Αριθμός 169/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Χριστόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολακόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6484/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 10-2-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 6484/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την από 14-7-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 215/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 18-7-2016 ανακοπή του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, και αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως, δικάζοντας επί της ανακοπής δέχτηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσία και ακύρωσε εν μέρει την από 6-6-2016 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου του με αρ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης-Λεμονιάς, χήρας Δημητρίου Ξηρόκωστα, κατά το μέρος που αφορούσε το κονδύλιο του υπολοίπου ανεξόφλητου τιμήματος, του αναφερομένου σ' αυτό και πωληθέντος από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα ακινήτου. Η ασκηθείσα υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της ως άνω τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθ' εαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 18-7-2016 ανακοπή του, ο ανακόπτων-αναιρεσείων ζήτησε για τους αναφερόμενους ειδικότερα λόγους να ακυρωθεί το με αριθμό ... πρώτο εκτελεστό απόγραφο του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης-Λεμονιάς Ξηρόκωστα-Τζίνου, καθώς και η από 6-6-2016 επιταγή προς εκτέλεση που έχει γραφτεί κάτωθι του αντιγράφου από απόγραφο πρώτο εκτελεστό του ως άνω συμβολαίου, δυνάμει της οποίας επιτάσσεται να καταβάλλει στην καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητη, το ποσό των 65.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων-ανακόπτων, ότι για την αγορά του διαμερίσματος-μαιζονέτας, που αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο, έχει καταβάλλει στην πωλήτρια-καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητη το ποσό των 220.000 ευρώ και έτσι έχει εξοφλήσει πλήρως το τίμημα της αγοράς του, που ανέρχεται στο ποσό των 193.096,72 ευρώ, το δε επί πλέον ποσό των 26.903,28 ευρώ αποτελούσε προκαταβολή για επιπρόσθετες εργασίες κατασκευής ξύλινης πέργολας, οι οποίες τελικώς δεν εκτελέστηκαν. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-6-2016 επιδόθηκε στον ανακόπτοντα με επίσπευση της καθ' ης η ανακοπή, αντίγραφο από απόγραφο πρώτο εκτελεστό του με αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών, Ειρήνης-Λεμονιάς χήρας Δημητρίου Ξηρόκωστα, το γένος Διονυσίου Τζίνου, με κάτωθι αυτού γραμμένη την από 6-6-2016 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία ο ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή: 1) το ποσό των 65.000 ευρώ, ως υπόλοιπο ανεξόφλητου τιμήματος από το ανωτέρω συμβόλαιο, σύμφωνα με τις επιδοθείσες σε αυτόν α) από 15-7-2015 εξώδικη γνωστοποίηση-όχληση και πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων και β) από 29-7-2015 εξώδικη απάντηση-δήλωση-πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων, 2) το ποσό των 37.884,62 ευρώ για τόκους από 4-5-2009 έως 6-6-2016, 3)... με τον νόμιμο τόκο, πλην του κονδυλίου των τόκων, από την επίδοση της επιταγής. Με το προαναφερθέν συμβόλαιο ο ανακόπτων αγόρασε από την καθ' ης η ανακοπή κατασκευαστική ομόρρυθμη εταιρεία, το με στοιχεία ... διαμέρισμα-μαιζονέτα του έκτου και εβδόμου πάνω από το ισόγειο ορόφου, της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ..., αποτελούμενο από τμήμα του έκτου ορόφου, επιφάνειας 69,21 τ.μ. και τμήμα του έβδομου ορόφου επιφάνειας 26,42 τ.μ., και στην οριζόντια αυτή ιδιοκτησία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση το τμήμα του δώματος του Ζ' ορόφου, επιφάνειας 107,19 τ.μ. Στο ανωτέρω συμβόλαιο, στην πρώτη σελίδα αυτού, στο φύλλο 43, έμπροσθεν και όπισθεν αυτού, αναγράφεται ως τίμημα της αγοραπωλησίας το ποσό των 193.096,72 ευρώ. Συγκεκριμένα δε στην δεύτερη σελίδα του φύλλου 43 και στην τελευταία παράγραφο αυτού αναγράφεται επί λέξει "Ολόκληρο το παραπάνω τίμημα των 193.096,72 ευρώ, υπόσχεται ο αγοραστής να καταβάλει και δέχεται η εργολήπτρια εταιρεία να λάβει ατόκως και σε περίπτωση υπερημερίας, που νοείται χωρίς επιταγή ή άλλη όχληση με το νόμιμο τόκο υπερημερίας μέχρι την τελική εξόφλησή του, ως εξής: 1) Ποσόν ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ εκ προϊόντος δανείου που θα χορηγηθεί σ' αυτόν από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ή από οποιαδήποτε Τράπεζα ή Πιστωτικό Οργανισμό και υπό τους όρους χορηγήσεως και εκταμιεύσεως των Δανείων από την ανωτέρω) Τράπεζα ή από οποιαδήποτε άλλο πιστωτικό Οργανισμό ή Τράπεζα και 2) Ποσόν εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδων ενενήντα έξι και 0,72 (185.096,72) ευρώ, με την παράδοση του πωλουμένου διαμερίσματος στον αγοραστή, πλήρως αποπερατωμένου, κατάλληλου για χρήση και οίκηση (με το κλειδί) κατά τα κατωτέρω εκτεθέντα". Τα ως άνω ποσά με αριθμό 1 και 2, αθροιζόμενα ανέρχονται στο ποσό των 265.096,72 ευρώ (80.000 + 185.096,72). Ο ανακόπτων με την ανακοπή του ισχυρίζεται ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας ανερχόταν στο ποσό των 193.096,72 ευρώ, το οποίο έχει εξοφλήσει, ενώ η καθ' ης ισχυρίζεται ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 345.096,72 ευρώ και κατόπιν αιτήματος του ανακόπτοντος και αφού προηγήθηκε της υπογραφής του συμβολαίου η καταβολή ποσού 80.000 ευρώ, και για φορολογική του διευκόλυνση, συμφωνήθηκε να αναγραφεί στο συμβόλαιο το ποσό των ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, προέκυψε ότι το πραγματικά συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος, ανερχόταν στο ποσό των 345.096,72 ευρώ. Συγκεκριμένα, αρχές Δεκεμβρίου του 2008, ο πατέρας του ανακόπτοντος, Χ. Κ., με τον οποίο η καθ' ης συνεργαζόταν στην κατασκευή οικοδομών, πρότεινε στον νόμιμο εκπρόσωπο της καθ' ης, να αγοράσει ο γιός του - ανακόπτων το ανωτέρω διαμέρισμα. Στις 22-12-2008 συμφωνήθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του εκπροσώπου της καθ' ης, παρουσία του Χ. Κ., η πώληση του ανωτέρω διαμερίσματος, αντί του τιμήματος των 345.096,72 ευρώ και την ίδια ημέρα ο τελευταίος κατέβαλε στην καθ' ης ως προκαταβολή το ποσό των 40.000 ευρώ (βλ την από 22-12-2008 απόδειξη είσπραξης με την αιτιολογία "προκαταβολή για την αγορά του ... ( μεζονέτας ) στην οδό ...", ενώ στις 13-1-2009 ο ίδιος κατέβαλε στην καθ' ης το ποσό των 40.000 ευρώ, έναντι της οφειλής για την αγορά του ανωτέρω διαμερίσματος (βλ. την από 13-1-2009 απόδειξη είσπραξης με την ως άνω αιτιολογία). Μετά τις καταβολές αυτές το οφειλόμενο ποσό ανήλθε στο ποσό των 265.096,72 ευρώ (345.096,72-40.000-40.000) και κατόπιν αιτήματος του ανακόπτοντος και για φορολογικούς λόγους, συμφωνήθηκε να αναγραφεί στο συμβόλαιο το ποσό που πράγματι οφείλετο, δηλ. 265.096,72 ευρώ. Στις 4-2-2009 υπεγράφη το προαναφερθέν συμβόλαιο, στο φύλλο 45 του οποίου ανεγράφη το συμφωνηθέν και πραγματικά οφειλόμενο ποσό, αποτελούμενο από το ποσό των 80.000 ευρώ + το ποσό των 185.096,72 ευρώ, δηλαδή συνολικά, 265.096,72 (80.000+185.096,72) ευρώ. Πράγματι ο ανακόπτων μετά την υπογραφή του συμβολαίου, στις 25-2-2009, όπως είχε συμφωνηθεί με αυτό, κατάρτισε με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 80.000 ευρώ και έλαβε ισόποσο δάνειο για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, με προσημείωση υποθήκης επ' αυτού. Εν συνεχεία, ο ανακόπτων προέβη στις κάτωθι καταβολές προς την καθ' ης : 1) στις 13-3-2009 ποσού 20.000 ευρώ, 2) στις 20-3-2009 ποσού 30.000 ευρώ, 3) στις 21-12-2009 ποσού 20.000 ευρώ, 4) στις 4-5-2010 ποσού 10.096,72 ευρώ, 5) στις 14-5-2010 ποσού 75.000 ευρώ και 6) στις 17-5-2010 ποσού 65.000 ευρώ. Δηλαδή, ο ανακόπτων κατέβαλε μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου συνολικά το ποσό των 220.000 ευρώ. Για όλες τις ανωτέρω καταβολές προσκομίζονται αποδείξεις είσπραξης, που φέρουν την υπογραφή του ανακόπτοντος ή του πατρός του και την υπογραφή της καθ' ης, ενώ ως αιτιολογία αναγράφεται σε αυτές, και ιδίως στην τελευταία με ημερομηνία 17-5-2010 ποσού 140.000 Ευρώ (περιλαμβάνει τις καταβολές στις 14-5-2010 ποσού 75.000 Ευρώ και στις 17-5-2010 ποσού 65.000 Ευρώ), "έναντι οφειλής για αγορά διαμερίσματος στην οδό ...". Όσον όμως αφορά την καταβολή ποσού 20.000 ευρώ στις 21-12-2009, για την οποία ο ανακόπτων προσκομίζει την από 21-12-2009 απόδειξη είσπραξης εκδοθείσης στο όνομα του πατρός του ανακόπτοντος, η καθ' ης αμφισβητεί την καταβολή αυτή, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε ο πατέρας του ανακόπτοντος κατέβαλε το άνω ποσό στην καθ' ης, έναντι του τιμήματος της αγοραπωλησίας. Ειδικότερα, η καθ' ης ισχυρίζεται ότι επειδή ο πατέρας του ανακόπτοντος δεν μπορούσε στα μέσα Δεκεμβρίου του 2009 να της καταβάλει την συμφωνηθείσα δόση, της πρότεινε να της δανείσει ο Β. Κ., συγγενής του, με τον οποίο συνεργαζόταν η καθ' ης, το ποσό των 20.000 ευρώ και πράγματι η καθ' ης αποδέχθηκε αυτήν την διευκόλυνση και ο Β. Κ. της χορήγησε αιτία δανείου το άνω ποσό, για το οποίο στις 21-12-2009, κατόπιν αιτήματος του Β. Κ., η καθ' ης εξέδωσε την προσκομιζόμενη απόδειξη και την παρέδωσε σε αυτόν, το ποσό δε αυτό επέστρεψε στο Β. Κ., παραδίδοντάς του ισόποση συναλλαγματική, αποδοχής της ιδίας, σε εξόφληση του δανείου. Τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από την καθ' ης η ανακοπή δεν προέκυψαν από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ο δε εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας της καθ' ης, όλως αορίστως κατέθεσε ότι η καταβολή της 21-12-2009 δεν υπάρχει, χωρίς να αναφέρει για ποιόν λόγο εκδόθηκε η συγκεκριμένη απόδειξη είσπραξης επ' ονόματι του πατρός του ανακόπτοντος και όχι επ' ονόματι του Β. Κ., ο οποίος, όπως ισχυρίζεται η καθ' ης, της δάνεισε το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο και επέστρεψε στον ίδιο. Επομένως τα όσα ισχυρίζεται η καθ' ης για την συγκεκριμένη καταβολή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Με βάση τα προαναφερόμενα ο ανακόπτων έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 300.096,72 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 80.000 ευρώ πριν την υπογραφή του συμβολαίου και το ποσό των 220.096,72 ευρώ μετά την υπογραφή του και απομένει ως οφειλόμενο το ποσό των 45.000 ευρώ (δηλ. 345.096,72 ευρώ το πράγματι συμφωνηθέν τίμημα - 300.096,72 ευρώ που έχουν καταβληθεί) και συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής λόγω μερικής εξόφλησης του υπόλοιπου ανεξόφλητου τιμήματος κατά το ποσό των 20.000 ευρώ, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του λόγου αυτού κατά τα λοιπά, δηλαδή όσον αφορά τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί ολοσχερούς εξόφλησης του τιμήματος και ακολούθως να ακυρωθεί η ένδικη επιταγή ως προς το με αριθμό (1) κονδύλιο αυτής, μόνο ως προς το ποσό των 20.000 ευρώ, ώστε το υπόλοιπο ανεξόφλητο τίμημα να ανέλθει στο ποσό των 45.000 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένσταση του αναιρεσείοντος περί ολοσχερούς εξόφλησης του τιμήματος και είχε κάνει δεκτή την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή ως προς το κονδύλιο του υπόλοιπου ανεξόφλητου τιμήματος ποσού 20.000 ευρώ. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ανεξαρτήτως της αναγραφής σε άλλα σημεία του συμβολαίου ως συμφωνηθέντος τιμήματος του ποσού των 193.096,72 ευρώ, το πράγματι συμφωνηθέν ως οφειλόμενο κατά την υπογραφή του συμβολαίου και αναγραφέν σ' αυτό τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 265.096,72 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν, ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα του ύψους του συμφωνηθέντος με το συμβόλαιο τιμήματος και της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης ολοσχερούς εξόφλησης της επίδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και ειδικότερα: Α) Ερευνώντας το ουσιώδες ζήτημα του ύψους του συμφωνηθέντος τιμήματος, ενώ δέχεται ότι στην προμετωπίδα και στην σελίδα 43 του ως άνω συμβολαίου αναγράφεται ως τίμημα του πωλουμένου ακινήτου το ποσό των 193.096,72 ευρώ, ακολούθως δέχεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 265.096,72 ευρώ και στη συνέχεια στο καταληκτικό του πόρισμα ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 345.096,72 ευρώ. Β) Ερευνώντας την υπό του αναιρεσείοντος προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως και θέτοντας ως βάση του συλλογισμού του το υπ' αυτού, ως άνω, καταληκτικό πόρισμα ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 345.096,72 ευρώ, καταλόγισε και αφαίρεσε το ποσό των 80.000 ευρώ, καταβληθέντος προ της υπογραφής του συμβολαίου, και το ποσό των 220.096,72 ευρώ, καταβληθέντος μετά την υπογραφή του συμβολαίου, καταλήγοντας ακολούθως ότι το ανεξόφλητο ποσό του τιμήματος ανέρχεται σε 45.000 ευρώ, κάνοντας έτσι εν μέρει δεκτή την υπό του αναιρεσείοντος προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, δεν περιέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 361 και 416 ΑΚ, που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, αφού δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων εξακολουθεί να οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 45.000 ευρώ δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι το πραγματικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 345.096,72 ευρώ και ότι, μετά την καταβολή του ποσού των 80.000 ευρώ προ της υπογραφής του συμβολαίου, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν, για φορολογικούς λόγους, "να αναγραφεί στο συμβόλαιο το ποσό που πράγματι οφείλετο, δηλαδή 265.096,72 ευρώ", στη συνέχεια δέχεται ότι, πράγματι στο υπογραφέν συμβόλαιο, στο φύλλο 45 αυτού, ανεγράφη, "το συμφωνηθέν και πραγματικά οφειλόμενο ποσό, αποτελούμενο από το ποσό των 80.000 ευρώ + το ποσό των 185.096,72 ευρώ, δηλαδή συνολικά, 265.096,72 (80.000+185.096,72) ευρώ", δεχόμενο όμως ταυτόχρονα, ότι "...στο ανωτέρω συμβόλαιο, στην πρώτη σελίδα αυτού, στο φύλλο 43, έμπροσθεν και όπισθεν αυτού, αναγράφεται ως τίμημα της αγοραπωλησίας το ποσό των 193.096,72 ευρώ. Συγκεκριμένα δε στην δεύτερη σελίδα του φύλλου 43 και στην τελευταία παράγραφο αυτού αναγράφεται επί λέξει "Ολόκληρο το παραπάνω τίμημα των 193.096,72 ευρώ, υπόσχεται ο αγοραστής να καταβάλει και δέχεται η εργολήπτρια εταιρεία να λάβει"....", χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει σχετική παραδοχή με την οποία να εξηγεί, για ποιό λόγο ανεγράφη στο συμβόλαιο, κατ' επανάληψη, ως συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 193.096,72 ευρώ και, άπαξ, ως οφειλόμενο ποσό το μεγαλύτερο ποσό των 265.096,72 ευρώ, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της ανεπαρκούς αυτής αιτιολογίας, να προκαλείται ασάφεια, τόσο ως προς το πράγματι και πριν την υπογραφή του συμβολαίου συμφωνηθέν τίμημα, όσο και γι' αυτό που συμφωνήθηκε να αναγραφεί, για φορολογικούς λόγους, στο συμβόλαιο και, συνακόλουθα, να μη μπορεί να εκτιμηθεί, με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν ο αναιρεσείων οφείλει και ποιό ποσό στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο πέμπτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους του τιμήματος και κατά συνέπεια της ύπαρξης της απαίτησης ή την εξόφληση αυτής, διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι βάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, πλην άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί η απαίτηση να είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Αναγκαία προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός, στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Επομένως, "εκκαθαρισμένη" είναι η απαίτηση, όταν από το ίδιο το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της οφειλόμενης παροχής, χωρίς να χρειάζεται να συνεκτιμηθούν και άλλα έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, με αποδεικτική δύναμη. Έτσι, κατ' απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 915 ΚΠολΔ ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτελούμενης απαίτησης ως βέβαιης, για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης, κατ' άρθρο 916 ΚΠολΔ, αποκλείεται οποιαδήποτε συμπλήρωση από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του τίτλου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί η αοριστία να συμπληρωθεί με την επίδοση άλλου εγγράφου που αποδεικνύει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης (ΑΠ 1535/2022). Εκκαθαρισμένη επίσης είναι η χρηματική απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1099/2010). Κατά συνέπεια, ο καθού η εκτέλεση (οφειλέτης) πρέπει να γνωρίζει από την έκδοση ή κατάρτιση του τίτλου, και οπωσδήποτε, κατά το χρόνο έναρξης της εκτέλεσης, το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής αποκλειστικά από τον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο. Διαφορετικά, αν δηλαδή η εκτελούμενη αξίωση δεν είναι εκκαθαρισμένη, ο εκτελεστός τίτλος (και εν προκειμένω το συμβολαιογραφικό έγγραφο) δεν είναι νόμιμος και θεωρείται ανύπαρκτος, με επακόλουθο την ακυρότητα της στηριζόμενης σ` αυτόν επιταγής και γενικά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με βάση τον εν λόγω τίτλο, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης βλάβης, κατ` άρθρα 159 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 825/2020, 758/2014, 905/2011, 1124/2010). Ενόψει των ανωτέρω, δεν είναι εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αναγράφεται ως συνολική οφειλή ποσό μεγαλύτερο της συμφωνούμενης παροχής, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια και αοριστία ως προς πράγματι οφειλόμενο ποσό. Τέλος, μέσω του από το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933 KΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών καθώς και το παραδεκτό της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (Ολ.ΑΠ 43/2005, AΠ 1343/2022, 498/2017, 405/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση του κεφαλαίου των 65.000 ευρώ που επιτάσσεται να καταβάλει με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή, δεν είναι εκκαθαρισμένη, διότι ενώ στο συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα το ποσό των 193.096,72 ευρώ, με την επιταγή προς πληρωμή επιτάσσεται να καταβάλει το ποσό των 65.000 ευρώ, το οποίο δεν προκύπτει πως εξάγεται. Το Εφετείο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το ότι στην ένδικη επιταγή αναγράφεται μικρότερο ποσό από το αναγραφόμενο στον εκτελεστό τίτλο- συμβόλαιο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την υπογραφή του συμβολαίου, έγιναν οι καταβολές από τον ανακόπτοντα, που προαναφέρθηκαν, οι οποίες μείωσαν το ποσό του κεφαλαίου στο ποσό των 45.000 ευρώ, όπως απεδείχθη. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η αναγραφή μικρότερου ποσού, ως κεφαλαίου, στην ένδικη επιταγή, λόγω καταβολών, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση του κεφαλαίου, που αφορά το υπόλοιπο ανεξόφλητο τίμημα της αγοραπωλησίας και πρέπει ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το υπό στοιχείο (3 α) σκέλος του που είναι νόμιμος (άρθρο 916 του ΚΠολΔ) να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει άκυρο τον προαναφερόμενο εκτελεστό τίτλο και ακολούθως άκυρη την με βάση αυτόν επιταγή προς εκτέλεση, αφού η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν ήταν, κατά τη μείζονα σκέψη, εκκαθαρισμένη, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ήδη εκτέθηκε κατά την έρευνα του παραπάνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, στον εκτελεστό τίτλο αναγράφονται, ως προς την ποσότητα της παροχής, δύο διαφορετικά ποσά, ήτοι αυτά των 193.096,72 και 265.096,72 ευρώ, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό να προσδιοριστεί το υπόλοιπο της οφειλής του αναιρεσείοντος, αφαιρουμένων των γενομένων υπ' αυτού καταβολών στο τελικώς οριζόμενο ποσό της οφειλής. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλείται την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει αυτών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6484/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ