Αριθμός 1238/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Η.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Βάγια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1)Κ./νου Θ. του Α., (σύνολο 119), εκ των οποίων οι με α/α αναιρεσίβλητων:8, 9, 10, 14, 15, 16, 17, 18, 21, 22, 23, 24, 27, 28, 32, 34, 36, 39, 41, 42, 43, 45, 46, 47, 50, 53, 54, 55, 61, 62, 63, 64, 67, 69, 70, 71, 72, 73, 75, 76, 77, 79, 81, 83, 85, 86, 87, 88, 89, 94, 96, 97, 98, 99, 100, 104, 105, 106, 109, 110, 115, 116, 117, παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 596/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 312/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης, ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεση της ήδη αποχωρήσας Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 ως 3, 568 παρ. 1, 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ` αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 477/2019, 52/2019, 1753/2017, 242/2015). Αν απολείπεται άλλος διάδικος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκείνος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση και, εφόσον συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, συζητείται η υπόθεση σα να ήταν παρών. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας (ΑΠ 446/2020, 404/2017, 643/2015, 97/2015), ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 613/2020, 1297/2019, 1978/2017, 404/2017) και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην ... Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η κλήτευση του αναιρεσίβλητου, για την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος δικάσιμο, απαιτείται να λάβει χώρα η επίδοση προς αυτόν και αντιγράφου του κατατεθέντος δικογράφου της αναίρεσης (ΑΠ 837/2014, 815/2008, 873/2006). Αν τη συζήτηση την επισπεύδει αναιρεσίβλητος και όχι ο αναιρεσείων, δεν απαιτείται μεν η επίδοση στον τελευταίο αντιγράφου του αναιρετηρίου, την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων κατέθεσε και γνωρίζει (ΑΠ 634/2017, 837/2014, 773/2001). Εάν όμως οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδει ένας από αυτούς ή άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα, τότε είναι υποχρεωτική η επίδοση του αναιρετηρίου με κλήση προς συζήτηση προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αλλιώς η κλήτευσή τους δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 578/2016, 837/2014, 773/2001), εκτός εάν προκύπτει ότι έχει ήδη επιδοθεί το αναιρετήριο, οπότε αρκεί η επίδοση μόνο της κλήσης, τις δε επιδόσεις και κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 105/2021, 837/2014, 181/2013, 190/2013, 842/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Για τη συζήτηση της υπό κρίση από 3-2-2015 αίτησης για αναίρεση της 312/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Χαλκίδας, ορίστηκε δικάσιμος η 1-3-2016, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής. Ήδη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, φέρεται προς συζήτηση στην αρχή της απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο με την από 3-9-2021 κλήση του Π. Τ. του Θ., 67ου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οι εκ των αναιρεσιβλήτων 8, 9, 10, 14, 15, 16, 17, 18, 21, 22, 23, 24, 27, 28, 32, 34, 36, 39, 41, 42, 43, 45, 46, 47, 50, 53, 54, 55, 61, 62, 63, 64, 67, 69, 70, 71, 72, 73, 75, 76, 77, 79, 81, 83, 85, 86, 87, 88, 89, 94, 96, 97, 98, 99, 100, 104, 105, 106, 109, 110, 115, 116, 117 παρέστησαν δια δηλώσεως της πληρεξουσίας τους δικηγόρου κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι εκ των αναιρεσιβλήτων, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 19, 20, 25, 26, 29, 30, 31, 33, 35, 37, 38, 40, 44, 48, 49, 51, 52, 56, 57, 58, 59, 60, 65, 66, 68, 74, 78, 80, 82, 84, 90, 91, 92, 93, 95, 101, 102, 103, 107, 108, 111, 112, 113, 114, 118, 119 δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής τους, κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση της ως άνω κλήσεως και ούτε βέβαια του αναιρετηρίου στους απόντες αναιρεσιβλήτους, η οποία προσαπαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, για τη νόμιμη επίσπευση της συζήτησης της αιτήσεως αναιρέσεως κατ` αυτών. Ειδικότερα ο επισπεύδων τη συζήτηση 67ος των αναιρεσιβλήτων δεν προσκομίζει (ούτε επικαλείται) την απαιτούμενη επίδοση της ως άνω κλήσεως προς συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο των απόντων αναιρεσιβλήτων, ούτε επίδοση προς αυτούς του αναιρετηρίου, ενώ από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τέτοια επίδοση έχει γίνει προς αυτούς κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς τους ως άνω αναφερομένους απόντες αναιρεσιβλήτους και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τους συνδέει με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, που νομίμως παρίστανται και εκπροσωπούνται από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο τους, σύμφωνα με το εδάφιο β` της παραγράφου 3 του άρθρου 576 KΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 (ΑΠ 1681/2018, 195/2014). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297, και 299 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016 και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους. Η παραίτηση αυτή, για την οποίαν αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση (ΑΠ 395/2021, 1172/2019, 619/2019, 416/2019, 404/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία περιέχεται στις από 10-2-2022 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αίτησης και δη την 14-2-2022 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, δήλωσε ότι η εντολέας του παραιτείται από το δεύτερο λόγο της αίτησής του (κατά τη συζήτηση παρέστησαν αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι παραδεκτά με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ). Ενόψει των εκτεθέντων, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή θεωρείται αναδρομικά ότι δεν προβλήθηκε ο αναιρετικός ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, για τον οποίον έγινε η παραίτηση. Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης. Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο (ΑΠ 1238/2020, 648/2020, 869/2019, 337/2018, 52/1994, 2/1992). Σε περίπτωση παραβάσεως από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για καταβολή της παροχής, που συμφωνήθηκε με τον πιο πάνω τρόπο, γεννιέται, βάσει του άρθρου 648 Α.Κ ευθεία αξίωση για απόληψή της από την εργασιακή σύμβαση και όχι από άλλη αιτία (ΑΠ 52/1994). Εξάλλου, οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων διέπονται από το σύμπλεγμα διατάξεων που προβλέπονται εκτός άλλων, από: α) την εκάστοτε ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση που συνάπτουν τα μέρη (εργοδότης και σωματείο), κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990, β) τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας του εργοδότη, γ) τα συναφθέντα κατά καιρούς μεταξύ των ιδίων φορέων "πρακτικά συμφωνιών". Κάθε κατηγορία διατάξεων ή απλών ενοχικών συμφωνιών από τις προεκτεθείσες, έχει το δικό της ιδιαίτερο περιεχόμενο και συνεπώς διαφορετικά ερμηνεύεται, αντιμετωπίζεται και εφαρμόζεται στα πλαίσια του ισχύοντος δικαίου. Ειδικότερα η ιδιορρυθμία της Σ.Σ.Ε. ή της διαιτητικής αποφάσεως με τις οποίες καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων διακρίνεται, έναντι των άλλων ως άνω περιπτώσεων, για την "κανονιστική της λειτουργία", με την έννοια ότι οι όροι αυτών επιδρούν άμεσα και αναγκαστικά επί των ατομικών σχέσεων. Κάθε αντίθετη συμφωνία προς το χειρότερο είναι άκυρη, καθώς άκυρη είναι και η παραίτηση του μισθωτού από δικαιώματα που προέρχονται από τις παραπάνω ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι "κανονιστικοί" όροι των Σ.Σ.Ε. αποτελούν κανόνες δικαίου ήτοι νόμους υπό ουσιαστική έννοια. Αντιθέτως τα "πρακτικά συμφωνιών" και γενικά οι απλές συμφωνίες μεταξύ των μερών, στερούνται της "κανονιστικής λειτουργίας" και ισχύουν ως απλές ενοχικές, ενδοτικού δικαίου, συμφωνίες, οι όροι των οποίων δύνανται ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθούν, όχι όμως μονομερώς, παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο που καταρτίστηκαν, (άρθ. 361 ΑΚ), εκτός βέβαια αν οι συμφωνίες αυτές περιεβλήθησαν τον τύπο Σ.Σ.Ε. οπότε διατηρούν και αυτές τον προαναφερθέντα "κανονιστικό" χαρακτήρα τους και εμπίπτουν στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (ΑΠ 395/2021, 773/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: "Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) διατηρεί εργοστάσιο στη ... με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία τσιμέντων, στο οποίο οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) παρέχουν την εργασία τους... (το εργοστάσιο) ανήκε αρχικά στην εταιρεία με την επωνυμία "Τ. ... Α.Ε.", η οποία συγχωνεύτηκε το έτος 2001 με την εναγόμενη εταιρεία δια απορροφήσεώς της από την τελευταία, με αποτέλεσμα να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις της ως άνω προηγούμενης εργοδότριας έναντι των εργαζομένων της επιχείρησης. Οι ενάγοντες εργάζονται στο εργοστάσιο της εναγόμενης στη ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις ειδικότητες και τον χρόνο πρόσληψης εκάστου......... πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη........... Οι ενάγοντες λάμβαναν από το έτος 1984 και εξής, όπως και όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι της εναγόμενης που πληρούσαν την αντίστοιχη προϋπόθεση, το λεγόμενο σπουδαστικό επίδομα. Δηλαδή είτε σπούδαζαν οι ίδιοι, είτε είχαν τέκνα που σπούδαζαν σε ΑΕΙ και ΤΕΙ ελάμβαναν παροχή οικονομικής ενίσχυσης για το λόγο αυτό. Η εν λόγω παροχή χορηγούνταν από την ως άνω συγχωνευθείσα εταιρεία "Τ.. Χ. ΑΕ" ύστερα από έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης εγγραφής του σπουδαστή στο επόμενο έτος, μέσω της προσκόμισης βεβαιώσεων σπουδών, πρακτική που εξακολούθησε να εφαρμόζεται σταθερά και ομοιόμορφα επί μακρό χρονικό διάστημα οικειοθελώς και μονομερώς από την ως άνω εταιρεία και αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων και των τέκνων αυτών που σπούδαζαν σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ειδικότερα με σχετική της ανακοίνωση η συγχωνευθείσα εταιρεία καλούσε τους εργαζόμενους να υποβάλουν βεβαίωση της αντίστοιχης σχολής για να τους χορηγηθεί η εν λόγω οικονομική ενίσχυση (βλ τις από 3.10.85, 29.10.86, 30.10.87, 5.10.88, 16.10.89, 29.01.93, 13.9.94, 27.03.95 ανακοινώσεις της εταιρείας "Τ.. Χ. ΑΕ"), συνεχίσθηκε δε αυτή η πρακτική και μετά τη συντελεσθείσα κατά το έτος 2001 απορρόφηση της προαναφερθείσας εταιρείας από την εναγομένη - διάδοχο αυτής (βλ τις 22.11.2002, 17.9.2003, 9.9.2010, 9.9.2011 ανακοινώσεις). Εξάλλου, από το έτος 2001 και εξής και στο πλαίσιο "ευθυγράμμισης της τακτικής" του Ομίλου της Α. Η. ως προς τα καταβαλλόμενα επιδόματα γενικότερα σε όλες τις εκμεταλλεύσεις του ομίλου επεκτάθηκε το σπουδαστικό επίδομα με καταβολή οικονομικής, ενίσχυσης σε εργαζόμενους γονείς πλέον των σπουδαστών/ φοιτητών και μαθητών - νηπίων, ενώ συμφωνήθηκε με την υπογραφή του από 11.04.01 συμφωνητικού μεταξύ του σωματείου εργαζομένων του εργοστασίου της ... της εναγομένης - διαδόχου εταιρείας και της Διοίκησης αυτής, η θέσπιση κριτηρίων διαφοροποίησης του τρόπου και του ύψους αυτής ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, τον τόπο σπουδών και την επίδοση. Συνυπογράφηκαν δε και άλλα Πρακτικά Συμφωνίας μεταξύ της "Έ. Ε. Τ. ..." και της Διοίκησης της "Τ.. Χ. ΑΕ" αρχικά (βλ 25.5.1999, 3.7.2000 πρακτικά συμφωνίας) και της "Α. Η." στη συνέχεια (βλ. τα από 8.04.02, 17.11.04, 21.11.05, 12.06.07, 13.04.09 πρακτικά συμφωνίας), δυνάμει των οποίων οριζόταν το ύψος των ως άνω παροχών και δη το ποσοστό της αύξησης αυτού για τα αντίστοιχα έτη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εν λόγω πρακτική χορήγησης των "σπουδαστικών επιδομάτων" αποτέλεσε μία σταθερή μακροχρόνια και ομοιόμορφη συνήθεια, με χαρακτήρα γενικό και απρόσωπο, που αφορούσε αρχικά όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους που σπούδαζαν ή είχαν σπουδάζοντα τέκνα, και η οποία συνήθεια με πρωτοβουλία της εναγόμενης επεκτάθηκε μετά το έτος 2001 και σε όλους τους εργαζόμενους που είχαν τέκνα σε κάποια από τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η κατ' αυτόν τον τρόπο διαμορφωθείσα πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακή συνήθεια (η οποία βέβαια ίσχυε και στις λοιπές εκμεταλλεύσεις της εναγόμενης) με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή αποτέλεσε τη βάση σιωπηρής συμφωνίας κατά το άρθρο 361 ΑΚ., κάτι που συνέβη δεδομένου ότι η εργοδότρια, τόσο η απορροφηθείσα όσο και η διάδοχός της - εναγομένη, ρητώς, με ανακοινώσεις της, επί μακρό χρονικό διάστημα υποσχόταν στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και σε κάθε περίπτωση, και χωρίς αντίστοιχη υπόσχεση με την έκδοση σχετικής ανακοίνωσης, τις χορηγούσε συνεχώς για πολλά έτη, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους, παρέχει τη βάση της συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι το σπουδαστικό επίδομα αφορούσε μόνο τους φοιτητές- σπουδαστές των ΑΕΙ -ΤΕΙ είναι αβάσιμος αφού όπως προαναφέρθηκε επεκτάθηκε μετά το 2001 σε κάθε εργαζόμενο που έχει τέκνο σε κάποια από τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και διατηρήθηκε έτσι έως το έτος 2011. Ομοίως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι πηγή της καταβολής της εν λόγω παροχής ήταν όχι η επιχειρησιακή συνήθεια, αλλά αυτή χορηγούταν βάσει συμφωνίας μεταξύ της επιχείρησης και του σωματείου των εργαζομένων, η οποία αποτυπωνόταν σε πρακτικά συμφωνίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα κατά καιρούς υπογραφέντα μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων πρακτικά συμφωνίας έπονται της παγιωθείσας ήδη πρακτικής της εκμετάλλευσης προς καταβολή της εν λόγω οικονομικής ενίσχυσης, είχαν δε ως μόνο αντικείμενο τον καθορισμό του ύψους της παροχής, με την αύξησή της κατά διαστήματα. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις ανακοινώσεις που εξέδιδε η εναγόμενη (και η δικαιοπάροχός της), στις οποίες αναγράφεται (προ του 2001) "ανακοινώνουμε στο προσωπικό του Εργοστασίου μας ότι η Διοίκηση της εταιρείας επιθυμεί να ενισχύσει οικονομικά στο μέτρο του δυνατού τα παιδιά των εργατοϋπαλλήλων μας και τους υπαλλήλους μας που σπουδάζουν σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα", ενώ μετά το 2001 αναγράφεται ότι "η εταιρεία συνεχίζει και για την εκπαιδευτική περίοδο την κοινωνική της πολιτική για τα παιδιά των εργαζομένων...". Επομένως, η καταβολή του εν λόγω επιδόματος δεν έχει ως πηγή της τα εν λόγω συμφωνητικά, ώστε τυχόν λήξη της ισχύος τους να οδηγήσει και σε λήξη της υποχρέωσης της εναγόμενης να καταβάλλει το εν λόγω επίδομα στους εργαζόμενους που πληρούν τις προϋποθέσεις. Για τον ίδιο λόγο η επικαλούμενη από την εναγόμενη κατάθεση των εν λόγω πρακτικών συμφωνίας στη σχετική υπηρεσία του Υπουργείο Εργασίας δεν επηρεάζει το χαρακτήρα της εν λόγω παροχής, που έχει σαν βάση της την επιχειρησιακή συνήθεια σε συνδυασμό με τη σιωπηρή αποδοχή αυτής από τους εργαζόμενους. Άλλωστε, όσον αφορά στην ισχύ των εκάστοτε υπογραφέντων Πρακτικών Συμφωνίας, αυτά έκαναν σαφές πως τροποποιούσαν κάποιους όρους προγενέστερων (ως προς τη μορφή και το ύψος της καταβαλλόμενης παροχής), με τους λοιπούς μη τροποποιηθέντες όρους να παραμένουν σε ισχύ, ενώ καμία μνεία δεν περιείχαν περί ημερομηνίας λήξης αυτών, με αποτέλεσμα το κάθε ένα εξ αυτών να έχει ισχύ μέχρι την τροποποίησή του από νεότερο, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας απόδειξης αλλά και όπως συνάγεται από το γεγονός ότι δεν υπογραφόταν κάθε έτος σχετικό πρακτικό συμφωνίας. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την εκτίμηση των προσκομισθεισών ανακοινώσεων της επιχείρησης και των πρακτικών συμφωνίας και επιβεβαιώνονται από το μάρτυρα απόδειξης ο οποίος βεβαιώνει ότι οι δικαιούχοι ελάμβαναν κάθε έτος το σπουδαστικό επίδομα και σε περίπτωση μη ύπαρξης νέου πρακτικού συμφωνίας για το ύψος του, τους χορηγούνταν το ίδιο και το επόμενο έτος, ενώ δεν υπήρχε σχολική ή ακαδημαϊκή χρονιά από το έτος 1984 και εξής που να μην χορηγηθεί. Περαιτέρω, η εν λόγω επιχειρησιακή συνήθεια, που είναι ισχυρή, καθώς παράλληλα με την αποδοχή της από τους εργαζόμενους, δεν αντιβαίνει σε διάταξη δημόσιας τάξης, παρέχει στους εργαζόμενους που πληρούν τις προϋποθέσεις ευθεία αξίωση με βάση τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ για καταβολή της από την εργασιακή σύμβαση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, στην περίπτωση αυτή καταρτίζεται σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και έτσι η ως άνω διαμορφωθείσα συνήθεια (πρακτική) καθίσταται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας. Παρ' ότι, κάθε χρόνο, στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου (αρχή της σχολικής/ακαδημαϊκής χρονιάς) η εναγόμενη καλούσε τους εργαζόμενους του εργοστασίου της ... να προσκομίσουν σχετική βεβαίωση περιέχουσα όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την καταβολή της αντίστοιχης παροχής, η εναγόμενη το Σεπτέμβριο του έτους 2012 δεν εξέδωσε τέτοια ανακοίνωση. Το σωματείο των εργαζομένων απέστειλε τη με αριθμό πρωτ. 494/5.10.2012 επιστολή με την οποία ζητούσε να ενημερωθεί για το χρόνο καταβολής της περί ης ο λόγος οικονομικής ενίσχυσης, ωστόσο δεν έλαβε απάντηση. Στη συνέχεια κατέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου στις 8.11.12 έλαβε χώρα συμφιλιωτική διαδικασία, η οποία όμως δεν απέδωσε. Στο πόρισμα που εξέδωσε ο συμφιλιωτής αναφέρεται ότι "με την πρακτική της εταιρείας έχει ήδη δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια που αποτελεί τη βάση σιωπηρής συμφωνίας βάσει της οποίας η εταιρεία υποχρεούται να συνεχίσει να χορηγεί την οικονομική ενίσχυση στους δικαιούχους", και ότι "ένας επιπλέον ενισχυτικός λόγος για τη συνέχιση της χορήγησης της οικονομικής ενίσχυσης είναι η καταβολή της ενίσχυσης αυτής στους εργαζόμενους των υπόλοιπων εκμεταλλεύσεων της εταιρείας", συνέστησε δε στους εργαζόμενους την προσφυγή στα δικαστήρια. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατά το έτος 2012 δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει την εν λόγω παροχή διότι είχε λήξει η επιχειρησιακή σύμβαση που την ενσωμάτωνε είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι όπως προαναφέρθηκε η καταβολή της εν λόγω παροχής δεν είχε ως αιτία ούτε τα πρακτικά συμφωνίας ούτε την επιχειρησιακή σύμβαση που ίσχυε κάθε φορά. Η γενόμενη δε στο άρθρο 3 της από 31.12.2011 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του 2011, η οποία έληξε 31.12.2011, μνεία περί ισχύος των πρακτικών συμφωνίας που δεν τροποποιούνται, ουδόλως συνεπάγεται την ενσωμάτωση των τελευταίων σε αυτήν και την, εκ τούτου, κατάργησή τους με τη λήξη της επιχειρησιακής σύμβασης. Άλλωστε στην ίδια την επιχειρησιακή σύμβαση αναφέρεται ότι οι όροι των πρακτικών συμφωνίας που δεν τροποποιούνται με τους όρους της συλλογικής σύμβασης εξακολουθούν να ισχύουν. Ομοίως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν είχε υποχρέωση να καταβάλλει μετά το έτος 2011 την εν λόγω παροχή, αφού με την από 25.1.2012 εξώδικη δήλωσή της προς το σωματείο των εργαζομένων είχε ανακοινώσει στους παραλήπτες τη λήξη της ισχύος των επιχειρησιακών συμβάσεων και των λοιπών συλλογικών συμφωνιών, είναι απορριπτέος καθώς, όπως προαναφέρθηκε, πηγή υποχρέωσης καταβολής της εν λόγω παροχής δεν ήταν τα πρακτικά συμφωνίας ή η επιχειρησιακή σύμβαση, ενώ η αποδοχή της επιχειρησιακής αυτής συνήθειας από τους εργαζόμενους παρείχε τη βάση της συμβατικής δέσμευσης και αφαιρούσε από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής. Επομένως, κατά το σχολικό/ακαδημαϊκό έτος 2012- 2013 η εναγομένη όφειλε να καταβάλλει την εν λόγω παροχή στους δικαιούχους, ενώ ως προς το ύψος της παροχής παρέμενε σε ισχύ το τελευταίο υπογραφέν από 13-04-2009 πρακτικό συμφωνίας μεταξύ της διοίκησης του σωματείου εργαζομένων και της Διοίκησης της Α. Η., που όριζε μεταξύ άλλων ότι "τα ποσοτικά επιδόματα αυξάνονται κατά 3%" και ότι "οι λοιποί όροι πρακτικών συμφωνιών που δεν τροποποιούνται εξακολουθούν να ισχύουν". Με βάση τα προεκτεθέντα απέρριψε κατ' ουσία της έφεση της εναγομένης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα -στις ρηθείσες διατάξεις των άρθρων 648 και 361 του ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Τούτο δε διότι, τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων που εφάρμοσε, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της διαπιστώσεως διαμορφωθείσας στον επιχειρησιακό χώρο της αναιρεσείουσας και της απορροφηθείσας απ' αυτής εταιρείας "Τ.. Χ. ΑΕ", επιχειρησιακής συνήθειας ή πρακτικής περί καταβολής των εν λόγω "σπουδαστικών επιδομάτων", διαλαμβάνοντας τα προσαπαιτούμενα, κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση έγκυρης, ισχυρής και μη ελευθέρως ανακλητής επιχειρησιακής συνήθειας, με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια και την παραδοχή ότι, σε κάθε περίπτωση, τα κατά καιρούς υπογραφέντα μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων πρακτικά συμφωνίας ήταν επιγενόμενα της ήδη διαμορφωθείσας επιχειρησιακής πρακτικής, είχαν δε ως αντικείμενο μόνο τον, κατά διαστήματα, καθορισμό της ποσοστιαίας αύξησης των "επιδομάτων" αυτών, χωρίς να επηρεάζεται ο χαρακτήρας τους ως θεμελιούμενος σε έγκυρη εργασιακή συνήθεια ή πρακτική, από τη σύναψη και λήξη επιχειρησιακής ΣΣΕ, στην οποία δεν ενσωματώθηκαν. Κατ' ακολουθία αυτών, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθ. 312/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., δικάσαντος ως Εφετείο. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους, με αύξοντα αριθμό στην αίτηση αναιρέσεως, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 19, 20, 25, 26, 29, 30, 31, 33, 35, 37, 38, 40, 44, 48, 49, 51, 52, 56, 57, 58, 59, 60, 65, 66, 68, 74, 78, 80, 82, 84, 90, 91, 92, 93, 95, 101, 102, 103, 107, 108, 111, 112, 113, 114, 118, 119, Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς, Απορρίπτει την από 3-2-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Η." για αναίρεση της με αρ. 312/2014 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Αυγούστου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ