Αριθμός 245/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Β. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σημαντήρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3558/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6370/1999 του Εφετείου Αθηνών που ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1619/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4390/2005 του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 518/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 28/6/2012 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 12/2/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12, 522, 525 παρ. 1 ΚΠολΔ, αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ή δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής, για την προσβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, η δε οριστικότητα της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με την δικονομική, ως προς την κρίση επί της αγωγής, αξίωση, και όχι ως προς το αίτημα του εφετηρίου εγγράφου για παραδοχή της εφέσεως (άρθρα 309 εδ. α', 513 εδ. α' στοιχ. β', 533 εδ. α' στοιχ. β' ΚΠολΔ συνδυαζόμενα). Επομένως, η απόφαση με την οποία το εφετείο δέχεται έφεση του ενάγοντος εναντίον πρωτοβάθμιας απόφασης, απορριπτικής της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω δεδικασμένου (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), επειδή κρίνει, αντιθέτως προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, και, κατόπιν εξαφανίσεως της απόφασης, που έχει εκκληθεί, αναπέμπει την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για εκδίκασή της (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 2915/2001), δεν είναι οριστική, αφού με αυτή το εφετείο δεν αποφαίνεται για το αίτημά της αγωγής τελειωτικώς (Ολ.ΑΠ 12/1989, ΑΠ 1236/1990 Δ 1991,496, Α.Π. 1541/1997). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε δεδικασμένο ως προς το ότι οι αξιώσεις της από 1.1.1991 έως 31.12.1993 δεν παραγράφηκαν, το οποίο (δεδικασμένο) απορρέει από την 6370/1999 προγενέστερη απόφασή του, με την οποία (απόφαση) έγινε δεκτή έφεσή της κατά της 3558/97 απόφασης του Πρωτοδικείου, εξαφανίστηκε η τελευταία πρωτόδικη απόφαση και παραπέμφθηκε η αγωγή για οριστική κρίση στο Πρωτοδικείο και με την οποία, κατά την αναιρεσείουσα, έγινε δεκτό "εμμέσως πλην σαφώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 330 Κ.Πολ.Δικ. ότι δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις της, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 μέχρι 31-12-1993", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την απόφαση αυτή δεν ερευνήθηκε η υπόθεση, κατά την ουσία της. Να σημειωθεί ότι και στην εν λόγω εφετειακή απόφαση αναφέρεται ότι "δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη - στην τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα - διότι η προκειμένη απόφαση, για αναπομπή της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο, δεν είναι οριστική". Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 1 1/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1, ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών". Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν. Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. (βλ. Ολ. ΑΠ 38/2005, σχετικά με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 52 εδ.γ' του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη από τα δικαστήρια της ως άνω ισχύουσας υπέρ των ν.π.δ.δ. διετούς παραγραφής). Εξάλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.πδ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496//1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (Α.Ε.Δ. 1 και 2/2012, Oλ.Α.Π. 18/2012, Ολ.ΑΠ 38/2005, 22/2005 και 31/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (ν.π.δ.δ.), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος των ετών 1991 έως και 1993, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, διότι στις 31.12.1995, δηλαδή πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο αναιρεσίβλητο (1996), είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η κάθε μέρους αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, την οποία εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτή διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κλπ δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, μέρος πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κλπ), ή επιχειρήσεις επιχορηγούνται υπό τους Κράτους, η υπό του ν. 2112, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, "οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής, ή τυχόν υπάρχοντα εθίμου". Το ανώτατο αυτό όριο ανερχόταν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, σε 1.500.000 δρχ., σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους , αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών (Ολ.Α.Π. 10/1998, Α.Π. 1621/2011, Α.Π. 1287/2010). Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, για καταβολή της διαφοράς μεταξύ της αποζημίωσης που δικαιούταν χωρίς τους προαναφερόμενους περιορισμούς και εκείνης που καταβλήθηκε σ' αυτήν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ούτε και τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, η έννοια των οποίων στην προηγούμενη σκέψη παρατίθενται, διότι, όπως ήδη σημειώθηκε οι εν λόγω περιορισμοί τέθηκαν από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος. Επομένως και ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των αμέσως ανωτέρω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, σιωπηρώς καταργήθηκε με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει η προθεσμία της έφεσης κατά αποφάσεως που δεν επιδόθηκε είναι τρία χρόνια, γεγονός που σημαίνει ότι η διετής παραγραφή καθιστά τη διάταξη αυτή ανενεργό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με την άνω δικονομική διάταξη καθιερώνεται το απώτατο όριο άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης και δεν θίγονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής, πολλές από τις οποίες προβλέπουν χρόνο μικρότερο της τριετίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ του αναιρεσιβλήτου, καθόσον δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-2-2006 αίτηση της Α. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4390/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ