Αριθμός 923/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Γκιουλιστάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων : 1)Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., και 2)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4196/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 2-11-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις …/Δ/20.7.2022 και …/Δ/20.7.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά Ν. Ν., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 14.5.2019 και μετά από ματαίωση και επαναφορά προς νέα συζήτηση με την κρινόμενη από 22.3.2022 κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους, ακριβούς αντιγράφου της εν λόγω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Βασίλειο Σαξώνη, ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015). Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες. (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2). Κατά το άρθρο πρώτο παρ.1 του ν.2688/1999, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΩΣ", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν.1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε", η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας, με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό και τον κ.ν.2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν.2414/1996 καθώς και του α.ν.1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπόμενη ήδη από τη διάταξη του άρθρου 680 παρ.3 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007, ΑΠ 378/2012). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά τη συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς τη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ.1 του ν.1876/1990). Κατά τη συσχέτιση όμως περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του ν.1876/1990 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (ΑΚ άρθρο 2). Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για τη συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους κανονισμούς εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του ν.δ.3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμών εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ.3789/1957. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των κανονισμών εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (ΟλΑΠ 5/2011). Περαιτέρω, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα άδειας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, ρυθμιστικό καθεστώς του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν.539/1945. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 αυτού, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης, ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του, ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση αποδοχές, για δε τους αμειβόμενους κατ` αποκοπή ή με άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, οι αποδοχές άδειας εξευρίσκονται με τον πολλαπλασιασμό του μέσου όρου των ημερησίων αποδοχών του διαστήματος από τη λήξη της άδειας του προηγουμένου έτους μέχρι την έναρξη της νέας άδειας, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών που περιλαμβάνονται στην άδειά τους. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ). Οι ρυθμίσεις του α.ν.539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας. Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζομένου, που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το "επίδομα άδειας", το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών άδειας, με τον περιορισμό ότι αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15θημέρου για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά ή κατ` άλλον τρόπο, και καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές άδειας. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν.3248/1955, με αριθμό 95/1949, Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν.133/1975 από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν.435/1976, 1 παρ.2 του ν.1082/1980 και 3 της 19040/1981 υπουργικής απόφασης "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Δεν αποτελούν, όμως, βάση υπολογισμού αποδοχές που οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτες υπερωρίες, έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τακτικές. Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγουμένου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης άδειας μέχρι την έναρξη της νέας άδειας (Ολ. ΑΠ 16/2015, ΑΠ 378/2012). Περαιτέρω, με την 45058/7/1971 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β` 579/22-7-1971), εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με τον προσαρτημένο σε αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόνους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμου και έκτακτου), που συνδέεται με τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς (και ήδη την αναιρεσείουσα Ο.Λ.Π. Α.Ε) πάντοτε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1 και 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (άρθρο 1 παρ. 1). Ο κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του ν.δ.3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια. Με τον εν λόγω κανονισμό ορίζονται ειδικότερα, σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας του ως άνω προσωπικού, σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών (ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ), τα ακόλουθα: 1) Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.1β`, οι αποδοχές άδειας του εργατικού προσωπικού ισούνται προς το γινόμενο των ημερών άδειας, που δικαιούται κάθε μισθωτός, επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται με την παρ.1 εδ.δ` του ίδιου άρθρου, ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας των μονίμων εργατών λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της άδειας τρίμηνο και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων, το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για την απασχόληση αυτή. Κατά τις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου του κανονισμού, με τις αποδοχές της κανονικής άδειας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερο επίδομα άδειας, ειδικά δε για τους εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος άλλοτε μεν με ημερομίσθιο άλλοτε δε επί αποδόσει και εφόσον δεν καθίσταται δυνατή η εξεύρεση του μέσου όρου ημερομισθίου χωριστά για καθένα εξ αυτών, οι καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές άδειας προσαυξάνονται κατά ποσοστό 20% (το οποίο ακολούθως αυξήθηκε σε 25%). Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται, κατά την ως άνω διάταξη της παρ.1 εδ.δ` του άρθρου 35, η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της άδειας τρίμηνο. Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών άδειας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω απόδοσης (για τους εργαζομένους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτό αποδοχές άδειας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό ήδη 25%. 2) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ) εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος άδειας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ.1 του κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησής τους, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ.1 του κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ.1), είναι δε αυτές: α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κλπ, β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις των λοιπών εν γένει εμπορευμάτων επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το άρθρο 20 του κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (άρθρο 27) και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του άρθρου 12 παρ.1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ.1. Εξάλλου, με το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού προβλέπονται οι καθοριζόμενες σε αυτό έκτακτες αμοιβές για την "επί ημερομισθίω" εργασία, ενώ με τα άρθρα 28 και 29 αυτού προβλέπονται οι καθοριζόμενες εκεί πρόσθετες και έκτακτες αμοιβές για την "επί αποδόσει" εργασία. Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ.1 του ίδιου κανονισμού, το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο", που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος, λόγω έλλειψης εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ.1 εδ. γ`, μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί, δηλαδή, το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες, ενώ κατά το άρθρο 31 παρ.1, σε περιπτώσεις ματαίωσης προγραμματισμένης εργασίας, καταβάλλεται το βασικό ημερομίσθιο. Με τα άρθρα τέταρτο παρ. 3 και πέμπτο εδ. τελευταίο του ν.2688/1999, ο ως άνω κανονισμός εργασίας διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά τη μετατροπή του ΟΛΠ σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών- Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β` 390/26.2.2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς, στο πλαίσιο και κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων τέταρτου, δωδέκατου και δέκατου τρίτου του ως άνω ν.2688/1999, Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατά το άρθρο 83 αυτού) για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σε αυτήν. Σύμφωνα με αυτόν, το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (άρθρο 5 παρ. 1α, 2, 4α), δικαιούται ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος άδειας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται, δηλαδή, παραπομπή στον α.ν.539/1945), σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του άρθρου 55 παρ.1 του παρόντος κανονισμού (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 713/2021, ΑΠ 557/2020, ΑΠ 247/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2022, Ολ.ΑΠ 10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ , επισκοπούμενα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 23.5.2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εξέθεσαν ότι απασχολούνται, από τις 24.4.1989 ο πρώτος και από 18.7.1988 ο δεύτερος, ως λιμενεργάτες, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε", η οποία μέχρι τις 2.5.1999 αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς" και έκτοτε μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, υποκατασταθείσα σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ο.Λ.Π. Ότι οι όροι εργασίας, οι αμοιβές, οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών τους ρυθμίζονται από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς. (από την 1.3.2004 ισχύει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της .Ο.Λ.Π. ΑΕ) και οι ειδικότεροι όροι εργασίας τους ρυθμίζονται με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΕΣΣΕ), υπογραφομένων μεταξύ των εκπροσώπων της εναγομένης και της Ένωσης Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ. Ότι, ως λιμενεργάτες, εκτελούν στο λιμάνι του Πειραιά κάθε λιμενεργατική δραστηριότητα, που σχετίζεται με τη φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων, η κύρια δε απασχόλησή τους είναι στις γερανογέφυρες κατά ποσοστό 75- 80%. Ότι ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν.539/1945, όπως ισχύει, και του ν.4504/1966, οι αποδοχές και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές του μισθωτού, δηλαδή με το ημερομίσθιο και κάθε άλλη παροχή που καταβάλλεται τακτικά και σταθερά από τον εργοδότη, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας του. Με βάση τα ανωτέρω, παραθέτοντας αριθμητικά τις καταβληθείσες στον καθένα μηνιαίες αποδοχές, κατά τα αναφερόμενα επιμέρους χρονικά διαστήματα, διαιρούν αυτές (άθροισμα αποδοχών προηγουμένου τριμήνου) δια του αντιστοιχούντος σε μήνες αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες απασχόλησης του μισθωτού κατά το τελευταίο τρίμηνο (ο οποίος είναι 3 ή δεκαδικός μικρότερος του 3) και το προκύπτον πηλίκο δια του αριθμού 25 και εξευρίσκουν έτσι το μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του τελευταίου τριμήνου, καθόσον δε αφορά το επίδομα άδειας του τελευταίου δωδεκαμήνου, διαιρούν αυτές (άθροισμα αποδοχών δωδεκαμήνου) δια του αντιστοιχούντος σε μήνες αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες απασχόλησης του μισθωτού κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο και το προκύπτον πηλίκο δια του αριθμού 25 και εξευρίσκουν έτσι το μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του τελευταίου δωδεκαμήνου. Με βάση δε το πηλίκο αυτό, πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό των ημερών άδειας μετ` αποδοχών που δικαιούται καθένας των εναγόντων κατά τις οικείες ΕΣΣΕ για την εύρεση των αποδοχών άδειας και επί 13 ημερών για την εύρεση του επιδόματος άδειας και μετά από αφαίρεση των ποσών που έλαβαν για τις αιτίες αυτές, ζήτησαν την επιδίκαση διαφορών αποδοχών άδειας καθώς και επιδόματος άδειας του χρονικού διαστήματος από 2001 έως και 2005, (του πρώτου κατ` επίκληση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας α.ν.539/1945 και ν.4504/1966) ανερχομένων στα συνολικά ποσά των 41.000,14 ευρώ και 41.178,48 ευρώ, αντίστοιχα για καθένα, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 5370/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ένστασης καταχρηστικής άσκησης. Στη συνέχεια, επί ασκηθείσας κατ` αυτής έφεσης των εναγόντων, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την 1130/2013 απόφασή του δέχθηκε αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και το μεν κεφάλαιο καταβολής διαφορών αποδοχών αδείας απέρριψε ως μη νόμιμο λόγω του ότι οι ενάγοντες κατά τον προσδιορισμό του εν λόγω κονδυλίου ζήτησαν την επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του άρθρου 3 του α.ν.539/1945 και της διάταξης του άρθρου 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, το δε δεύτερο κονδύλιο των διαφορών του επιδόματος αδείας του οποίου την καταβολή αξίωναν κατά τις διατάξεις του α.ν.539/1945 του χρονικού διαστήματος 2001- 2005 έκρινε νόμιμο και εν μέρει βάσιμο κατ' ουσίαν. Κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του κεφαλαίου αυτού, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "...1. Οι ενάγοντες, που είναι και οι δύο έγγαμοι με δυο τέκνα ο καθένας, προσλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "Ο. Λ. Π. Α..Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σύμφωνα με τον Α.Ν. 1559/1950, μετατραπέν από 2-5-1999 με το Ν. 2688/1999 σε ΝΠΙΔ με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας), την 24-4-1989 ο πρώτος και την 18-7-1988 ο δεύτερος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν στην εναγομένη με την ειδικότητα του λιμενεργάτη. Αντικείμενο, δηλαδή, της εργασίας τους ήταν η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας, η οποία σχετίζεται με τη φορτοεκφόρτωση διάφορων εμπορευμάτων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς. Οι όροι εργασίας των εναγόντων διέπονται από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με τον οποίο γίνεται παραπομπή και στις διατάξεις της γενικής εργατικής νομοθεσίας ως προς τις δικαιούμενες από τους εργαζομένους αποδοχές και επιδόματα αδείας) και από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίζονταν μεταξύ του ΟΛΠ και του σωματείου των εργαζομένων με την επωνυμία "Ένωση Μονίμων και Δοκίμων Λιμενεργατών ΟΛΠ". Ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες ανάγκες οι ενάγοντες κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρίας σε διάφορες βάρδιες και απασχολούνταν με όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση είτε με σταθερό ημερομίσθιο και, ανάλογα με την εργασία που παρείχαν, καταβάλλονταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ, σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονταν επιπλέον του ελάχιστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο, δηλαδή από 1-1-2001 έως 31-12-2005, όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας. Σημειώνεται, ότι η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και καταβάλλεται στους εργαζόμενους της εναγομένης εταιρίας τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας και, συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην νομική σκέψη στην παράγραφο III β της παρούσας, διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλαδή του Α.Ν 539/1945 και του Ν. 4504/1966). Ειδικότερα, όμως, το επίδομα αδείας που ελάμβαναν οι ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο δεν διαμορφωνόταν με βάση το ημερομίσθιο που προέκυπτε από την πραγματική απόδοση και καταβαλλόταν σ' αυτούς κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην ίδια ως άνω νομική σκέψη της παρούσας, αλλά με βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας, προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ. Ο τρόπος, όμως, αυτός υπολογισμού του επιδόματος αδείας σε ποσά κατώτερα από εκείνα, που αναλογούσαν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη αδείας δωδεκάμηνο, είναι βλαπτικός γι' αυτούς (ενάγοντες), οι οποίοι δικαιούνται να αξιώσουν τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας, σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας (δηλαδή του άρθρου 3 παρ.16 νν.4504/1966 και |του άρθρου 3 Α.Ν. 539/1945), κατά τις οποίες το επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με τη διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμο αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της αδείας δωδεκάμηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα) δια του αριθμού 12, ενώ οι διατάξεις αυτές, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, υπερισχύουν, με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για τους εργαζόμενους διατάξεις των σχετικών κανονισμών εργασίας ή των οικείων ΕΣΣΕ, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην παράγραφο III Α της παρούσας. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο εν λόγω Κανονισμός Εργασίας υπερισχύει των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ως ειδικότερος και μεταγενέστερος, αλλά και ως ευνοϊκότερος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αφενός ο Κανονισμός αυτός δεν είναι της ίδιας ιεραρχικής βαθμίδας με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ώστε, ως νεότερος και ειδικότερος, να αποκλείει την εφαρμογή αυτών, και αφετέρου δεν έχει ευνοϊκότερα αποτελέσματα για τους εργαζόμενους ως προς τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας, γιατί, κατ' αυτόν (Κανονισμό), ως βάση υπολογισμού του εν λόγω επιδόματος είναι μόνο το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τις προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως ή από άλλες προβλεπόμενες προσαυξήσεις σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην παράγραφο IIIΒ της παρούσας. 2. Περαιτέρω η εναγόμενη εταιρία Ο.Λ.Π. Α.Ε πρόβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό (ένσταση), ότι η ανωτέρω αγωγή έχει ασκηθεί καταχρηστικώς, γιατί: α) οι ενάγοντες, ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους επί πολλά έτη δέχονταν χωρίς αμφισβήτηση ή επιφύλαξη, τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας, όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ΕΣΣΕ, β) μετά από παρέλευση τόσο μακρού χρόνου δημιουργήθηκε σ' αυτήν πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να ασκήσουν την επίδικη αξίωση (για διαφορετικό τρόπο υπολογισμού του επιδόματος αδείας), καθόσον σε όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα των 18 ετών χορηγούσε στους λιμενεργάτες, άρα και στους ενάγοντες, παροχές που υπερκάλυπταν την ελάχιστη προστασία του κρατικού νομοθέτη, όπως άδεια 35 ημερών και προσαύξηση 25% στις αποδοχές αδείας και γ) ενδεχόμενη ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων θα προξενήσει τεράστια ζημία σ' αυτήν, ενόψει του γεγονότος ότι ήδη 486 λιμενεργάτες έχουν ασκήσει παρόμοιες αγωγές κατά της εναγομένης και πρόκειται ν' ακολουθήσουν και άλλοι συνάδελφοί του.... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των εναγόντων (που αφορά τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο που προκύπτει από την απόδοσή τους κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την λήψη της αδείας) δεν είναι καταχρηστική, καθόσον η επί πολλά έτη καταβολή σ' αυτούς (και τους λοιπούς εργαζομένους της εναγομένης εταιρίας) επιδόματος αδείας κατωτέρων από τις πράγματι οφειλόμενες και η πρόβλεψη του ως άνω (βλαπτικού για τους ίδιους) τρόπου υπολογισμού αυτών με τις αντίστοιχες ΕΣΣΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή απ' αυτούς του παραπάνω υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της πρόθεσής τους προς δικαστική επιδίωξη των σχετικών απαιτήσεών τους. Ούτε, βέβαια, είναι δυνατόν η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της εναγόμενης ΟΛΠ Α.Ε ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο μέλλον και δη κατά την επίδικη περίοδο από 1-1-2001 έως 31-12-2005, ενόψει και του ότι η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά την μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των ως άνω παροχών ήδη από το έτος 1994, αλλά αποκρούσθηκε από την εναγομένη, με την οποία βρίσκονταν έκτοτε διαρκώς σε σχετικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος. Σχετικά δε, με τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που πρόκειται να υποστεί η εναγομένη από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρομοίων, ανεξάρτητα από την έκταση της ζημίας που επικαλείται, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να δεχθεί τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού του επιδόματος αδείας των εναγόντων (καθώς και των λοιπών λιμενεργατών) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτή να επικαλείται την ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά των εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στην οφειλέτρια εναγομένη εταιρία (και δη στους ασκούντες την διοίκηση αυτής) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης εταιρίας περί καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος των εναγόντων, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (και δη του άρθρου 281 ΑΚ), καθώς και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού (πρώτου) λόγου της έφεσης των εναγόντων. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η υπό κρίση έφεση των εναγόντων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, ακολούθως, να διακρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί η ως άνω αγωγή τους, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθισταμένου τούτου αρμοδίου να ερευνήσει, προς οριστική διάγνωση της διαφοράς, όλα τα ζητήματα που τέθηκαν πρωτοδίκως, αφού δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή... 3. Τέλος, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 1 παρ. 1,2 παρ. 1,2 και 3, 3 παρ. 1, 2, 3 και 8 του Α.Ν. 539/1945 και 1 του Ν. 1346/1983, το επίδομα αδείας όπως προαναφέρθηκε, είναι ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών, με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμο αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας δωδεκάμηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα) δια του αριθμού 12 (και ακολούθως δια 25), και όχι με τη διαίρεση δια αριθμού (μικρότερου του 12), που προκύπτει από τις ημέρες πραγματικής απασχόλησης εκάστου ενάγοντος εντός του χρονικού διαστήματος του ως άνω δωδεκαμήνου, όπως αβασίμως αυτοί ισχυρίζονται... Επίσης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005, κατά το οποίο οι ενάγοντες δικαιούνταν να λάβουν κανονική άδεια, δεν προέκυψε ότι στο μηνιαίο σύνολο των αποδοχών τους περιλαμβάνονται και ποσά, που αντιστοιχούν σε παράνομες υπερωρίες, έξοδα κινήσεως και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, τα οποία δεν συνυπολογίζονται στην εξεύρεση των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας.... Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες με βάση τις κατωτέρω αναφερόμενες πλήρεις μηνιαίες αποδοχές τους του τελευταίου δωδεκαμήνου (όπως το ύψος αυτών προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους ίδιους καταστάσεις πληρωμής, αλλά και δεν αμφισβητείται από την εναγομένη) δικαιούνται να λάβουν για διαφορές επιδόματος αδείας κατά τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, και 2005 τα ακόλουθα ποσά : I. Ο πρώτος των εναγόντων Ν. Κ. δικαιούται να λάβει: Α) Κατά το έτος 2001 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [743.259 δρχ. τον Ιούλιο 2000 + 1.573.231 δρχ. τον Αύγουστο 2000 + 1.128.981 δρχ. το Σεπτέμβριο 2000 + 1.080.065 δρχ. τον Οκτώβριο 2000 + 1.179.723 δρχ. τον Νοέμβριο 2000 + 1.196.905 δρχ. το Δεκέμβριο 2000 +1.001.528 δρχ. τον Ιανουάριο 2001 + 994.456 δρχ. το Φεβρουάριο 2001 + 878.431 δρχ. το Μάρτιο 2001 + 1.233.991 δρχ. τον Απρίλιο 2001 + 1.004.451 δρχ. το Μάϊο 2001 + 768.350 δρχ. τον Ιούνιο 2001 ίσον 12.783.371 δραχμές ή 37.515,39 ευρώ : 12 μήνες ίσον 3.126,28 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μηνου : 25 ημέρες ίσον 125,05 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 1.625,67 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 518, 29 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 1.107,37 ευρώ. Β) Κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή, το ποσό των [1.082.080 δρχ. τον Ιούλιο 2001 + 1.571.935 δρχ. τον Αύγουστο 2001 + 1.164.272 δρχ. το Σεπτέμβριο 2001 + 1.110.901 δρχ. τον Οκτώβριο 2001+ 1.398.510 δρχ. το Νοέμβριο 2001 +1.648.893 δρχ. το Δεκέμβριο 2001 + 4.479,22 ευρώ τον Ιανουάριο 2002+ 3.087,09 ευρώ το Φεβρουάριο 2002 + 3.073,61 το Μάρτιο 2002 + 4.933,63 ευρώ τον Απρίλιο 2002 + 5.248, 30 ευρώ το Μάϊο 2002 + 3.835,31 ευρώ τον Ιούνιο 2002, ήτοι συνολικά 48.066,07 ευρώ : 12 μήνες ίσον 4.005,50 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25ημέρες ίσον 160,22 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημ.] 2.082,86 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 544,61 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 1.538,25 ευρώ Γ) Κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [5.198,22 ευρώ τον Ιούλιο 2002 + 3.386,33 ευρώ τον Αύγουστο 2002 + 4.194,05 το Σεπτέμβριο 2002 + 5.236,82 ευρώ τον Οκτώβριο 2002+ 5.236,68 ευρώ το Νοέμβριο 2002+ 4.890,19 ευρώ το Δεκέμβριο 2002 + 4.896,98 ευρώ τον Ιανουάριο 2003 + 4.297,54 ευρώ το Φεβρουάριο 2003 + 4.882,46 ευρώ το Μάρτιο 2003 + 4.734,49 ευρώ τον Απρίλιο 2003 + 6.533,87 ευρώ το Μάϊο 2003 + 6.307,16 ευρώ τον Ιούνιο 2003 ίσον 59.794,79 ευρώ : 12 μήνες ίσον 4.982,89 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 199,31 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 2.591, 10 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 573, 12 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 2.017,98 ευρώ Δ) Κατά το έτος 2004 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [3.682,84 ευρώ τον Ιούλιο 2003 + 7.183, 25 ευρώ τον Αύγουστο 2003 + 6.196,49 ευρώ το Σεπτέμβριο 2003 + 6.462,89 ευρώ τον Οκτώβριο 2003 + 9.418,25 ευρώ το Νοέμβριο 2003 + 5.454,81 ευρώ το Δεκέμβριο 2003 + 6.741,77 ευρώ τον Ιανουάριο 4004 + 5.842,87 ευρώ το Φεβρουάριο 2004 + 7.881,89 το Μάρτιο 2004 + 6.243,78 ευρώ τον Απρίλιο 2004 + 6.395,42 ευρώ το Μάϊο 2004 + 3.577,53 ευρώ τον Ιούνιο 2004 ίσον 75.081,79 ευρώ : 12 μήνες ίσον 6.256,80 ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 250,27 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 3.253,54 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 614,27 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 2.639,27 ευρώ Ε) Κατά το έτος 2005 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [7.003,92 ευρώ τον Ιούλιο 2004 + 4.859,24 ευρώ τον Αύγουστο 2004 + 4.130,28 το Σεπτέμβριο 2004 + 6.414,47 ευρώ τον Οκτώβριο 2004 + 6.408,35 ευρώ τον Νοέμβριο 2004 + 6.719,17 ευρώ το Δεκέμβριο 2004 + 7.496,67 ευρώ τον Ιανουάριο 2005 + 6.639,33 ευρώ τον Φεβρουάριο 2005 + 7.763,37 το Μάρτιο 2005 + 6.515,04 ευρώ τον Απρίλιο 2005 + 4.811,81 ευρώ το Μάϊο 2005 + 2.510,61 ευρώ τον Ιούνιο 2005 ίσον 71.272,26 ευρώ : 12 μήνες ίσον 5.939,35 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 237,57 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 3.088,46 ευρώ αντί του οποίου έλαβε 663,72 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 2.424,74 ευρώ. II. Ο δεύτερος των εναγόντων Α. Κ. : Α) Κατά το έτος 2001 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των[ 1.017,031 δρχ. τον Ιούλιο 2000 + 768.252 δρχ. τον Αύγουστο 2000 + 802.389 δρχ. το Σεπτέμβριο 2000 + 939.799 δρχ. τον Οκτώβριο 2000 + 865.624 δρχ. το Νοέμβριο 2000 + 523.774 δρχ. το Δεκέμβριο 2000 + 982.024 δρχ τον Ιανουάριο 2001 + 821.810 δρχ. το Φεβρουάριο 2001 + 662.288 δρχ. το Μάρτιο 2001 + 973.624 δρχ. τον Απρίλιο 2001 + 890.030 δρχ. το Μάϊο 2001 + 746.483 δρχ. τον Ιούνιο 2001 ίσον 9.993.128 δρχ. ή 29.326,86 ευρώ : 12 μήνες ίσον 2.443,90 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 97,75 ευρώ το ημερομίσθιο Χ13 ημέρες] 1.270,83 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 501, 64 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 769,19 ευρώ Β) Κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [501.797 δρχ. τον Ιούλιο 2001 + 1.068.947 δρχ. τον Αύγουστου 2001 + 1.197.653 δρχ. το Σεπτέμβριο 2001 + 1.150.185 δρχ. τον Οκτώβριο 2001 + 1.292.939 δρχ. το Νοέμβριο 2001 + 1.541.796 δρχ. το Δεκέμβριο 2001+ 4.352,53 ευρώ τον Ιανουάριο 2002 + 3.539,47 ευρώ το Φεβρουάριο 2002 + 3.431,44 ευρώ το Μάρτιο 2002 + 4.781,01 ευρώ τον Απρίλιο 2002 + 4.199,38 ευρώ το Μάϊο 2002 + 4.549,29 ευρώ τον Ιούνιο 2002, ήτοι συνολικά 44.672,08 ευρώ : 12 μήνες ίσον 3.722,67 ευρώ ο μέσος όρος του τελευταίου 12μήνου αποδοχών : 25ημέρες ίσον 148,90 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 1.935,79 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 544,61 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 1.391,18. Γ) Κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [2.002,57 ευρώ τον Ιούλιο 2002 + 5.106,96 ευρώ τον Αύγουστο 2002 + 3.254,30 ευρώ το Σεπτέμβριο 2002 + 369,53 ευρώ τον Οκτώβριο 2002 + 5.690,33 ευρώ το Νοέμβριο 2002 + 6.599,19 ευρώ το Δεκέμβριο 2002 + 5.633,34 ευρώ τον Ιανουάριο 2003 + 5.199,75 ευρώ το Φεβρουάριο 2003 + 4.032,26 ευρώ το Μάρτιο 2003 + 5.696,25 ευρώ τον Απρίλιο 2003 + 6.619,38 ευρώ το Μάϊο 2003 + 6.532,08 ευρώ τον Ιούνιο 2003 ίσον 56.735,94 ευρώ: 12 μήνες ίσον 4.727,99 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 189,11 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες] 2.458,55 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 590,48 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 1.868,07 ευρώ Δ) Κατά το έτος 2004 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των [ 3.649,63 τον Ιούλιο 2003 + 7.919,45 ευρώ τον Αύγουστο+ 6.568,87 το Σεπτέμβριο 2003 + 6.397,01 τον Οκτώβριο 2003 + 5.878,29 το Νοέμβριο 2003 + 7.185,09 το Δεκέμβριο 2003 + 5.322,99 ευρώ τον Ιανουάριο 2004 + 7.512,55 ευρώ το Φεβρουάριο 2004 + 7.382,09 το Μάρτιο + 7.315,44 ευρώ τον Απρίλιο 2004 + 7.714,43 ευρώ το Μάιο 2004 + 7.426,27 ευρώ τον Ιούνιο 2004 ίσον 80.272,11 ευρώ : 12 μήνες ίσον 6.689,34ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 267,57 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες ] 3.478,45 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 614,27 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 2.864,18 ευρώ Ε) Κατά το έτος 2005 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό [ 5.425,18 ευρώ τον Ιούλιο 2004 + 5.873,53 ευρώ τον Αύγουστο 2004 + 6.433,27 ευρώ το Σεπτέμβριο 2004 + 6.604,58 ευρώ τον Οκτώβριο 2004 + 2.992,91 ευρώ το Νοέμβριο 2004 + 7.250,55 ευρώ το Δεκέμβριο 2004 + 8.446,35 ευρώ τον Ιανουάριο 2005 + 7.541, 32 ευρώ το Φεβρουάριο 2005 + 8.524,47 ευρώ το Μάρτιο 2005 + 6.076,12 ευρώ τον Απρίλιο 2005 + 5.511,68 ευρώ το Μάϊο 2005 + 2.072,98 ευρώ τον Ιούνιο 2005 ίσον 72.752,94 ευρώ : 12 μήνες ίσον 6.062,74 ευρώ ο μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου 12μήνου : 25 ημέρες ίσον 242,50 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες ] 3.152,62 ευρώ, αντί του οποίου έλαβε 663,72 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 2.488,90 ευρώ. Περαιτέρω, η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων για τα έτη 2001, 2002 και 2003. Όμως, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974 " περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ " και 31 παρ. 3 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης του ΟΛΠ διετής παραγραφή έχει διακοπεί με την άσκηση προγενέστερων αγωγών των εναγόντων για τα έτη αυτού, από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή, όπως αναλυτικά αναφέρουν, κατά το χρόνο που οι ανωτέρω αγωγές ήταν εκκρεμείς, χωρίς να επέλθει παραγραφή εν επιδικία και συνεπώς η ένσταση παραγραφής πρέπει να απορριφθεί, κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσία, της προβληθείσας νομίμως αντένστασης των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής. VI. Σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση - όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) - πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 416 ΑΚ ένσταση της καταβολής (εξόφλησης) ποσών που γίνεται για την απόσβεση αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές εργαζομένων, για να είναι σαφής και ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία της καταβολής τους. Διαφορετικά η ένσταση αυτή, έστω και αν αναφέρεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, είναι αόριστη... Στην προκειμένη περίπτωση, η προβληθείσα πρωτοδίκως από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης δια καταβολής των επιδίκων αξιώσεων, που αφορούν διαφορές για αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας του έτους 2003, είναι απαράδεκτη ως αόριστη και συνακόλουθα απορριπτέα. Και τούτο, γιατί η εναγομένη ισχυρίζεται ότι εξόφλησε τις ένδικες, περισσότερες της μίας, αξιώσεις για το έτος 2003 και ότι αυτό προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής που προσκομίζει, πλην όμως αναφέρει απλώς το συνολικό ποσό που κατέβαλε σε έκαστο ενάγοντα, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα το ποσό που καταβλήθηκε για κάθε αιτία, δηλαδή για κάθε μία από τις απαιτήσεις αυτών (αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας). Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρία να καταβάλει στους ενάγοντες στον πρώτο από αυτούς 9.727,60 ευρώ και στο δεύτερο 9.381,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Ειδικά ως προς το επίδομα (και τις αποδοχές) αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθ. 4 § 1 ΑΝ 539/1945, 3 § 16 Ν. 4504/1966 και 1 § 3 Ν. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής , που είναι η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως ...". Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τον υπολογισμό του επιδόματος αδείας των αναιρεσιβλήτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, των άρθρων 3 παρ.1 και 3 του α.ν.539/1945, 3 παρ.16 ν.4504/1966, 1 και 2 του ν.1346/1983, 648, 653, 666, 679 ΑΚ, 2 της κυρωθείσας με το ν.133/1975 από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 ν.435/1976 και 1 παρ.2 ν.1082/1980, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού της αναιρεσείουσας (άρθρ.35 παρ.1) που δεν ήταν εφαρμοστέες. Τούτο καθόσον, ακολουθώντας την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών δέχθηκε ότι ο υπολογισμός του επιδόματος αδείας των αναιρεσιβλήτων, κατά τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο που προέκυπτε από το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου δωδεκάμηνου (από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους μέχρι την έναρξη της νέας άδειας) οι οποίες ως μια ενότητα ενέπιπταν στο σύνολό τους στην έννοια των συνήθων (τακτικών) αποδοχών ήταν ευνοϊκότερος για τους ενάγοντες έναντι του υπολογισμού κατά τις επιταγές του άρθρου 35 του Κανονισμού με βάση το "βασικό ημερομίσθιο" της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά τα οριζόμενα από τον Κανονισμό και τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, προσαυξημένο κατά 25% και πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό 13 ημερών όπως υπολόγιζε και κατέβαλε σ` αυτούς η αναιρεσείουσα. Στη συνέχεια, των παραδοχών αυτών κατέληξε στην ευνοϊκότερη ρύθμιση για τους αναιρεσίβλητους, δηλαδή αυτή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας με βάση τις οποίες επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τις προκύπτουσες- οφειλόμενες διαφορές για επίδομα αδείας, αφού αφαίρεσε από τα ποσά που εξήγαγε κατά τον υπολογισμό κατά τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας τα καταβληθέντα (μικρότερα ποσά) που είχε καταβάλει σ` αυτούς η αναιρεσείουσα με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού της. Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, με τους οποίους προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠλοΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα το Εφετείο προέβη α) σε επιλεκτική εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και των διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας ΟΛΠ, β) επικουρικώς, εφάρμοσε τις διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας ενώ αυτές δεν ήταν εφαρμοστές, καθόσον οι διατάξεις του Κανονισμού είναι ευνοϊκότερες και γ) επικουρικώς, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της νομικής έννοιας των "συνήθων αποδοχών" του άρθρου 3 παρ.1 του α.ν.539/1945, υπολόγισε το επίδομα άδειας του επίδικου χρονικού διαστήματος των αναιρεσιβλήτων, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδοχών τους κατά το τελευταίο πριν από τη λήξη της άδειας 12μηνο, ενώ όφειλε να λάβει υπόψη τις πάσης φύσεως αποδοχές, τις οποίες θα λάμβαναν οι αναιρεσίβλητοι κατά το συγκεκριμένο διάστημα εκάστης άδειας, αν εργάζονταν και μόνο κατ' αυτό, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται αφού ελλείπει σχετικό αίτημα λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.11.2016 και με αριθμό κατάθεσης 857/78/2.12.2016 αίτηση για αναίρεση της 1130/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ