα αντίστοιχα ασφαλιζόμενα σωματεία και η χρονική διάρκεια εκάστου, είναι τα εξής: 1) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 2) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 3) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 4) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 5) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 6) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 7) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 8) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 9) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 10) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 11) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 12) ..., "...", από 1-1- 1995 έως 1-1-1996, 13) ..., "...", από 1-2-1995 έως 1-2- 1996, 14) ..., "...", από 1-3-1995 έως 1-3-1996, 15) ..., "...", από 25-1-1995 έως 15-1-1996, 16) ..., "....", από 1-2-1995 έως 1-2-1996, 17) ..., "...", από 1-3-1995 έως 1-3-1996, 18) ..., "...", από 1-3- 1995 έως 1-3-1996, 19) ..., "....", από 1-2-1995 έως 1-2-1996, 20) ..., "...", από 1-3-1995 έως 1-3-1996, 21) ..., "...", από 1-3-1995 έως 1-3-1996, 22) ..., "...", από 8-3-2005 έως 8-3-2006, 23) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 24) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 25) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 26) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 27) ..., "...", από 1- 1-1995 έως 1-1-1996, 28) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 29) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 30) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 31) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 32) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 33) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 34) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 35) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 36) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 37) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1/1/1996, 38) "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 39) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 40) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996, 41) ..., "...", 1-1-1995 έως 1-1-1996, 42) ..., "...", 1-1-1995 έως 1-1-1996 και 43) ..., "...", από 1-1-1995 έως 1-1-1996. Των πλαστών αυτών συμβολαίων έκαναν χρήση, με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι δήθεν υπήρχαν έγκυρα, ισχυρά και νομότυπα ασφαλιστήρια μεταξύ αυτής και των ανωτέρω αθλητικών σωματείων υπέρ των αθλητών τους και των μελών της οικογενείας τους και ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Η κατηγορουμένη Ε. Σ., με βάση τα συμβόλαια αυτά και με τη διαβεβαίωση ότι οι εξουσιοδοτήσεις και τα λοιπά δικαιολογητικά βρίσκονται στον αντίστοιχο φάκελο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-7-1995, έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλουν ως ασφαλιστική αποζημίωση στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους ως τραυματισθέντες αθλητές το συνολικό ποσό των 86.008.811 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 252.410,30 ευρώ. Έτσι έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους να καταβάλουν ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 252.410,30 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκαν παράνομα αυτοί, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας. Περαιτέρω, η ως άνω ασφαλιστική εταιρία, με το υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ΕΣΑΚ, προέβη στην ασφάλιση των καλαθοσφαιριστών Α1 και Α2 κατηγορίας, καθώς και των μελών της οικογενείας τους. Η ως άνω κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-1993 έως 31- 7-1995, από κοινού με τους Χ. Σ. και Δ. Κ., με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, κατάρτισαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό 208 αναγγελίες ατυχημάτων για αθλητές της καλαθοσφαίρισης, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τις σφραγίδες και τις υπογραφές των εκπροσώπων των σωματείων της ΕΣΑΚ, οι οποίοι αγνοούσαν την ύπαρξη τους, με τις οποίες το καθένα από τα σωματεία αυτά ανήγγειλε, δήθεν, τραυματισμούς αθλητών, για τους οποίους δικαιούνταν αντίστοιχη ασφαλιστική αποζημίωση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Επίσης κατάρτισαν και τις αναφερόμενες στο διατακτικό αντίστοιχες προς τις αναγγελίες ατυχήματος εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή των αθλητών, με τις οποίες φέρονταν να εξουσιοδοτούνται τα κατονομαζόμενα πρόσωπα για την είσπραξη της αντίστοιχης ασφαλιστικής αποζημίωσης. Των πλαστών αυτών εγγράφων έκαναν χρήση με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ότι έλαβαν χώρα οι αναγγελθέντες τραυματισμοί και πραγματοποιήθηκαν από κάθε αθλητή οι αναφερόμενες θεραπείες, ώστε να εισπραχθεί η αναλογούσα κατά περίπτωση ασφαλιστική αποζημίωση. Έτσι η ασφαλιστική αποζημίωση που εισπράχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 6 Δεκεμβρίου 1993 έως 31 Ιουλίου 1995, με βάση τις ως άνω αναγγελίες, με εντολή της κατηγορουμένης Ε. Σ. και με τη διαβεβαίωση ότι τα σχετικά δικαιολογητικά, κατά περίπτωση, βρίσκονται στον αντίστοιχο φάκελο, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 44.806.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 131.492,29 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν παράνομα, με ισόποση ζημία σε βάρος της περιουσίας της άνω ασφαλιστικής εταιρίας. Την εξακολουθητική αξιόποινη πράξη της απάτης η ανωτέρω κατηγορουμένη, από κοινού με τους άλλους δύο, διέπραξε, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της και από τη διαμορφωθείσα εκ μέρους της υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της (ένωση περισσοτέρων δραστών, κατάστρωση σχεδίου εξαπάτησης της παθούσας και δράση που διήρκεσε επί μακρόν, απόσπαση μεγάλων χρηματικών ποσών), προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Οι παραπάνω δε πολλές πράξεις που τέλεσε η κατηγορουμένη Ε. Σ., συνιστούν α) εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος δια βλάβης της περιουσίας της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας (νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263 Α ΠΚ), υπερβαίνουσας κατά πολύ το ποσό των 150.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου των πράξεων (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950), και β) εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης της περιουσίας της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, υπερβαίνουσας κατά πολύ το ποσό των 150.000 ευρώ, με την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου των πράξεων (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950), το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 591.273,38 ευρώ, και πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο που τελέστηκαν οι πράξεις έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ακόμη ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της, συντρεχόντων έτσι των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε". Δέχθηκε δε, στο αλληλοσυμπληρούμενο με το αιτιολογικό διατακτικό της, ότι οι άνω πράξεις τελέσθηκαν "με αντίστοιχη βλάβη της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", η οποία λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, στο κεφάλαιο της όμως συμμετέχει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ως εκ τούτου υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 263Α περ. γ' του ΠΚ, το δε αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία με τους Δ. Κ. και Χ. Σ. και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, δια βλάβης νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ, με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και β) απάτης, κατά συναυτουργία με τους Δ. Κ. και Χ. Σ. και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακού οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, δια βλάβης νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 60, 63, 79, 84 παρ. 2 α, ε, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. παρ. 3-1, 263 Α περ. γ', δ, 386 παρ. 1 β, α, 3 του ΠΚ, 1 παρ. 1 του Ν 1608/1950, όπως αντικ. με την παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν. 1738/1997, τροπ. με το άρθρο 2 του Ν 1877/1990, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και τροπ. με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2408/1996 που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως και συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στα λοιπά σκέλη του αυτού πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμες, αφού α) Σαφώς η αναιρεσιβαλλομένη προσδιορίζει ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 2-12-1992 έως 31- 7-1995, από κοινού με τον Δ. Κ. και τον Χ. Σ., με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ποσού 51.889.800 δρχ., που αντιστοιχεί σε 152.281,14 ευρώ, κατήρτισαν από κοινού τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης πλαστές αναγγελίες ατυχημάτων, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τη σφραγίδα και την υπογραφή των εκπροσώπων των κατονομαζόμενων σωματείων της ΕΠΑΕ, εν αγνοία αυτών και χωρίς τη συναίνεση τους, ώστε να εμφανίζεται με τις αναγγελίες αυτές ότι το κάθε σωματείο ανήγγειλε προς την Ασφαλιστική Εταιρία τον τραυματισμό των αναφερομένων σε αυτές αθλητών του, οι οποίοι δικαιούνταν αντίστοιχη ασφαλιστική αποζημίωση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και παράλληλα κατάρτισαν από κοινού τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τις υπογραφές των φερομένων ως τραυματισθέντων αθλητών, εν αγνοία αυτών και χωρίς τη συναίνεση τους, με τις οποίες δήθεν δήλωναν ότι εξουσιοδοτούσαν τα λεπτομερώς κατονομαζόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης πρόσωπα για την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Ότι των πλαστών αυτών εγγράφων έκαναν στη συνέχεια χρήση, αφού τα προσκόμισαν στην άνω ασφαλιστική εταιρία συνοδευόμενα από αντίστοιχες αποδείξεις υπηρεσιών και ψευδείς ιατρικές βεβαιώσεις του επόπτη ιατρού, καθώς και το φύλλο αγώνος, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθεί η αναλογούσα ασφαλιστική αποζημίωση και με βάση αυτά η αναιρεσείουσα έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους του κεντρικού λογιστηρίου και των κατά τόπους υποκαταστημάτων, με τη διαβεβαίωση ότι όλα τα δικαιολογητικά βρίσκονται στο φάκελο, να καταβάλουν στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους δικαιούχους τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις και ότι με τον τρόπο αυτό έπεισαν τους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας εταιρίας ότι οι αθλητές των σωματείων της ΕΠΑΕ υπέστησαν τα αναφερόμενα στις αναγγελίες ατυχήματα, για τα οποία υποβλήθηκαν σε σχετικές φυσικοθεραπείες και θεραπευτικές αγωγές και κατέβαλαν τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 152.281,14 ευρώ, κατά το οποίο οι ίδιοι ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της παθούσας εταιρίας. Επίσης σαφώς προσδιορίζει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-12-1993 έως 8-3-1995, η αναιρεσείουσα, ενεργώντας από κοινού με τον Χ. Σ. και τον Δ. Κ., κατάρτισαν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης πλαστά ομαδικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων, με αντίστοιχες αιτήσεις ασφαλίσεως, βάσει των οποίων τα σωματεία αυτά φέρονταν ότι ασφάλιζαν στην παθούσα εταιρεία τους αθλητές τους για την περίπτωση ατυχήματος, και ότι στο κάθε ασφαλιστήριο έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εκπροσώπου του κάθε σωματείου, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση αυτού και των αθλητών τους, ότι στη συνέχεια κατάρτισαν τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης 125 αναγγελίες ατυχημάτων και ισάριθμες εξουσιοδοτήσεις, με τις οποίες φέρονταν ότι καθένα από τα ερασιτεχνικά σωματεία ανήγγειλε τραυματισμούς των αθλητών του. Ότι τα εν λόγω πλαστά έγγραφα, που αφορούν τα ερασιτεχνικά σωματεία, μαζί με τις αντίστοιχες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και το αντίστοιχο φύλλο αγώνος, χρησιμοποίησαν σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 17-2-1995, με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι δήθεν υπήρχαν έγκυρα, ισχυρά και νομότυπα ασφαλιστήρια μεταξύ αυτής και των άνω αθλητικών σωματείων υπέρ των αθλητών και των μελών της οικογενείας τους και ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Ότι η αναιρεσείουσα, με βάση τα πλαστά αυτά έγγραφα, έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλουν στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους ως δικαιούχους αθλητές τα αντίστοιχα ποσά, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 18.771.800 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 55.089,65 ευρώ. Ακόμη, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-7-1995, οι ίδιοι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, κατάρτισαν εξ υπαρχής τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης 43 ομαδικά πλαστά ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίστοιχες αιτήσεις ασφαλίσεως στο όνομα των λεπτομερώς αναφερομένων στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων και των εργαζομένων στο υποκατάστημα Γλυφάδας της Τράπεζας Εργασίας, ενώ οι αθλητικοί αυτοί σύλλογοι και η Τράπεζα Εργασίας αγνοούσαν την ύπαρξή τους και ουδέποτε είχαν υποβάλει σχετική αίτηση προς την παθούσα ασφαλιστική εταιρία, με αίτημα την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, όπως επίσης ουδέποτε είχαν εισπράξει αντίστοιχες αποζημιώσεις. Ότι τα πλαστά αυτά ασφαλιστήρια με τα αντίστοιχα ασφαλιζόμενα σωματεία και η χρονική διάρκεια εκάστου, είναι τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης. Ότι των πλαστών αυτών συμβολαίων έκαναν χρήση, με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι δήθεν υπήρχαν έγκυρα, ισχυρά και νομότυπα ασφαλιστήρια μεταξύ αυτής και των ανωτέρω αθλητικών σωματείων υπέρ των αθλητών τους και των μελών της οικογενείας τους και ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ώστε να εισπραχθούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Ότι η αναιρεσείουσα, με βάση τα συμβόλαια αυτά και με τη διαβεβαίωση ότι οι εξουσιοδοτήσεις και τα λοιπά δικαιολογητικά βρίσκονται στον αντίστοιχο φάκελο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-7-1995, έδωσε εντολή στους αρμοδίους υπαλλήλους της παθούσας ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλουν ως ασφαλιστική αποζημίωση στους δήθεν εξουσιοδοτηθέντες από τους φερόμενους ως τραυματισθέντες αθλητές το συνολικό ποσό των 86.008.811 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 252.410,30 ευρώ και έτσι έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους να καταβάλουν ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 252.410,30 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκαν παράνομα αυτοί, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας. Περαιτέρω, ότι η ως άνω ασφαλιστική εταιρία, με το υπ' αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ΕΣΑΚ, προέβη στην ασφάλιση των καλαθοσφαιριστών Α1 και Α2 κατηγορίας, καθώς και των μελών της οικογενείας τους. Η ως άνω κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-1993 έως 31- 7-1995, από κοινού με τους Χ. Σ. και Δ. Κ., με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, κατάρτισαν τις αναφερόμενες τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης 208 αναγγελίες ατυχημάτων για αθλητές της καλαθοσφαιρίσεως, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση τις σφραγίδες και τις υπογραφές των εκπροσώπων των σωματείων της ΕΣΑΚ, οι οποίοι αγνοούσαν την ύπαρξη τους, με τις οποίες το καθένα από τα σωματεία αυτά ανήγγειλε, δήθεν, τραυματισμούς αθλητών, για τους οποίους δικαιούνταν αντίστοιχη ασφαλιστική αποζημίωση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Επίσης ότι κατάρτισαν και τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αντίστοιχες προς τις αναγγελίες ατυχήματος εξουσιοδοτήσεις, στις οποίες έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή των αθλητών, με τις οποίες φέρονταν να εξουσιοδοτούνται τα κατονομαζόμενα πρόσωπα για την είσπραξη της αντίστοιχης ασφαλιστικής αποζημιώσεως, ότι των πλαστών αυτών εγγράφων έκαναν χρήση με την προσκομιδή τους στην άνω ασφαλιστική εταιρία, με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες της ότι είχαν επέλθει οι ασφαλιστικές περιπτώσεις, ότι έλαβαν χώρα οι αναγγελθέντες τραυματισμοί και πραγματοποιήθηκαν από κάθε αθλητή οι αναφερόμενες θεραπείες, ώστε να εισπραχθεί η αναλογούσα κατά περίπτωση ασφαλιστική αποζημίωση και ότι έτσι η ασφαλιστική αποζημίωση που εισπράχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 6 Δεκεμβρίου 1993 έως 31 Ιουλίου 1995, με βάση τις ως άνω αναγγελίες, με εντολή της αναιρεσείουσας και με τη διαβεβαίωση ότι τα σχετικά δικαιολογητικά, κατά περίπτωση, βρίσκονται στον αντίστοιχο φάκελο, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 44.806.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 131.492,29 ευρώ, κατά το οποίο αυτοί ωφελήθηκαν παράνομα, με ισόποση ζημία σε βάρος της περιουσίας της άνω ασφαλιστικής εταιρίας. Συνολικά δε ότι η επελθούσα εξ αιτίας των παραπάνω ενεργειών της αναιρεσείουσας και των Χ. Σ. και Δ. Κ. ζημία στην "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" ανέρχεται σε 591.273,38 ευρώ. Συνεπώς είναι αβάσιμη η επί μέρους αιτίαση στον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι δεν προσδιορίζεται σαφώς ποιες αναγγελίες, εξουσιοδοτήσεις και βεβαιώσεις είναι πλαστές και ποιος είναι ο πλαστογράφος. Η αιτίαση στον αυτό πρώτο λόγο ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από την οποία θα βεβαιωνόταν ότι οι υπογραφές δεν είναι των αθλητών και σε καταφατική περίπτωση ποιος τις πλαστογράφησε, είναι απαράδεκτη, διότι η, κατ' άρθρο 183 ΚΠοινΔ, διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Οι περαιτέρω αιτιάσεις στον αυτό πρώτο λόγο α) ότι εσφαλμένως εκρίθη ότι είναι πλαστές οι αναγγελίες των οποίων δεν βρέθηκαν τα πρωτότυπα έγγραφα και β) ότι εσφαλμένως εκρίθη ότι είναι πλαστές οι αναγγελίες, διότι δεν υπάρχουν καταθέσεις των φερομένων ως υπογραψάντων γ) ότι εσφαλμένως συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας ότι ήσαν πλαστές οι εξουσιοδοτήσεις των οποίων δεν βρέθηκαν οι φάκελοι και δ) ότι εσφαλμένως συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας ότι ήσαν πλαστές οι εξουσιοδοτήσεις που βρέθηκαν σε φωτοτυπίες χωρίς την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και χωρίς να κληθούν οι φερόμενοι ως εξουσιοδοτούντες, είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Η αιτίαση στον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι δεν αιτιολογείται η γνώση της αναιρεσειούσης ότι οι αναγγελίες είναι πλαστές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι η γνώση της δεν έχρηζε περαιτέρω αιτιολογίας ως αυτονόητη, μετά την παραδοχή της αποφάσεως ότι αυτή είναι, από κοινού με τους Χ. Σ. και Δ. Κ., η πλαστογράφος των εγγράφων αυτών. Η περαιτέρω αιτιάσεις στον αυτό πρώτο λόγο αναιρέσεως όσον αφορά στο ύψος της ζημίας ότι α) δεν έχει αφαιρεθεί το ποσό των 50.124.594 δρχ (=147.100 ευρώ) που αφορά τις περιπτώσεις αποζημιώσεων για τις οποίες δεν βρέθηκαν οι σχετικοί φάκελοι σε έλεγχο που πραγματοποίησε η μηνύτρια σε μεταγενέστερο χρόνο, β) δεν έχει αφαιρεθεί το ποσό της ζημίας που καταβλήθηκε ως αποζημίωση από την ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε. (67.883.446 δρχ ή το ισόποσο σε ευρώ 199.217) στο διάστημα από Ιούλιο 1995 και εντεύθεν, διάστημα κατά το οποίο η αναιρεσείουσα είχε συνταξιοδοτηθεί, γ) Δεν αφαιρέθηκε το ποσό των 155.245 ευρώ που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπολογίσθηκε δύο φορές, ήτοι συνολικά το ποσό των 501.562 ευρώ, το οποίο αφαιρούμενο από το ποσό της επικαλουμένης ζημίας (521.476 ευρώ) αφήνει υπόλοιπο 19.914 ευρώ, ήτοι ποσό που δεν υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ., με την επίφαση της ελλείψεως σαφούς αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτες. Ως προς την ενυπάρχουσα ειδικότερη αιτίαση περί εσφαλμένης αιτιολογίας διότι στην αναιρεσιβαλλομένη το ποσό της ζημίας των 155.245 ευρώ υπολογίσθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη δύο φορές, λόγω διπλής παραθέσεως των επισημαινομένων πινάκων, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος διότι ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό παρατίθενται δύο φορές οι πίνακες των πλαστών αναγγελιών αθλητών της ΕΠΑΕ και των συναφών πλαστών εξουσιοδοτήσεων, ενώ ως προς την αιτίαση ότι το ποσό των 155.245 ευρώ υπολογίσθηκε στο παραπεμπτικό βούλευμα δύο φορές και ειδικότερα στους πίνακες των πλαστών αναγγελιών αθλητών της ΕΠΑΕ και των συναφών πλαστών εξουσιοδοτήσεων που παρατίθενται σε αυτό, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αυτό δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ. Ως προς την, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ, αιτίαση στο πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι η ζημία των 521.476 ευρώ δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για την ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, ενόψει της μεγάλης οικονομικής της επιφάνειας, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι η οικονομική επιφάνεια του παθόντος δεν είναι κρίσιμο μέγεθος για τον καθορισμό της αξίας του αντικειμένου των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, την οποία κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, αφού ο αξιολογικός προσδιορισμός αυτός, ως πραγματικό ζήτημα, έχει ως βάση τις κατά τον χρόνο τελέσεως του αδικήματος κρατούσες αντικειμενικές συναλλακτικές συνθήκες. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 είναι αβάσιμος. Η περιεχομένη στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αιτίαση, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ, ότι η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι αβάσιμη, διότι κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας αυτή λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, στο κεφάλαιο της όμως συμμετέχει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ότι η τελευταία είναι νομικό πρόσωπο από τα υπαγόμενα στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 263 Α του ΠΚ και ως εκ τούτου υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 263Α περ. γ' του ΠΚ. Η περαιτέρω, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ, αιτίαση στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι οι μερικότερες ζημίες από τις πράξεις της δεν έπρεπε να αθροισθούν, αλλά κάθε μία να αξιολογηθεί ατομικά, οπότε δεν θα προέκυπτε μία πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα, αλλά μερικότερες πλημμεληματικού χαρακτήρα, είναι αβάσιμη, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, κατά το εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση άρθρο 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, δεν απαιτείται η αναιρεσείουσα, με τις μερικότερες ομοειδείς πράξεις της να απέβλεπε και να επιδίωξε με τις μερικότερες πράξεις της το συνολικό αποτέλεσμα της άνω ζημίας, όπως απαιτείται στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται το άρθρο 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953 αλλά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπου πρέπει ο δράστης ν' αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στην συνολική ζημία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικεστέρου νόμου, αφού στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3η Ιουνίου 1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953 (και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ) και ορθά δεν μετετράπη η κατηγορία σε πλημμεληματική, αφού ορθά υπολογίστηκε από το δικαστήριο η συνολική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας και όχι κάθε μερικότερη βλάβη των επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρα 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ) είναι απορριπτέοι. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-3-2013 (υπ' αριθ. 2014/14-3-2013) αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως της Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., κατά της 2596/2012 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των 250 ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ