Αριθμός 1149/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε.-Ζ. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευρυδίκη Καραμήτσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Β. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8438/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2661/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 2661/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι στις 14.7.2016 αποβίωσε ο πατέρας του ίδιου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, καταλείποντας ως εγγυτέρους συγγενείς του τα τρία τέκνα του, ήτοι τους διαδίκους και την αδελφή τους Τ.-Μ. Β., ο οποίος (θανών) κατά το χρόνο του θανάτου του διέθετε κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς του το συνολικό ποσό των ... ευρώ, εξειδικευόμενο ανά τράπεζα και προερχόμενο αποκλειστικά από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, στους τραπεζικούς δε αυτούς λογαριασμούς, είχε προστεθεί τυπικά ως συνδικαιούχος η εναγομένη, προκειμένου να διευκολύνει τον αποβιώσαντα στις τραπεζικές του συναλλαγές, και οι εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις λογίζονται ως δωρεές εν ζωή του θανόντος. Ότι στις 9.1.2017 δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία από το Ειρηνοδικείο ... η από ... ιδιόγραφη διαθήκη, δυνάμει της οποίας ο θανών εξέφρασε την επιθυμία οι τραπεζικές καταθέσεις του να περιέλθουν κατά ποσοστό 60% στην εναγομένη και κατά 40% στον ενάγοντα. Ότι ο κληρονομούμενος είχε παραχωρήσει εν ζωή σε έκαστο των διαδίκων, δυνάμει των ... και 16576/2010 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γλυφάδας Κ. Π. Τ., την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος, αξίας 138.401,01 και 169.156,80 ευρώ αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου του όρου στο συμβόλαιο γονικής παροχής του ενάγοντος ότι η παροχή αυτή δεν θα καταλογισθεί στην κληρονομική του μερίδα. Ότι ο θανών,δεν κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του περιουσιακά στοιχεία με αποτέλεσμα η πραγματική του κληρονομιά να έχει μηδενική αξία, ενώ η πλασματική ανέρχονταν στο ποσό των 626.014,60 ευρώ και συνεπώς ο ίδιος δικαιούται ως νόμιμη μοίρα επί πλασματικής κληρονομιάς του θανόντος πατρός του, το ήμισυ του εξ αδιαθέτου κληρονομικού μεριδίου του και, συγκεκριμένα, το ποσό των 104.335,80 (1/6 Χ 626.014,60 ευρώ) το οποίο, αφού ο κληρονομούμενος δεν άφησε πραγματική κληρονομιά, πρέπει να καλυφθεί από τις εν ζωή δωρεές προς την εναγομένη των κατατεθέντων στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς χρημάτων και συγκεκριμένα με ανατροπή των τριών μεταγενεστέρων από αυτές, με βάση το χρόνο κατάρτισής τους και κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ώστε να συμπληρωθεί το ανωτέρω ποσό και σε περίπτωση που έχουν αναλωθεί οι τραπεζικές καταθέσεις η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ως άνω χρηματικό ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ακολούθως ανέφερε στην αγωγή του ο ενάγων, ότι με την 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η από ... προγενέστερη αγωγή του, κατά της εναγομένης, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της με την οποία ο ίδιος ζητούσε την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος στις προαναφερόμενες τραπεζικές καταθέσεις, δυνάμει της ως άνω διαθήκης, και ως αόριστη κατά την επικουρική βάση της με την οποία ο ενάγων επεδίωκε ακύρωση των εν λόγω τραπεζικών καταθέσεων , κατά το αντίστοιχο ποσοστό, ως άστοργη δωρεά εν ζωή του θανόντος προς την εναγομένη - συνδικαιούχο, καθώς θιγόταν η νόμιμη μοίρα του. Επικαλούμενος δε ο ενάγων ότι η ως άνω απόφαση του επιδόθηκε στις 21.3.2019, καθιστάμενη τελεσίδικη στις 20.4.2019, καθόσον δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ένδικο μέσο, και ότι εντός έξι (6) μηνών επανήλθε με την άσκηση της ένδικης αγωγής περί μέμψης αστόργου δωρεάς, με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, ζήτησε κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής : α) να αναγνωρισθεί προς απόδοση της νόμιμης μοίρας που δικαιούται, το κληρονομικό του δικαίωμα σε ποσοστό 1/6 επί των τραπεζικών καταθέσεων του κληρονομουμένου πατρός του, β) να ανατραπούν ως άστοργες οι τρεις χρονικά μεταγενέστερες, με βάση το χρόνο κατάρτισης, συμβάσεις δωρεών - τραπεζικών λογαριασμών του θανόντος προς την εναγομένη και δη μέχρι του ποσού των 104.335,80 ευρώ που απαιτείται για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 104.335,80 ευρώ, για τη νόμιμη μοίρα του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και δ) επικουρικώς, σε περίπτωση που αναλώθηκαν οι τραπεζικές καταθέσεις, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει το ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 8438/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού αυτή κρίθηκε νόμιμη, ως προς τις παραδεκτά σωρευόμενες κύριες βάσεις της, περί μέμψης αστόργου δωρεάς και περί ενοχικής υποχρέωσης της εναγομένης να αποδώσει στον ενάγοντα τη νόμιμη μοίρα του, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίσθηκε αφενός μεν την ακυρότητα των κληροδοσιών -αιτία θανάτου δωρεών, αφετέρου δε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 103.779,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως, επί αυτών δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2661/2021 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, ενώ η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, και κατόπιν αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό, συμψηφίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 22.7.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της αποφάσεως, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το δεδικασμένο εκτείνεται: α) στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή, ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της διατάξεως που πρόκειται να εφαρμοσθούν στη νέα δίκη, γ) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή του στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε (ΑΠ 1224/2022, ΑΠ 890/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει, καταρχήν,στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αιτιώμενη ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, απέρριψε τον προβαλλόμενο ενώπιόν του λόγο της εφέσεως και πρόσθετο λόγο αυτής, με τους οποίους η ίδια υποστήριξε ότι η αγωγή του αναιρεσείοντος έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την τελεσίδικη (και αμετάκλητη) 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προηγούμενης από ... αγωγής του αναιρεσίβλητου, με την οποία κρίθηκε ότι οι χρηματικές καταθέσεις στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς δεν περιλαμβάνονται στην κληρονομία και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί αυτών. Επί του ως άνω ζητήματος, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: " ... η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα... με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης παραπονείται ότι με την εκκαλουμένη εσφαλμένα έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία, η αοριστία της προγενέστερης αγωγής του δεν εκτείνεται στο μέρος κατά το οποίο κρίθηκε ότι οι εν λόγω λογαριασμοί κατ' ουσίαν δεν ανήκουν στην κληρονομιά και συνεπώς, μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως ή της αναιρέσεως την οποία ο ενάγων δεν τήρησε, δεν δύναται να εγείρει αξίωση νόμιμης μοίρας με νέα αγωγή για το μέρος αυτό. Παρατηρείται ωστόσο ότι ο ενάγων, είχε ασκήσει σε βάρος της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από ...... προηγούμενη αγωγή του, η οποία στηριζόταν, κατά την κυρία βάση της στο εκ διαθήκης κληρονομικό του δικαίωμα (40%) επί των ποσών που βρέθηκαν στους κοινούς λογαριασμούς του θανόντος πατρός του, στην οποία σωρευόταν αντικειμενικά αγωγή περί κλήρου συγκεκριμένων κληρονομικών αντικειμένων κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή και κατά την επικουρική βάση της αγωγή μέμψης αστόργου δωρεάς, για τα κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς του πατρός του χρηματικά ποσά, κατά το μέρος που με αυτά θιγόταν η νόμιμη μοίρα του. Με την υπ' αριθ. 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της, αφού στους τραπεζικούς λογαριασμούς του κληρονομουμένου, στους οποίους ο τελευταίος είχε προσθέσει ως συνδικαιούχο την εναγομένη, είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. ..., κατά τον οποίο <<έκαστος δικαιούχος δικαιούται να κάνει χρήση χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου τοιούτων>>. Ως προς την αντικειμενικά σωρευόμενη βάση της αγωγής περί κλήρου κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη, διότι με αυτήν ζητούνταν η αξία των κληρονομιαίων που αναλογεί στο μερίδιο του ενάγοντος, χωρίς ο τελευταίος να αναφέρει στην αγωγή του ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσή τους, καθόσον τέτοια αξίωση δεν παρείχετο στον ενάγοντα με την περί κλήρου αγωγή. Τέλος, η επικουρικώς ασκηθείσα αγωγή περί μέμψης αστόργου δωρεάς για τα κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς του θανόντος χρηματικά ποσά, κατά το μέρος που με αυτά εθίγετο η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γιατί ο τελευταίος δεν ανέφερε στο δικόγραφο τον ακριβή χρόνο κατάρτισης της δωρεάς του χρηματικού ποσού στην εναγομένη και ειδικότερα πότε η τελευταία ορίστηκε ως συνδικαιούχος των τραπεζικών λογαριασμών του θανόντος, ώστε να κριθεί σε σχέση και με τις αναφερόμενες από τον ενάγοντα γονικές παροχές-δωρεές εν ζωή προς τα τέκνα του (διαδίκους) ποια ήταν η τελευταία χρονικά δωρεά προκειμένου να ανατραπεί και γιατί ο ενάγων ζητά την ανατροπή της συγκεκριμένης δωρεάς, ενώ δεν διατυπώνει αίτημα ανατροπής της έτσι ώστε να υπάρξει διάπλαση μίας νέας κατάστασης και να γεννηθεί η σχετική ενοχική υποχρέωση βάσει της οποίας η εναγομένη θα πρέπει να του καταβάλει ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, καθόσον πρέπει να διατυπωθεί συγκεκριμένο αίτημα για την ανατροπή της δωρεάς που θα επέλθει με την έκδοση της απόφασης και η οποία (δωρεά) ως άστοργη, δεν έχει ως αποτέλεσμα την εξαρχής ακυρότητα. Ενόψει των ανωτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση με την υπ'αριθ. 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε αποκλειστικά και μόνο το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως κληρονόμου εκ διαθήκης να διεκδικήσει σε βάρος της εναγομένης, στρεφόμενος αναγωγικά κατ'αυτής, με βάση την εσωτερική σχέση του με τον θανόντα, το ποσοστό του επί των επίμαχων τραπεζικών καταθέσεων. Αντίθετα, στην υπό κρίση περίπτωση παρατηρείται ότι δεν συντρέχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, προϋπόθεση απαραίτητη ... για τη συνδρομή του δεδικασμένου ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Τούτο διότι η θεμελίωση δικαιώματος του μεριδούχου για μέμψη άστοργης δωρεάς προϋποθέτει αφενός μεν την ύπαρξη χαριστικών εν ζωή παροχών του κληρονομουμένου, που υπόκεινται σε μέμψη, αφετέρου δε την ανεπάρκεια της πραγματικής κληρονομιάς για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, ενώ αίτημα της αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς είναι η ανατροπή του μέρους της εν ζωή δωρεάς, που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Συνεπώς, αν και υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου..." . Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο: α) ότι με την τελεσίδικη 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης από ... αγωγής του αναιρεσίβλητου, απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η κύρια βάση αυτής, η οποία στηρίζονταν στο επικαλούμενο εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, γιού του διαθέτη, επί των ως άνω τραπεζικών λογαριασμών, με το σκεπτικό ότι σε αυτούς (λογαριασμούς) είχε τεθεί ο εκ του άρθρου 2 του ν. ... όρος, κατά τον οποίο καθένας από τους δικαιούχους δικαιούται να κάνει χρήση χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου εξ αυτών, ενώ η αντικειμενικά σωρευόμενη βάση της αγωγής περί κλήρου κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, διότι με αυτήν ζητούνταν η αξία των κληρονομιαίων που αναλογεί στο μερίδιο του ενάγοντος, χωρίς ο τελευταίος να αναφέρει στην αγωγή του ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσή τους, καθόσον τέτοια αξίωση δεν παρέχονταν στον ενάγοντα με την περί κλήρου αγωγή. β) ότι η επικουρική βάση της αγωγής περί μέμψεως αστόργου δωρεάς, για τα κατατεθειμένα στους ως άνω λογαριασμούς ποσά κατά το μέρος που θιγόταν η νόμιμη μοίρα του αναιρεσίβλητου, απορρίφθηκε ως αόριστη, για τους παραπάνω εκτιθέμενους λόγους. γ) ότι με την προαναφερόμενη 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε αποκλειστικά και μόνο το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος ως κληρονόμου εκ διαθήκης να διεκδικήσει σε βάρος της εναγομένης, στρεφόμενος αναγωγικά κατ'αυτής, με βάση την εσωτερική σχέση του με τον θανόντα, το ποσοστό του επί των επίμαχων τραπεζικών καταθέσεων, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση με την αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς, ο ενάγων δεν θεμελιώνει το αγωγικό του δικαίωμα ως εκ διαθήκης κληρονόμος του θανόντος, αλλά επικαλούμενος χαριστικές εν ζωή παροχές του κληρονομουμένου προς την εναγομένη που υπόκεινται σε μέμψη, καθώς και την ανεπάρκεια της πραγματικής κληρονομιάς για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας αιτείται την ανατροπή του μέρους της εν ζωή δωρεάς, που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του. δ) ότι ενώ υφίσταται ταυτότητα διαδίκων στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και στην προκειμένη δίκη, δεν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη συνδρομή του δεδικασμένου ως αρνητικής διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, καθόσον δεν συντρέχει η ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε τον λόγο εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επανέφερε τον προσβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της περί απαραδέκτου της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου λόγω δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των διατάξεων του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί αυτού ως άνω διατάξεων των άρθρων 321, 322 παρ. 1 και 324 του ίδιου Κώδικα και συνεπώς είναι αβάσιμοι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και το μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσθηκε δεδικασμένο απορρέον από την τελεσίδικη (και αμετάκλητη) 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1832 και 1833 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), προσθέτονται δε και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Έτσι, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομίας τα χρέη και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου (και απογραφής) γ) στο ποσό, που απομένει μετά την αφαίρεση των ανωτέρω χρεών, προστίθενται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον ανωτέρω τρόπο, βρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό της νόμιμης μοίρας αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος ή έλαβε ήδη δυνάμει της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της νόμιμης μοίρας που βρίσκεται με τον παραπάνω τρόπο και παρανομαστή την αξία των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος τη νόμιμη μοίρα του ή το ποσοστό που απαιτείται για τη συμπλήρωσή της. Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΟλΑΠ 1404/1984, ΑΠ 302/2020, ΑΠ 856/2017). Σύμφωνα δε με το άρθρο 1895 ΑΚ, οι κατιόντες κληρονομούντες εξ αδιαθέτου υποχρεούνται κατά τη διανομή της κληρονομιάς να συνεισφέρουν ο ένας στον άλλον οτιδήποτε τους δώρισε ή οπωσδήποτε τους παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, εφόσον αυτός διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό τους στην κληρονομική μερίδα αυτών. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1899 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο η συνεισφορά γίνεται με τον υπολογισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς, στην κληρονομία που πρέπει να διανεμηθεί μεταξύ των κατιόντων και με την αφαίρεση κατόπιν της αξίας της από την μερίδα εκείνου που έχει υποχρέωση συνεισφοράς, συνάγεται σαφώς ότι οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου υποχρεούνται να συνεισφέρουν τις αναφερόμενες ως άνω παροχές που έγιναν προς αυτούς από τον κληρονομούμενο όσο ζούσε, μόνον εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη βούληση του ίδιου. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση που είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί το κληρονομικό δικαίωμα των κατιόντων, η υποχρέωσή τους να συνεισφέρουν τις παροχές που έγιναν προς αυτούς με οποιαδήποτε πράξη εν ζωή του κληρονομουμένου, όπως είναι και η απλή προς αυτούς δωρεά, υφίσταται μόνο εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό στην κληρονομική μερίδα του κληρονομουμένου, ενώ δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση συνεισφοράς όταν ο κληρονομούμενος την απέκλεισε. (ΑΠ 510/2018). Εξάλλου, στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, από τον κληρονομούμενο στον μεριδούχο, αφού αυτή μετά το ν. 1329/1983 είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά. Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 παρ. 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ), που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά. Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου προς το μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτόν παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβιώσεως του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 307/2019, ΑΠ 135/2017). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. ..., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα, σε ανοικτό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων από κοινού (joint account) είναι η περιέχουσα τον όρο, ότι του λογαριασμού αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί εξ αυτών είτε και όλοι οι κατ' ιδία δικαιούχοι. Επί των καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. ..., τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ στοιχ. α του ΝΔ 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως (α) ότι δύναται να τεθεί ο όρος ότι, με τον θάνατο οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο εξ αυτής λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, μέχρι του τελευταίου αυτών, οπότε η κατάθεση περιέρχεται σε αυτούς ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους και (β) ότι διάθεση της κατάθεσης με πράξη είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος είτε εξ αδιαθέτυ είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της κατάθεσης. Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες η πρώτη αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επέρχονταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. ..., ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο επ'αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1128/2017). Αυτός που επικαλείται την πιο πάνω εξαίρεση της ύπαρξης του προσθέτου όρου του άρθρου 2 του ν. ..., που αποτελεί ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1128/2017). Προκειμένου να εξισορροπηθούν οι ως άνω εξαιρετικά ευνοϊκές διατάξεις υπέρ των καταθετών κοινού λογαριασμού και αντίστοιχα οι αυστηρές ρυθμίσεις του σε βάρος των αναγκαίων κληρονόμων, για τους οποίους οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 1825 επ. ΑΚ), εισήχθη με τον Αστικό Κώδικα η διάταξη του άρθρου 117 του ΕισΝΑΚ, κατά την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του ν. ... συντελέσθηκε δωρεά,αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για καταθέτη που αποβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποιο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη, είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί η νομική φύση της πραγματοποιούμενης με την κοινή χρηματική κατάθεση, επίδοσης υπέρ του συγκαταθέτη της. Έτσι, όταν κατατίθεται χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία σε κοινό λογαριασμό, προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της κατάθεσης, ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφελείας είναι ο θάνατος του παρέχοντος και η επιβίωση του λήπτη, θα μπορεί να γίνει λόγος για κληροδοσία (άρθρο 1714 ΑΚ) μόνο εφόσον έχει συνταχθεί νομοτύπως διαθήκη του παρέχοντος. Διαφορετικά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα πρόκειται περί δωρεάς. Η εν λόγω δωρεά θα είναι αιτία θανάτου, αν η συμφωνία των ενδιαφερομένων συγκαταθετών, δηλαδή η εσωτερική τους σχέση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2032 ΑΚ, άλλως θα είναι δωρεά εν ζωή. Για να ισχύσει όμως η υπέρ του συγκαταθέτη χαριστική επίδοση ως δωρεά (εν ζωή ή αιτία θανάτου) χρειάζεται και η συνδρομή των λοιπών ουσιαστικών προϋποθέσεων του κύρους των εν λόγω δικαοπραξιών κατά τις διατάξεις των άρθροων 496 και 2032 επ. ΑΚ και συγκεκριμένα συμφωνία των συγκαταθετών και συμβολαιογραφικό έγγραφο, την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει και στις δύο περιπτώσεις η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό, από όπου τα αποσύρει μετά ο δωρεοδόχος συγκαταθέτης. Η διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, αποσκοπώντας στην προστασία των νομίμων μεριδούχων, χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά με την έννοια όχι μόνο της δωρεάς εν ζωή (άρθρα 496 ΑΚ) και τούτο διότι ο νομοθέτης με την ανωτέρω διάταξη θέλησε να προασπίσει τα συμφέροντα των νομίμων μεριδούχων του αποβιώσαντος συνδικαιούχου κοινού λογαρισμού έναντι των λαβόντων δυνάμει δωρεάς, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ τους. Η διαφορά της δωρεάς εν ζωή από αυτήν της αιτία θανάτου, έγκειται στο ότι στην μεν πρώτη ο δωρεοδόχος αποκτά αμέσως δικαίωμα στο πράγμα που δωρίζεται, ενώ στη δεύτερη ο δωρεοδόχος θα απολαύσει ότι του δωρήθηκε μόνον μετά το θάνατο του δωρητή. Για το λόγο αυτό ένα ασφαλές κριτήριο, προκειμένου να δοθεί ο ορθός χαρακτηρισμός στη δωρεά, από την οποία θα κριθεί η έννομη προστασία της νόμιμης μοίρας, είναι η συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνδικαιούχου κατά τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, ενόσω ζούσε ο δωρητής συνδικαιούχος. Αν λοιπόν, ζώντος του τελευταίου, ο δωρεοδόχος - συνδικαιούχος, προέβαινε σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως δωρεά εν ζωή. Στην περίπτωση αυτή ο νόμιμος μεριδούχος, μετά το θάνατο του δωρητή συνδικαιούχου θα προστατευθεί με βάση τα άρθρα 1831 και 1835 ΑΚ. Αν, όμως, όσο ζούσε ο δωρητής, ο συνδιακιούχος δεν προέβη σε ανάληψη, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υποκρύπτεται ο όρος της προαποβίωσης του πρώτου και επομένως πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου. Στην περίπτωση αυτή και πάλι η δωρεά θα συμπεριληφθεί στην κληρονομία του αποθανόντος συνδικαιούχου για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου ως κληροδοσία (άρθρο 2035 ΑΚ) και χωρίς να εξετάζεται αν έγινε τα τελευταία δέκα χρόνια από το θάνατο του συνδικαιούχου ή αν την επέβαλαν ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρέπειας .Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 2035, 1825 παρ. 2 και 1829 ΑΚ προκύπτει ότι η δωρεά αιτία θανάτου ως προς το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των αναγκαίων κληρονόμων και τον υπολογισμό αυτής λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δε δωρηθέντα αιτία θανάτου θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία, δεν προστίθενται πλασματικώς στην πραγματική ομάδα, αλλά υπολογίζονται στο ενεργητικό αυτής κατ'άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. α ΑΚ. Επομένως, αν προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας των ως άνω κληρονόμων, η δωρεά είναι αυτοδικαίως άκυρη και δεν χρήζει μέμψης κατά το ποσοστό κατά το οποίο κατ'αξίαν απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας, με την επισημείωση ότι στην περίπτωση που ακυρώνονται περισσότερες δωρεές αιτία θανάτου, ακυρώνονται συμμέτρως, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τις κληροδοσίες. Την ακυρότητα όμως αυτή πρέπει να προτείνει ο ενδιαφερόμενος μεριδούχος, ο οποίος μπορεί να εναγάγει το δωρεοδόχο είτε με την περί κλήρου είτε με τη διεκδικητική αγωγή. Ειδικά όμως για τις δωρεές αιτία θανάτου, οι οποίες συντελέσθηκαν με κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η τράπεζα διατηρεί αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των χρημάτων της κατάθεσης και έναντι αυτής οι αναγκαίοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος δωρητή αποκλείονται από την άσκηση δικαιωμάτων επί της κατάθεσης κατ'άρθρο 3 ν. ..., το οποίο ως ειδικότερο κατισχύει του άρθρου 1825 παρ. 2 ΑΚ . Ως εκ τούτου οι νόμιμοι μεριδούχοι δεν αποκτούν ευθέως εμπράγματο δικαίωμα επί της κατάθεσης, που θίγει τη νόμιμη μοίρα τους. Άρα δεν διαθέτουν την περί κλήρου ή τη διεκδικητική αγωγή. Αντ'αυτών έχουν με βάση τη διάταξη του άρθρου 117 ΕιΣΝΑΚ ενοχική μόνο αξίωση κατά του αιτία θανάτου δωρεοδόχου για το ποσό, που απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας τους ακόμη και αν ο τελευταίος μετά το θάνατο του δωρητή δεν έχει προβεί σε ανάληψη του υπολοίπου της κατάθεσης. Για να κριθεί όμως αν μία δωρεά αιτία θανάτου προσβάλλει ή όχι τη νόμιμη μοίρα, πρέπει προηγουμένως να γίνει ο υπολογισμός αυτής, δηλ. ο προσδιορισμός της κληρονομικής ομάδας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1831, 1833 και 1834 ΑΚ ( ΑΠ 902/2019, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 1081/2014). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρο 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός κρίσιμου νομικώς νοήματος,ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας ως εμπειρικώς διαπιστώσιμου φαινομένου αποτελεί μόνο αντικείμενο απόδειξης. (ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 2219/2014). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της.(ΑΠ 869/2019,ΑΠ 1563/2018, 1324/2018). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1036/2021, ΑΠ 1003/2019, ΑΠ 704/2018, ΑΠ 1000/2017). ). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1545/2022, ΑΠ 1559/2021, ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2661/2021 αποφάσεώς του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιόν του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Στις 14Ιουλίου 2016 απεβίωσε στην Αγία ..., ο Γ. Β. του Π. και της Ι., κάτοικος εν ζωή ομοίως, ο οποίος κατέλιπε ως εγγυτέρους εν ζωή συγγενείς του τα τρία (3) τέκνα του και δη τον ενάγοντα, την εναγομένη και την έτερη θυγατέρα του Τ.-Μ. Β., τα οποία κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή θα τον κληρονομούσαν κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, στις 9.1.2017, δημοσιεύθηκε με το υπ'αριθ. 41/9.1.2017 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ'αριθ. ... πράξη από το Ειρηνοδικείο ..., η από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, δυνάμει της οποίας ο διαθέτης, αφού ανέφερε ότι διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην ... όπου είναι κατατεθειμένο χρηματικό ποσό που έχει αποκτήσει από την εργασία του και ότι δεν συμπεριέλαβε τον ενάγοντα υιό του, γιατί εργάζεται στην ..., ότι έβαλε ως συνδικαιούχο την εναγομένη θυγατέρα του η οποία τον εξυπηρετεί στις καθημερινές του ανάγκες λόγω ηλικίας, εγκατέστησε κληρονόμους του τους διαδίκους στα ποσά που θα έχουν απομείνει στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και δη τον ενάγοντα κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) και την εναγομένη κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) . Ειδικότερα, κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη α) στην τράπεζα "..." τηρούνταν επ'ονόματι του θανόντος, της εναγομένης θυγατέρας του και της προαποβιώσασας συζύγου του Ι. - Ε. Β. : α) ο υπ'αριθ. ... καταθετικός λογαριασμός με υπόλοιπο εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (2.776,55), β) ο υπ'αριθ. ... καταθετικός λογαριασμός με μηδενικό υπόλοιπο, γ) ο υπ'αριθ. ... λογαριασμός με μηδενικό υπόλοιπο και δ) ο υπ'αριθ. ... καταθετικός λογαριασμός με υπόλοιπο εκ ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. 2) στην "..." τηρούνταν επ'ονόματι του θανόντος και της εναγομένης θυγατέρας του: α) ο υπ'αριθ. 666/615071-38 καταθετικός λογαριασμός με υπόλοιπο εκ ποσού οκτώ λιρών ...ς (GBP) και πενήντα τεσσάρων πενών (8,54), άλλως δέκα ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (10,24) με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων... και β) η υπ'αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση με υπόλοιπο εκ ποσού εκατόν είκοσι μίας χιλιάδων εκατόν είκοσι πέντε (121.125) λιρών ...ς (GBP), άλλως εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων εκατόν ενενήντα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (145.190,29), με βάση την ίδια ως άνω νομισματική ισοτιμία και 3) στην "..." τηρούνταν με κύριο δικαιούχο την εναγομένη, συνδικαιούχο τον θανόντα και στην κατωτέρω αναφερόμενη υπό στοιχεία "α" περίπτωση συνδικαιούχο και την προαποβιώσασα σύζυγό του : α) υπ' αριθ. 21715647 προθεσμιακή κατάθεση εκ ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) λιρών ...ς (GBP), άλλως πενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και επτά λεπτών (59.934,07), με βάση την ίδια ως άνω νομισματική ισοτιμία, β) η υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση εκ ποσού πενήντα χιλιάδων εκατόν πενήντα εννέα λιρών ...ς (GBP) και ογδόντα ενός πενών ( 50.159,81) , άλλως εξήντα χιλιάδων εκατόν είκοσι πέντε ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (60.125,23) με βάση την ίδια ως άνω νομισματική ισοτιμία και γ) η υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση με υπόλοιπο εκ ποσού τριάντα πέντε χιλιάδων εκατόν έξι λιρών ...ς (GBP) και εβδομήντα έξι πενών (35.106,76), άλλως σαράντα δύο χιλιάδων ογδόντα ενός ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (42.081,82), με βάση την ίδια ως άνω νομισματική ισοτιμία. Κατά συνέπεια ο διαθέτης διατηρούσε κατά το χρόνο του θανάτου του συνολικές τραπεζικές καταθέσεις εκ συνολικού ποσού τριακοσίων είκοσι χιλιάδων εκατόν δεκαοκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (320.118,60), ήτοι 2.776,55 ευρώ + 10.000 ευρώ + 10,24 ευρώ + 145.190,29 ευρώ + 59.934,07 ευρώ + 60.125,63 ευρώ + 42.081,82 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνδικαιούχος στις ανωτέρω καταθέσεις είχε ορισθεί η εναγομένη, και ότι είχε συμπεριληφθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. ..., σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους κοινού λογαριασμού η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς ... Για το λόγο αυτό άλλωστε η από ... και με ΓΑΚ /ΕΑΚ 12035/1214/2018 προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αυτός ζητούσε κυρίως να αναγνωριστεί το εκ διαθήκης κληρονομικό του δικαίωμα επί των προαναφερομένων τραπεζικών καταθέσεων του θανόντος πατρός του, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, καθόσον κρίθηκε ότι, κατ'εφαρμογή του προεκτεθέντος άρθρου 2 του ν. ..., τα κατατεθέντα στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά δεν ανήκαν στην κληρονομία, αλλά περιήλθαν αυτοδικαίως στην επιζήσασα συνδικαιούχο - εναγομένη, περαιτέρω δε απορρίφθηκε ως αόριστη η επικουρική βάση της ως άνω προγενέστερης αγωγής περί μέμψης άστοργης δωρεάς προς την εναγομένη ως προς τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις με τις οποίες προσβλήθηκε η νόμιμη μοίρα του κατά το αιτούμενο με την αγωγή αυτή ποσό... Ακολούθως, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή, επανέφερε την ως άνω απορριφθείσα ως αόριστη αγωγική βάση περί μέμψης άστοργης δωρεάς. Όσον αφορά τα ως άνω κατατεθέντα αξιόλογα χρηματικά ποσά, αποδείχθηκε ότι αυτά προέρχονταν εξ ολοκλήρου από την επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα εισαγωγικών γαλακτοκομικών (τυροκομικών) προϊόντων και εξαρτημάτων γεώτρησης που είχε αναπτύξει ο πατέρας των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα που ζούσε με την οικογένειά του στη Ρουμανία, την οποία συνέχισε και μετά τη μετεγκατάσταση της οικογένειάς του στην Ελλάδα το έτος 1983 αναπτύσσοντας συνεργασία με τις εταιρείες ... κλπ. του επιχειρηματία Π. Π., απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού της εναγομένης ότι ο θανών είχε συμβάλλει στις εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις κατά το ποσοστό μόνο του ενός έκτου (1/6) . Η εναγομένη... παραπονείται κατά της κρίσης της εκκαλουμένης, που δέχθηκε ότι η μητέρα των διαδίκων Ι. - Ε. Β. και σύζυγος του διαθέτη, δεν είχε οικονομική συμμετοχή στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις, υποστηρίζοντας ότι οι γονείς της από κοινού είχαν αναπτύξει στη Ρουμανία την εμπορική τους δραστηριότητα, επί πλέον δε η μητέρα τους επί είκοσι ένα έτη υπήρξε καθηγήτρια σε δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα και παραλλήλως παρέδιδε συμπληρωματικά ιδιαίτερα μαθήματα αποκτώντας έτσι αξιόλογα εισοδήματα και αποταμιεύσεις. Ο ισχυρισμός της αυτός, ωστόσο δεν αποδείχθηκε, αφού κατά τη χρονική περίοδο που η οικογένεια βρισκόταν στη Ρουμανία, με δεδομένη την πολιτική κατάσταση που υπήρχε (καθεστώς ...), οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ιδιαιτέρως χαμηλοί, υπήρχαν στερήσεις σε βασικά αγαθά και δεν ήταν δυνατή η αποταμίευση από τα πενιχρά έσοδα. Εξάλλου, δεν είχε και δεν θα μπορούσε να έχει συμμετοχή στην επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της, αφού εργαζόταν ως καθηγήτρια σε σχολείο, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και ταυτόχρονα μεγάλωνε δύο ανήλικα τέκνα (τις δύο αδελφές του ενάγοντος), με δεδομένη δε την οικονομική κατάσταση της χώρας τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και από τα ιδιαίτερα μαθήματα που παρέδιδε δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις επικαλούμενες απολαβές. Επί πλέον, μετά την μετεγκατάσταση της οικογένειας στην Ελλάδα το έτος 1983, έπαψε να εργάζεται και εισέπραττε μόνο μία μικρή σύνταξη από τη Ρουμανία. Κατά συνέπεια, με βάση τα προεκτεθέντα χαμηλά βιοποριστικά εισοδήματα, δεν μπορούσε να έχει συμμετοχή στις επίδικες σημαντικές τραπεζικές καταθέσεις κατά ποσοστό ενός έκτου (1/6) όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη... Περαιτέρω, η εναγομένη ... παραπονείται κατά της κρίσης της εκκαλουμένης που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε συμμετοχή της ίδιας στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις κατά ποσοστό ενός έκτου (1/6). Ειδικότερα ο ισχυρισμός της ότι απασχολήθηκε σε διάφορες εταιρείες και αποκόμισε δια της εργασίας της βιοποριστικό εισόδημα, καθώς και ότι απέκτησε σημαντικά εισοδήματα από τη διαχείριση κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, όπως και το γεγονός της αποστολής τραπεζικών εμβασμάτων στον ενάγοντα, καθώς δεν προσκόμισε αποδεικτικά προς τούτο έγγραφα, σχετικά δε με την επαγγελματική της απασχόληση και τις οικονομικές της απολαβές, έγγραφα από εταιρείες στις οποίες να προσέφερε υπηρεσίες, έγγραφα από χρηματιστηριακές εταιρείες, δηλώσεις εισοδήματος από χρηματιστηριακές συναλλαγές, αντιθέτως από τα φορολογικά της έγγραφα, που προσκόμισε ο ενάγων, προέκυψαν εισοδήματα μη συνδεόμενα με την επικαλούμενη συμβολή της στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις (βλ. τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1997, 1999, 2000 και 2001, όπου έχουν δηλωθεί αντίστοιχα ως εισοδήματα ποσά 949.451 δραχμών ή 2.786,36 ευρώ, 905.196 δραχμών ή 2.656,14 ευρώ, 3.554.451 δραχμών ή 10.431,26 ευρώ και 3.981.371 δραχμών ή 11.684,14 ευρώ, τη φορολογική δήλωση του οικονομικού έτους 2002, όπου έχει δηλωθεί ως εισόδημα ποσό 5.545.688 δραχμών ή 16.274,95 ευρώ και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016 και 2017, όπου έχουν δηλωθεί αντίστοιχα ως εισοδήματα τα ποσά των 13.840,10 ευρώ, μηδενικό ποσό για τα οικονομικά έτη 2004-2007, 7.820,74 ευρώ, 6.071,95 ευρώ, 791,16 ευρώ, ζημία 2.196, 57 ευρώ, ζημία 1.126,49 ευρώ, μηδενικό εισόδημα για τα οικονομικά έτη 2013-2014, 1.784,40 ευρώ και 3.240,03 ευρώ). Την κρίση του Δικαστηρίου αυτή, ενισχύει η ύπαρξη τραπεζικών εγγράφων εκδοθέντων σε αρκούντως προγενέστερα του επιδίκου χρονικά σημεία στα οποία αναγράφεται ο θανών αποκλειστικός ή κύριος δικαιούχος αξιόλογων χρηματικών ποσών που συνάδουν με τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις (... από 1.4.2005 συνοπτική παρουσίαση τραπεζικής σχέσης της "..." , όπου έχει καταχωρηθεί στο όνομα του θανόντος ως σύνολο καταθέσεων και επενδύσεων το ποσό των 326.547,25 ευρώ,... το από 6.10.2004 έγγραφο της "...", στο οποίο βεβαιώνεται ότι είναι κατατεθειμένο το χρηματικό ποσό των 109.132,64 ευρώ με δικαιούχους τον θανόντα, τη σύζυγό του και τους διαδίκους και... την από 31.12.2014 καρτέλα επενδυτή της τράπεζας "...", στην οποία βεβαιώνεται ότι το χαρτοφυλάκιο με κύριο δικαιούχο τον θανόντα και συνδικαιούχους τη σύζυγο του και τους διαδίκους ανερχόταν κατά την ως άνω ημερομηνία στο ποσό των 242.163,30 ευρώ)... Όσον αφορά στην οικονομική επιφάνεια του κληρονομουμένου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και η αδελφή των διαδίκων, Τ. - Μ. Β., επιβεβαίωσαν την εύρωστη οικονομική επιφάνεια αυτού, προερχόμενη από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, σε αντίθεση με τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της εναγομένης οι οποίοι δεν επιβεβαίωσαν την οικονομική συμμετοχή της ίδιας ή της μητέρας των διαδίκων στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις... Ακολούθως, η εναγομένη, ... δεν επαναφέρει την απορριφθείσα πρωτοδίκως ως ουσία αβάσιμη ένσταση συμψηφισμού, ήτοι ανταπαίτηση δική της από άτυπη δωρεά εκείνης προς τον ενάγοντα, ποσού 29.400 ευρώ (600 ευρώ μηνιαίως μέσω τραπεζικών εμβασμάτων Χ 49 μήνες) με την απαίτηση του τελευταίου από τη νόμιμη μοίρα, αλλά προβάλλει νέο ισχυρισμό, ότι το ποσό των 29.400 ευρώ, αφού κρίθηκε ότι δεν ανήκει στην ίδια αλλά στον πατέρα των διαδίκων, ότι τα χρήματα αυτά ήταν δωρεά εν ζωή (παροχή) εκείνου προς τον ενάγοντα που έπρεπε να υπολογισθεί στη πλασματική κληρονομία του και να αφαιρεθεί από τη δικαιούμενη από τον ενάγοντα νόμιμη μοίρα. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ... Η εναγομένη... επαναφέρει τον πρωτοδίκως απορριφθέντα ισχυρισμό ότι ο ενάγων πρέπει να περιοριστεί στην γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος που του μεταβίβασε εν ζωή ο κληρονομούμενος, διότι με την αξίωση δια της κρινόμενης αγωγής της δικαιούμενης νόμιμης μοίρας του παρέβη την εκφρασθείσα ανωτέρω από ... ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος βούληση και ως εκ τούτου επήλθε σε βάρος του η εκ διαθήκης κύρωση του περιορισμού του στη νόμιμη μοίρα και δη στο εν λόγω περιουσιακό στοιχείο . Ο ισχυρισμός αυτός... τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, ο όρος της προαναφερόμενης διαθήκης δεν διατήρησε την ισχύ του, αφού σε μεταγενέστερο της σύνταξής της χρονικό σημείο και δη με το υπ'αριθ. .../11.11.2010 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. συζ. Θ. Π., μεταβιβάσθηκε, ... το εν λόγω ακίνητο στον ενάγοντα και συμπεριλήφθηκε στο συμβόλαιο όρος περί μη καταλογισμού της προκειμένης παροχής στο κληρονομικό του μερίδιο, γεγονός που κατέστησε την επίμαχη διαθήκη κατά το σκέλος αυτό άνευ αντικειμένου. Επιπροσθέτως, το από ... χειρόγραφο σημείωμα του διαθέτη που βρέθηκε στην οικία του μετά το θάνατό του... με το οποίο ο θανών, απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα ζήτησε να μη διεκδικήσει τίποτα από την εναγομένη, δεν παράγει έννομες συνέπειες, διότι, ακόμη κι αν εκληφθεί ως έστω μη δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη, οι διατάξεις της νόμιμης μοίρας είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου η διεκδίκηση από τον ενάγοντα - νόμιμο μεριδούχο της δικαιούμενης νόμιμης μοίρας του αποτελεί ενάσκηση νομίμου δικαιώματός του, που δεν εξαρτάται και δεν δύναται να περιοριστεί από τη βούληση του κληρονομουμένου. Περαιτέρω, η εναγομένη, ... ισχυρίσθηκε ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, γιατί έκρινε ότι δεν έπρεπε να αποτυπωθεί οικονομικά ως αξία στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις, η παροχή των υπηρεσιών φροντίδας εκ μέρους της προς τους γονείς της για το χρονικό διάστημα των ετών 2013-2016 και αντίστοιχα η δαπάνη που εξοικονόμησαν οι τελευταίοι,καθόσον δεν κατέβαλαν αμοιβή σε τρίτο για την παροχή φροντίδας..., ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα είχαν δαπανήσει το συνολικό ποσό των 218.400 ευρώ (1.400 ευρώ μηνιαίως Χ 13 έτη) πλέον αναλογούντων δώρων και επιδομάτων... και εν τέλει το συνολικό ποσό των 254.800 ευρώ. Ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η προεκτεθείσα στάση της προς τους γονείς της..., δεν θεμελιώνει τον ισχυρισμό της επικαλούμενης συμβολής της στις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις, δοθέντος, ότι η εν λόγω υποστηρικτική συμπεριφορά της εναγομένης προς τους γονείς της, νοείται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 1507 ως έμπρακτη βοήθεια λόγω των στενών οικογενειακών δεσμών και ισχυρών μεταξύ τους συναισθημάτων, αιτία για την οποία άλλωστε, πραγματοποιήθηκε χωρίς αμοιβή, ως είθιστα στη μέση ελληνική οικογένεια... Από τα προεκτεθέντα, και δοθέντος ότι στις συμβάσεις των επιδίκων τραπεζικών λογαριασμών είχε τεθεί ο όρος του όρου 2 του ν. 5632/1938, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο θανών συνέταξε την προαναφερόμενη διαθήκη, δυνάμει της οποίας όρισε την εναγομένη ως δικαιούχο των εν λόγω τραπεζικών καταθέσεων κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συνάγεται ότι οι επίδικες τραπεζικές καταθέσεις κατατέθηκαν από τον θανόντα στους ανωτέρω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς από χαριστική αιτία, έτσι ώστε να επωφεληθεί η συνδικαιούχος - εναγομένη του ενεργητικού υπολοίπου της κατάθεσης μετά το θάνατο του παρέχοντος πατρός της. Το συμπέρασμα αυτό καταφάσκει προεχόντως από τη συνεκτίμηση του περιεχομένου της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος, από την οποία συνάγεται ότι ο διαθέτης δεν επιθυμούσε να έχει η εναγομένη, όσο ζούσε ακόμη ο ίδιος, αυτόνομη πρόσβαση και δυνατότητα διαχείρισης των τραπεζικών κεφαλαίων προς ίδιον όφελος αλλά μόνο για τη διευκόλυνση των δικών του τραπεζικών του συναλλαγών, όπως ρητά ο ίδιος μνημόνευσε στην προκειμένη διαθήκη του. Στο πλαίσιο αυτό ..., οι εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις λογίζονται σε σχέση με την εναγομένη ως κληροδοσία (άρθρο 1714 ΑΚ) κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), που μνημονεύθηκε στην ανωτέρω διαθήκη ότι περιέρχεται σ'αυτήν και ως δωρεά αιτία θανάτου κατά το υπόλοιπο ποσοστό, που λαμβάνεται επίσης ως κληροδοσία κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος - μεριδούχου και κατά τον υπολογισμό αυτής (άρθρα 2032 και 2035 ΑΚ), επισημειουμένου προσέτι ότι η έλλειψη συμβολαιογραφικού τύπου για τις ανωτέρω αιτία θανάτου δωρεές αναπληρώθηκε εν προκειμένω από την κατάθεση των χρημάτων στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Επομένως, οι προαναφερόμενες κληροδοσίες θεωρούνται ως υπάρχουσες στην κληρονομία και υπολογίζονται στο ενεργητικό της κατ'άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. α ΑΚ... Ο 12ος πρόσθετος λόγος έφεσης με τον οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η κληρονομία του πατέρα τους δεν ήταν μηδενική, αλλά υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία αξίας 8.770 ευρώ, ήτοι αυτοκίνητο αξίας 3.000 ευρώ και οικοσκευή αξίας 5.770 ευρώ, συνιστά ισχυρισμό μη προταθέντα παραδεκτά στη συζήτηση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, καθώς προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ... Ακολούθως, η εναγομένη... παραπονείται κατά της εκκαλουμένης γιατί αποδέχθηκε νεότερα στοιχεία για την επανέγερση της αγωγής του, συμπεριληφθέντα ήδη στην προγενέστερη αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 745/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεπώς καλύπτονται από το δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος... καθόσον ανεξαρτήτως των όσων αναφέρθηκαν στην εξέταση του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης περί δεδικασμένου, χρονολογικά γίνεται αναφορά στην αγωγή για τους μήνες Αύγουστο/Σεπτέμβριο του έτους 2014, ωστόσο ο ενάγων αναφερόμενος σε' ''νεότερα στοιχεία'' κάνει λόγο για πράγματι νεότερα στοιχεία σε σχέση με τους μήνες αυτούς του έτους 2014 και άρα η προκειμένη αναφορά σε νεότερα στοιχεία δεν σχετίζεται με την προγενέστερη αγωγή του. Με τον 15ο πρόσθετο λόγο της έφεσης η εναγομένη παραπονείται κατά της εκκαλουμένης για την εσφαλμένη κρίση της προβάλλοντας ότι δέχθηκε ως τελευταία βούληση του πατρός της την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του και απέρριψε τα ευρεθέντα στην οικία του σημειώματα με τα οποία δηλώνεται η τελευταία βούλησή του και επικουρικώς γιατί εμφανώς παρερμήνευσε τη διατύπωση της δεύτερης διαθήκης του, επεκτείνοντας την ισχύ της επί του συνόλου των τραπεζικών καταθέσεων και όχι μόνον αυτών που έφεραν αποκλειστικά το όνομά του. Και ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από την εναγομένη ιδιόχειρα σημειώματα δεν αποτελούν διαθήκη, ούτε κατά τα τυπικά στοιχεία τους, ούτε κατά περιεχόμενο και άλλωστε συντασσόμενα από τον κληρονομούμενο, ο τελευταίος είχε κατά νου την επίμαχη από ... ιδιόγραφη διαθήκη του με την οποία κληροδοτούσε στον ενάγοντα υιό του το 40% των τραπεζικών του καταθέσεων εννοώντας να μη διεκδικήσει μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό... Τέλος, η εναγομένη ... προέβαλε την αιτίαση κατά της εκκαλουμένης ότι κατά παράβαση των περί αποδείξεως διατάξεων δεν έλαβε υπόψη της σχετικό που προσκόμισε πρωτοδίκως και συγκεκριμένα τα εμβάσματα χρηματικών ποσών που ελάμβανε ο ενάγων κατά το διάστημα 2010-2014 κατά την παραμονή του στην .... Ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο ελήφθη υπόψη από την εκκαλουμένη, πλην όμως δεν έγινε δεκτό κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων... Ενόψει των προαναφερθέντων, η αξία, της πραγματικής κληρονομίας του θανόντος, ανήλθε στο συνολικό ποσό των τριακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων εκατόν δέκα οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (323.118,60), ήτοι 320.118,60 ευρώ (αξία τραπεζικών καταθέσεων ) + 3.000 ευρώ (αξία οχήματος) . Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου, ανήλθαν στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, γεγονός που δεν αρνήθηκε η εναγομένη και ως εκ τούτου το εν λόγω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί από την ανωτέρω συνολική αξία της πραγματικής κληρονομίας, που ανέρχεται μετά ταύτα στο ποσό των τριακοσίων είκοσι μίας χιλιάδων εκατόν δεκαοκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών (321.118,60). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε προβεί εν ζωή σε γονικές παροχές προς τους διαδίκους και ειδικότερα: α) δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. συζ. Θ. Π., το γένος Α. Τ., μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον ενάγοντα και δη για τη δημιουργία και διατήρηση οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας τη ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ'όρου ζωής του ιδίου την επικαρπία, το υπ'αριθ. ένα (1) διαμέρισμα του δευτέρου (Β) πάνω από το ισόγειο-πυλωτή ορόφου μιας πολυκατοικίας κείμενης εντός του Δήμου ... στη θέση "..." ή "..." και επί της οδού ...... επιφανείας εκατόν οκτώ (108) τετραγωνικών μέτρων, αξίας (της ψιλής κυριότητας) εκ ποσού εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ενός ευρώ και ενός λεπτού (138.401,01), επισημειουμένου ότι συμπεριλήφθηκε ο όρος ότι η εν λόγω περιουσιακή παροχή δεν θα υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα του ενάγοντος - λήπτη και β) δυνάμει του υπ'αριθ. ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην εναγομένη και δη για τη δημιουργία και διατήρηση οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας τη ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ'όρου ζωής του ιδίου την επικαρπία, το υπ'αριθ. ένα (1) διαμέρισμα του τρίτου (Γ) πάνω από το ισόγειο-πυλωτή ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, ... επιφανείας εκατόν είκοσι έξι (126) τετραγωνικών μέτρων, αξίας (της ψιλής κυριότητας) εκ ποσού εκατόν εξήντα εννέα χιλιάδων εκατόν πενήντα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (169.156,80 ), επισημειουμένου ότι συμπεριλήφθηκε ο όρος ότι η εν λόγω περιουσιακή παροχή δεν θα υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα της εναγομένης - λήπτριας. Τα προαναφερόμενα ακίνητα ταυτίζονται με τα μνημονευόμενα σε προγενέστερη της επίδικης, από 12-1-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του θανόντος, που δημοσιεύτηκε στις 4.3.2019 με το υπ'αριθ. 162/4.3.2019 πρακτικό του Ειρηνοδικείου ..., στην οποία ο διαθέτης εξέφρασε την επιθυμία του οι κληρονόμοι του να σεβαστούν τις επιθυμίες του και να μη καταφύγουν στις διατάξεις περί νόμιμης μοίρας, άλλως όρισε, ο παραβάτης αυτής της επιθυμίας του να περιοριστεί στη νόμιμη μοίρα την οποία έκαστος των διαδίκων θα ελάμβανε από τα ανωτέρω διαμερίσματα. Στη διαθήκη αυτή, είχε επισυναφθεί και η από ... ιδιόγραφη συμπληρωματική διαθήκη του θανόντος στην οποία ο διαθέτης όριζε κληρονόμο του γραφείου και της βιβλιοθήκης που βρισκόταν στο Β-1 διαμέρισμα τον ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η αμέσως παραπάνω διαθήκη, ως προς τα ακίνητα αυτά κατέστη άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, οι αξίες των προαναφερόμενων γονικών παροχών θα προστεθούν την άνω αξία της πραγματικής κληρονομίας του θανόντος και με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η αξία της πλασματικής κληρονομίας του κληρονομουμένου εκ ποσού εξακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και σαράντα ενός λεπτών ( 628.676,41), ήτοι 321.118,60 ευρώ (συνολική αξία πραγματικής κληρονομίας) + 138.401,01 ευρώ (αξία μεταβιβασθείσας ψιλής κυριότητας διαμερίσματος στον ενάγοντα) + 169.156,80 ευρώ (αξία μεταβιβασθείσας ψιλής κυριότητας διαμερίσματος στην εναγομένη). Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο... ισχυρισμός της εναγομένης, ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθούν στην κληρονομία του θανόντος οι ως άνω γονικές παροχές προς τους διαδίκους, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συνιστούν δωρεές αλλά γονικές παροχές και συμπεριλήφθηκε σε αυτές όρος περί παραιτήσεως των συμβληθέντων από δικαίωμα προσβολής τους, διότι η εξαίρεση του μη καταλογισμού προβλέπεται μόνο για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα παροχές (άρθρο 1833 παρ. 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής μερίδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα), η οποία περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά. Περαιτέρω, αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά τον υπολογισμό για την εξεύρεση της πλασματικής κληρονομίας του θανόντος οι ανωτέρω γονικές παροχές πρέπει να ληφθούν υπόψη με βάση την αξία της πλήρους κυριότητας και όχι της μεταβιβασθείσας ψιλής κυριότητας στους διδίκους, διότι στην περίπτωση που δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από το δωρητή - κληρονομούμενο της επικαρπίας, λαμβάνεται υπόψη η αξία της ψιλής κυριότητας κατά το χρόνο της δωρεάς, ακόμη κι αν η επικαρπία αποσβέσθηκε προς όφελος του δωρεοδόχου-ψιλού κυρίου... Συνεπώς για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, ως μεριδούχου του θανόντος πατρός του, πρέπει να ληφθεί ως βάση το σύνολο της καταλιπόμενης (πλασματικής) κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος, επί του οποίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813 και 1825 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, ο ενάγων δικαιούται ως νόμιμη μοίρα το ήμισυ του δικαιούμενου κληρονομικού του μεριδίου και δη ποσοστό ενός έκτου (1/6), ήτοι 1/3 νόμιμο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο Χ 1/2 ποοσοστό νόμιμης μοίρας, που αντιστοιχεί στο ποσό των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (104.779,40), ήτοι 628.676,41 ευρώ Χ 1/6. Από το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί το ποσό των 1.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο του ενάγοντος επί του ανωτέρω καταλιπομένου οχήματος (βλ. 1/3 εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο Χ 3.000 ευρώ αξία οχήματος), ενώ το υπόλοιπο ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών ( 103.779,40), πρέπει να καλυφθεί από τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις που θεωρούνται κληροδοσίες και συνεπώς είναι συμμέτρως άκυρες κατά το μέρος που θίγουν το δικαίωμα του ενάγοντος ως νόμιμου μεριδούχου του κληρονομουμένου, δηλαδή χωρίς να απαιτείται η οποιαδήποτε προσβολή τους με μέμψη άστοργης δωρεάς, που καθίσταται μετά ταύτα άνευ αντικειμένου. Κατά συνέπεια, λογίζονται αυτοδικαίως ως άκυρες οι κληροδοσίες - αιτία θανάτου δωρεές που έγιναν από τον κληρονομούμενο προς την εναγομένη : 1) στην τράπεζα "..." α) με τον υπ'αριθ. ... κοινό καταθετικό λογαριασμό και μέχρι το ποσό των εννιακοσίων ευρώ και δεκατριών λεπτών (900,13) και β) με τον υπ' αριθ. ... κοινό καταθετικό λογαριασμό και μέχρι το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων σαράντα ενός ευρώ και ενενήντα λεπτών (3.241,90), 2) στην "...": α) με τον υπ'αριθ. 666/615071-38 κοινό καταθετικό λογαριασμό και μέχρι το ποσό των τριών ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (3,31) και β) με την υπ'αριθ. ... κοινή προθεσμιακή κατάθεση και μέχρι το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων εξήντα εννέα ευρώ και τριάντα ενός λεπτών ( 47.069,31) και 3) στην "...": α) με την υπ'αριθ. 21715647 κοινή προθεσμιακή κατάθεση και μέχρι το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα ευρώ και πέντε λεπτών ( 19.430,05),β) με την υπ'αριθ. ... κοινή προθεσμιακή κατάθεση και μέχρι το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα δύο ευρώ και δεκαέξι λεπτών (19.492,16) και γ) με την υπ'αριθ. ... κοινή προθεσμιακή κατάθεση και μέχρι το ποσό των δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων σαράντα δύο ευρώ και πενήντα τριών (13.642,53).Με βάση τα προεκτεθέντα και δεδομένου ότι οι ανωτέρω τραπεζικές εταιρίες διατηρούν αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των χρημάτων των καταθέσεων, ο ενάγων-μεριδούχος έχει, με τις διατάξεις των άρθρων 2035,1827, 1829 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, ενοχική αξίωση για το ανωτέρω ποσό που απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του, την οποία και πρόβαλε με την κρινόμενη αγωγή. Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι δια των επιδίκων τραπεζικών καταθέσεων προσβλήθηκε η δικαιούμενη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος κατά το ανωτέρω χρηματικό ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (103.779,40) και επομένως θα πρέπει να αναγνωρισθεί η σύμμετρη, κατά τα προαναφερόμενα, ακυρότητα των προκείμενων τραπεζικών καταθέσεων, καθώς και ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, ως δικαιούμενη νόμιμη μοίρα του το ανωτέρω ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (103.779,40), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση του ποσού..." . Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε: 1) ότι κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα των διαδίκων τηρούνταν στο όνομά του, στο όνομα της προαποβιώσασας συζύγου του και της εναγομένης θυγατέρας του συνολικές τραπεζικές καταθέσεις στις ως άνω τράπεζες συνολικού ποσού 320.118,60 ευρώ, σε όλες δε τις σχετικές τραπεζικές συμβάσεις είχε συμπεριληφθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. ..., σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους κοινού λογαριασμού η κατάθεση και ο λογαριασμός της περιέχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, 2) ότι όλα τα κατατεθειμένα στις τράπεζες ποσά προέρχονταν αποκλειστικά από την πολυετή και εύρωστη επιχειρηματική δραστηριότητα του θανόντος, ο οποίος και σε αρκούντως προγενέστερα του επιδίκου χρονικά σημεία διατηρούσε ως αποκλειστικός ή κύριος δικαιούχος αξιόλογα χρηματικά ποσά και χαρτοφυλάκιο σε άλλες κατονομαζόμενες τράπεζες, που συνάδουν με τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις, στις οποίες ουδεμία οικονομική συμμετοχή είχαν η σύζυγος του θανόντος και μητέρα των διαδίκων ή η αναιρεσείουσα, 3) ότι μετά το θάνατο του κληρονομουμένου - πατέρα των διαδίκων, στις 2.9.2017, δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία από το Ειρηνοδικείο ..., η από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, στην οποία ο διαθέτης ανέφερε ότι διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην ..., όπου είναι κατατεθειμένο χρηματικό ποσό που έχει αποκτήσει από την εργασία του, και έκανε ρητή μνεία σε αυτήν ότι δεν συμπεριέλαβε στον τραπεζικό λογαριασμό τον υιό του - αναιρεσίβλητο, γιατί εργάζεται στην ... και έβαλε ως συνδικαιούχο την θυγατέρα του - αναιρεσείουσα, η οποία τον εξυπηρετεί στις καθημερινές του ανάγκες λόγω ηλικίας. Μετά δε τις ως άνω αναφορές εγκατέστησε με τη διαθήκη του αυτή κληρονόμους του τους διαδίκους στα ποσά που θα έχουν απομείνει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) τον αναιρεσίβλητο και 60% την αναιρεσείουσα, 4) ότι οι ως άνω τραπεζικές καταθέσεις, στις οποίες είχε περιληφθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5632/1938,κατατέθηκαν από τον θανόντα στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς από χαριστική αιτία, έτσι ώστε η αναιρεσείουσα να επωφεληθεί από αυτούς μετά το θάνατο του παρέχοντος - πατέρα της, όπως συνάγεται από το σαφές περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης του θανόντος, από το οποίο προκύπτει ότι ο ο διαθέτης δεν επιθυμούσε να έχει η αναιρεσείουσα, όσο ζούσε ακόμη ο ίδιος, αυτόνομη πρόσβαση και δυνατότητα διαχείρισης των τραπεζικών κεφαλαίων προς ίδιον όφελος αλλά μόνο προς εξυπηρέτηση των δικών του τραπεζικών συναλλαγών, 5) ότι οι εν λόγω τραπεζικές καταθέσεις λογίζονται σε σχέση με την εναγομένη ως κληροδοσία κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), που μνημονεύθηκε στην ανωτέρω διαθήκη ότι περιέρχεται σ'αυτήν και ως δωρεά αιτία θανάτου κατά το υπόλοιπο ποσοστό, που λαμβάνεται επίσης ως κληροδοσία κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος - μεριδούχου και κατά τον υπολογισμό αυτής. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, δεν παρέβη τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθόσον από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει εμμέσως ότι αυτό, στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρθηκε πανηγυρικά στη μνεία των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, προσέφυγε στην ερμηνεία τους προκειμένου να διαπιστώσει τη βούληση του πατέρα των διαδίκων σχετικά με το εάν συμπεριέλαβε ως συνδικαιούχο και την αναιρεσείουσα στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που ανοίχθηκαν από τον ίδιο με αποκλειστικά δικά του χρήματα, από χαριστική αιτία, προκειμένου αυτή να τον εξυπηρετεί στις καθημερινές του ανάγκες και να επωφεληθεί από αυτούς μετά τον θάνατό του, ή αν ο θανών-δωρητής επιθυμούσε να έχει η αναιρεσείουσα, όσο ζούσε ακόμη ο ίδιος, αυτόνομη πρόσβαση και δυνατότητα διαχείρισής τους. Τούτο δε, διότι, το Εφετείο προέβη στον συσχετισμό των όρων των ως άνω τραπεζικών συμβάσεων με άλλα στοιχεία, όπως είναι η διαθήκη που είχε συντάξει ο καταθέτης, το γεγονός ότι οι εν λόγω κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί τροφοδοτούνταν αποκλειστικά με χρήματα του ίδιου, τις γονικές παροχές στις οποίες είχε προβεί εν ζωή προς αμφοτέρους τους διαδίκους, αλλά και σε περιστατικά από τα οποία προκύπτει και η βούληση της δωρεοδόχου - αναιρεσείουσας, να δεχθεί το αντικείμενο της δωρεάς (χρηματικά ποσά των κοινών λογαριασμών) μετά τον θάνατο του δωρητή - πατέρα της, γεγονός που συνάγεται, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, από το ότι αυτός την συμπεριέλαβε στους ως άνω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς χαριστικά, χωρίς κανένα αντάλλαγμα από αυτήν και χωρίς η ίδια να έχει όσο ζούσε ο δωρητής την απόλαυση των δωρηθέντων. Επί πλέον, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσο και εκείνες των άρθρων 496, 2032 και 2035 του ίδιου Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε,αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι με τις ως άνω καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς με τον πρόσθετο όρο του άρθρου 2 του ν. ... συντελέσθηκε δωρεά αιτία θανάτου προς την αναιρεσείουσα . Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι με τις ως άνω καταθέσεις του πατέρα των διαδίκων σε κοινούς λογαριασμούς, καταρτίσθηκαν δωρεές αιτία θανάτου προς την αναιρεσείουσα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, λόγος αναιρέσεως, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των αναιρετικών παραβάσεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στον προαναφερόμενο υπολογισμό της πλασματικής κληρονομίας του πατέρα των διαδίκων και της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται με τους λόγους αυτούς, κατά την εκτίμησή τους, ότι το Εφετείο ορθώς μεν υπολόγισε την πλασματική κληρονομία του πατέρα των διαδίκων στο ποσό των 630.676,41 ευρώ, συνυπολογίζοντας σε αυτήν και την αξία των διαμερισμάτων, τα οποία μεταβίβασε σε αμφοτέρους τους διαδίκους ο πατέρας τους με τα ... συμβόλαια γονικής παροχής, στα οποία ορίσθηκε να μην υπολογισθεί η εν λόγω περιουσιακή παροχή στην κληρονομική μερίδα του καθενός από αυτούς, πλην όμως ότι εσφαλμένα δεν αφαίρεσε από τη νόμιμη μοίρα του αναιρεσίβλητου την αξία του διαμερίσματος που έλαβε και ο ίδιος με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής, ποσού 138.401,01 ευρώ, ως συνεισεκτέα παροχή, ενώ αν εφάρμοζε και ερμήνευε ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου θα οδηγούνταν σε διαφορετικό υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, κατά τα προεκτιθέμενα, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ότι ο θανών είχε προβεί εν ζωή σε γονικές παροχές προς τους διαδίκους στις οποίες συμπεριλήφθηκε ο όρος ότι η εν λόγω περιουσιακές παροχές δεν θα υπολογισθούν στην κληρονομική μερίδα των διαδίκων - ληπτών , β) ότι συνεπώς οι αξίες των προαναφερόμενων γονικών παροχών θα προστεθούν την αξία της πραγματικής κληρονομίας του θανόντος και με τον τρόπο αυτό θα προκύψει η αξία της πλασματικής κληρονομίας του κληρονομουμένου εκ ποσού εξακοσίων είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (628.676,41), ήτοι 321.118,60 ευρώ (συνολική αξία πραγματικής κληρονομίας) + 138.401,01 ευρώ (αξία μεταβιβασθείσας ψιλής κυριότητας διαμερίσματος στον αναιρεσίβλητο) + 169.156,80 ευρώ (αξία μεταβιβασθείσας ψιλής κυριότητας διαμερίσματος στην αναιρεσείουσα), καθόσον αυτές δεν συνιστούν δωρεές αλλά γονικές παροχές και συμπεριλήφθηκε σε αυτές όρος περί παραιτήσεως των συμβληθέντων από δικαίωμα προσβολής τους, γ) ότι η εξαίρεση του μη καταλογισμού προβλέπεται μόνο για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα παροχές και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής μερίδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα σύμφωνα με το άρθρο 1831 παρ. 2 του ΑΚ, η οποία περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά. δ) ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου, ως μεριδούχου του θανόντος πατρός του, πρέπει να ληφθεί ως βάση το σύνολο της καταλιπόμενης (πλασματικής) κληρονομιαίας περιουσίας του θανόντος, επί του οποίου ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως νόμιμη μοίρα το ήμισυ του δικαιούμενου κληρονομικού του μεριδίου και δη ποσοστό ενός έκτου (1/6), ήτοι 1/3 νόμιμο εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο Χ 1/2 ποσοστό νόμιμης μοίρας, που αντιστοιχεί εν τέλει στο ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών ( (103.779,40), το οποίο πρέπει να καλυφθεί από τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις που θεωρούνται κληροδοσίες και συνεπώς είναι συμμέτρως άκυρες κατά το μέρος που θίγουν το δικαίωμα του ίδιου ως νόμιμου μεριδούχου του κληρονομουμένου, δηλαδή χωρίς να απαιτείται η οποιαδήποτε προσβολή τους με μέμψη άστοργης δωρεάς, που καθίσταται μετά ταύτα άνευ αντικειμένου. ε) ότι επειδή οι ανωτέρω τραπεζικές εταιρίες διατηρούν αυτοτελές δικαίωμα κυριότητας επί των χρημάτων των καταθέσεων, ο αναιρεσίβλητος -μεριδούχος έχει ενοχική αξίωση για το ανωτέρω ποσό που απαιτείται για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του η οποία και προσβλήθηκε δια των επιδίκων τραπεζικών καταθέσεων προσβλήθηκε κατά το ανωτέρω χρηματικό ποσό των εκατόν τριών χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και σαράντα λεπτών (103.779,40) . Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1825, 1831, 1833, 1834, 1835, 1895, 1899, 1900, 2035 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς διέλαβε σε αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τον υπολογισμό της πλασματικής κληρονομίας του πατέρα των διαδίκων και της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου. Συνεπώς είναι αβάσιμοι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.( ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Επί πλέον ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, όχι όμως οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που ενάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ.ΑΠ 25/2003) Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης κλπ.(ΑΠ 615/2019, ΑΠ 54/2017). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 54/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με τις ως άνω τραπεζικές καταθέσεις καταρτίσθηκαν δωρεές αιτία θανάτου προς την ίδια, οι οποίες λογίζονται ως κληροδοσίες και συμπεριλαμβάνονται στην κληρονομία του πατέρα των διαδίκων, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο και είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, και του επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, εφόσον σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς με τις τραπεζικές αυτές καταθέσεις καταρτίσθηκαν δωρεές εν ζωή προς την αναιρεσείουσα, με αίτημα την ανατροπή τους με βάση τις διατάξεις για τη μέμψη αστόργων δωρεών. Το Εφετείο, το οποίο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, δέχθηκε ότι με τις επίδικες τραπεζικές καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό καταρτίσθηκαν δωρεές αιτία θανάτου προς την αναιρεσείουσα από τον πατέρα τον διαδίκων, οι οποίες λογίζονται ως κληροδοσίες που είναι αυτοδικαίως άκυρες εφόσον με αυτές προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του αναιρεσίβλητου και έκρινε ότι τα δωρηθέντα περιλαμβάνονται στην κληρονομία του πατέρα των διαδίκων, ότι πρέπει να αναγνωριστεί η σύμμετρη ακυρότητα των εν λόγω κληροδοσιών - αιτία θανάτου δωρεών του θανόντος -κληρονομουμένου, καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος έχει ενοχική αξίωση για το ανωτέρω συνολικό ποσό των 103.779,40 ευρώ για την κάλυψη της θιγόμενης με αυτές νόμιμης μοίρας του, το οποίο και υποχρεούται να του καταβάλλει η αναιρεσείουσα,δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ. και ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος - υποχρέωσης). (ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ. 577/2013). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τελευταίο μέρος του τέταρτου λόγου αναίρεσης καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια ως προς την ανάγνωση του όρου του ... συμβολαίου γονικής παροχής με το οποίο ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος προς τον αναιρεσίβλητο . Ειδικότερα, αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με λανθασμένη ανάγνωση τον όρο του ως άνω συμβολαίου με τον οποίο προβλέπεται ότι " η παραπάνω περιουσιακή παροχή να μην υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα του αφετέρου- συμβαλλομένου-λήπτη" και απέδωσε σε αυτόν περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, κρίνοντας ότι με τον όρο αυτό προβλέπεται ο μη καταλογισμός της περιουσιακής αυτής παροχής στη νόμιμη μοίρα του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" εγγράφου, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η ίδια θεωρεί ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι με το ως άνω συμβόλαιο ο πατέρας των διαδίκων όρισε, όπως είχε δικαίωμα, να μην καταλογιστεί η συγκεκριμένη περιουσιακή παροχή στην κληρονομική μερίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είναι νόμιμος μεριδούχος , δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο (συμβόλαιο) που η ίδια προσβάλλει με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η απ' 22.7.2021 ένδικη αίτηση για αναίρεση της 2661/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.7.2021 αίτηση της Ε. - Ζ. Β. για αναίρεση της 2661/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ