Αριθμός 224/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) B. (Μ.) χας M. (Μ.) G. (Γ.), θυγ. V. (Β.) R. (Ρ.), κατοίκου .., 2) E. (Έ.) G. (Γ.) του M. (Μ.), 3) E. (Ε.) G. (Γ.) του M. (Μ.), κατοίκων ..., 4) V. (Β.) R. (Ρ.) του B. (Μ.), κατοίκου ..., 5) E. (Ε.) G. (Γ.) του A. (Α.), 6) D. (Ν.) G. (Γ.) του A. (Α.), 7) X. (Τ.) G. (Γ.) του A. (Α.), 8) S. (Σ.) G. (Γ.) του A. (Α.), κατοίκων ..., 9) E. (Ε.) συζ. E. (Ε.) G. (Γ.), θυγ. K. (Κ.) T. (Τ.), κατοίκου ..., 10) E. (Έ.) G. (Γ.) του M. (Μ.) και M. (Μ.) θυγ. D. (Ν.) C. (Κ.), κατοίκων ..., ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου άρρενος τέκνου τους που γεννήθηκε στις 20-7-2012 και 11) E. (Ε.) G. (Γ.) του M. (Μ.) και E. (Ε.) συζ. E. (Ε.) G. (Γ.), θυγ. K. (Κ.) T. (Τ.), κατοίκων ..., ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους L. (Λ.) G. (Γ.) του E. (Ε.), εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 6ος, 7ος και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Τακούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... AAEΓA", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. καταθ. 11710/532/2014 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την με αριθμ. καταθ. 3130/203/2015 αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1872/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή η υπέρβασή της, εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/2008, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 165/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 39/2005, Ολ.ΑΠ 9/2003, ΑΠ 518/2021). Στην περίπτωση αυτή της ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 864/2021, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 165/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 518/2021). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα, πρακτικά της παρούσας απόφασης, οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, όγδοος, δέκατοι και ενδέκατοι των αναιρεσειόντων, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως. Περαιτέρω, από τις με αριθμ. 2338Γ'/17-12-2020 και 4214/24-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στα Εφετεία Ευβοίας και Θεσσαλονίκης Ι. Μ. και Ι. Σ.-Μ., αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται, με τις προτάσεις τους, οι πρώτη, δεύτερος, έκτος, έβδομος και ένατη των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-3-2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο της 14-5-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (16-9-2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, μετά από την έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών (πρώτης, δεύτερου, έκτου, έβδομης και ένατης των αναιρεσειόντων) Δημήτριου Ανδρέου, ο οποίος, κατά τις ίδιες, ως άνω, εκθέσεις, φέρεται και ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, όγδοου, δέκατων και ενδέκατων των αναιρεσειόντων. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι τελευταίοι είχαν δώσει ρητή πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτούς, αφού δεν προσκομίζεται σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόψη αίτησης αναίρεσης ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει και ότι κλητεύθηκαν, εκ μέρους κάποιου από τους παρισταμένους διαδίκους (πρώτη, δεύτερο, έκτο, έβδομο και ένατη των αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων), προκειμένου να παραστούν, στη συζήτησή της, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, όγδοος, δέκατος και ενδέκατη των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, να παραστούν σ` αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, ως ενεχόμενοι σε ολόκληρο από αδικοπραξία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς διαδίκους (πρώτη, δεύτερο, έκτο, έβδομο και ένατη των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτους), πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς ασκείται παραδεκτά. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η με αριθμ. 1872/2018 προσβαλλόμενη, με την υπό κρίση, από 10-3-2020, αίτηση αναιρέσεως, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα [άρθρ. 681Α' του ΚΠολΔ], είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Στην από 3-12-2014 αγωγή (αριθμ. καταθ. 133668/5847/2014), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [πρώτη, δεύτερος, έκτος, έβδομος και ένατη], εξέθεταν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν [αγωγή], ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας την με αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένη, ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.Γ.Α.", προκάλεσε από υπαιτιότητά του, τον θανάσιμο τραυματισμό του Μ. Γ., συζύγου της πρώτης, πατέρα του δευτέρου, αδελφού των έκτου και έβδομου και πεθερού της ένατης των εναγόντων, ο οποίος οδηγούσε την με αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλη μοτοσικλέτα, υπό συνθήκες λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή. Ζήτησαν, κατόπιν τούτου, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου του οικείου τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Η εν λόγω αγωγή [συνεκδικασθείσα με τις από 29-1-2014 και 3-12-2014 αγωγές, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη], απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, με την με αριθμ. 1379/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες η, από 23-11-2015 [αριθμ. καταθ. 7124/2015], έφεση, οι οποίοι, επικαλούμενοι πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την καθ` ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής τους ως βάσιμης κατ` ουσίαν. Μετά την εκδίκαση της εν λόγω εφέσεως [συνεκδικασθείσα με τις από 19-12-2016 και 21-4-2017 εφέσεις, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη], εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ έννοια (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ....... κατά τις νυκτερινές ώρες ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 1872/2018 (προσβαλλομένη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''... Στις … Ιουνίου 2013 και ώρα 22.45', στην περιοχή Δ. της Χ. Ε. και επί της οδού ..., έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα μεταξύ της με αριθμ. κυκλ. ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, 999 κ.εκ., ιδιοκτησίας του ενάγοντος της πρώτης των ανωτέρω κυρίας αγωγής, πρώτου εναγόμενου της δεύτερης των ανωτέρω κυρίας αγωγής ... Ι. Α. (πρώτου αναιρεσιβλήτου), που οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) της δεύτερης κυρίας αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... και της με αριθμ. κυκλ. ΧΑΔ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, 111 κ.εκ, που οδηγούσε ο M. G. συγγενής των εναγόντων της δεύτερης των ανωτέρω κυρίας αγωγής και ειδικότερα σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, γαμβρός στη θυγατέρα του τετάρτου ενάγοντος, αδελφός των πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ογδόου των εναγόντων, πεθερός της ένατης ενάγουσας και παππούς των ανηλίκων που εκπροσωπούν νόμιμα οι με αρ. 10 και 11 ενάγοντες (αναιρεσείοντες), που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, στην εναγόμενη της πρώτης κυρίας αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕΓΑ (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη). Το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: ο οδηγός Ι. Α. εκινείτο στην προαναφερόμενη οδό, με κατεύθυνση από Χ. προς Δ., ενώ ο οδηγός M. G. στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Δ. προς Χ.. Και οι δύο παραπάνω οδηγοί εκινούντο στο αριστερό του επιδίκου οδοστρώματος, με ταχύτητα 80 περίπου χιλιομέτρων την ώρα ο οδηγός Α. και 50 περίπου χιλιομέτρων την ώρα ο οδηγός M. G. και προσέγγιζαν τον οικοδομικό αριθμό 42 της παραπάνω οδού, ενώ ο οδηγός M. G. κινείτο χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα του δικύκλου του. Στο εν λόγω σημείο, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, χωρίς διαχωριστική των δύο ρευμάτων πορείας της οριζόντια σήμανση, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,40 μέτρων, άσφαλτος, ευθεία και οριζόντια και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ. την ώρα. Επίσης κατά τον παραπάνω χρόνο, ήταν νύκτα, υπήρχε δημοτικός φωτισμός, προερχόμενος από κολώνες της ΔΕΗ, καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και υπήρχε μικρή κυκλοφορία οχημάτων και πεζών. Αμφότεροι οι οδηγοί των παραπάνω δικύκλων, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε, οδηγούσαν βρισκόμενοι υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ειδικότερα, στο αίμα του οδηγού Ι. Α. ανιχνεύθηκε αλκοόλ σε ποσοστό 0,80 γραμμ. ανά λίτρο αίματος και στο αίμα του οδηγού M. G. σε ποσοστό 2,03 γραμμ. ανά λίτρο αίματος. Κατά το χρόνο που ο οδηγός M. G. προσέγγιζε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 42 της παραπάνω οδού, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, στην οποία σαφώς συντέλεσε και η επίδραση της μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος το οποίο είχε προηγουμένως καταναλώσει, απώλεσε τον έλεγχο του δικύκλου του και εισήλθε στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, ήτοι στο ρεύμα εντός του οποίου κινούνταν η μοτοσικλέτα του Ι. Α.. Ο τελευταίος, μη έχοντας αντιληφθεί νωρίτερα την κίνηση του παραπάνω δικύκλου στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας, διότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό, καθόσον κινούνταν με "σβηστά" φώτα, όπως προαναφέρθηκε, αντιλήφθηκε το πρώτον το δίκυκλο ως "μία σκιά" κατά τη στιγμή που αυτό είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και παρεμβληθεί στην πορεία του σε πολύ κοντινή απόσταση και επιχείρησε άμεσα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν κατέστη εφικτό να αποτραπεί η μεταξύ τους σύγκρουση. Ειδικότερα, η μοτοσικλέτα του Ι. Α., βρισκόμενη στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας της, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας του M. G., την οποία, λόγω της διαφοράς ταχύτητας, όγκου και βάρους των δύο οχημάτων, εκτίναξε και εξέτρεψε προς τα αριστερά, ήτοι προς το ρεύμα πορείας της οδού που οδηγεί προς Χ., εντός του οποίου η μοτοσικλέτα του M. G. ανατράπηκε, δημιουργώντας ένα μικρό σκάψιμο στο οδόστρωμα, όπου και υπέστη ζημίες στο κάρτερ του κινητήρα της, με συνέπεια στο σημείο αυτό να έχουν σημειωθεί λάδια που χύθηκαν από τον κινητήρα και στη συνέχεια σύρθηκε στο οδόστρωμα καθ' όλο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Χ. με το αριστερό της μέρος και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος αυτού, όπου και ακινητοποιήθηκε, ενώ ο οδηγός της εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα πλησίον του σημείου κατάληξης του δικύκλου του. Η δε μοτοσικλέτα του οδηγού Ι. Α., εκτράπηκε προς τα δεξιά εντός του ρεύματος πορείας της, ήτοι αυτού προς Δ., ανατράπηκε, δημιουργώντας στο εν λόγω οδόστρωμα ένα βαθύ σκάψιμο και στη συνέχεια σύρθηκε με το αριστερό της μέρος στο οδόστρωμα, μαζί με τον οδηγό της, με διαγώνια δεξιά κλίση σε μήκος 18,5 μέτρων και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της. Συνέπεια της σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του M. G., ο τραυματισμός του οδηγού Ι. Α. και η ολοσχερής καταστροφή αμφοτέρων των δικύκλων. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, ιδίως, από τη συνταχθείσα αμέσως μετά το ατύχημα έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού, από τα οποία προκύπτουν οι συνθήκες της οδού, οι αρχικές πορείες των οχημάτων, οι τελικές τους θέσεις, η τελική θέση του σώματος του M. G., οι χαραγές επί του οδοστρώματος από το σύρσιμο των δικύκλων, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα και λάδια και δύο "σκαψίματα", ένα βαθύ και ένα μικρό, εκ των οποίων το πρώτο αποδίδεται στη μοτοσικλέτα του Ι. Α. και το δεύτερο σ' αυτή του έτερου οδηγού M. G., σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Ζ., η οποία κρίνεται πειστική, καθόσον ενισχύεται από τα παραπάνω αντικειμενικά ευρήματα και από τη λαμβανόμενη υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από 20-6-2013 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα κατά την ποινική προδικασία του Η. Α., καθώς και από την εκτίμηση των από 19-3-2014 και από 10-3-2014 τεχνικών εκθέσεων των ιδιωτών πραγματογνωμόνων Κ. Α. και Κ. Γ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, από τα αναγραφόμενα στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας προέκυψε ότι η μοτοσικλέτα του M. G. κινούνταν χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα της, καθόσον αυτά βρέθηκαν στη θέση "οff". Επιπρόσθετα κατά την εξέταση του δικύκλου του οδηγού M. G. που εγένετο από τους πραγματογνώμονες που διορίστηκαν από το τμήμα Tροχαίας ... για την εξέταση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων Θ. Μ. και Μ. Ι., διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση του ηλεκτρικού συστήματος του οχήματος του οδηγού M. G. δεν ήταν ικανοποιητική αφού υπήρχαν καλωδιώσεις σε κακή κατάσταση, ασφάλειες του ηλεκτρικού συστήματος να έχουν παραβιαστεί και αφαιρεθεί. Οι ανωτέρω διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Ζ. και Α. Η., σύμφωνα με τις οποίες ο οδηγός M. G., γνωστός στην ανωτέρω περιοχή, κυκλοφορούσε μόνιμα την μηχανή του χωρίς φώτα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εν προκειμένου υπήρξε είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του οδηγού Ι. Α. και τούτο διότι προσδιορίζουν το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως στο αναφερόμενο ανωτέρω μικρό σκάψιμο, όπου αμέσως μετά απ' αυτό υπάρχουν τα λάδια που χύθηκαν από τη μηχανή του οδηγού M. G. και με το δεδομένο ότι το σημείο αυτό απέχει 5 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού του ρεύματος στο οποίο εκινείτο ο οδηγός Α., με συνέπεια το σημείο αυτό να βρίσκεται μετά τη νοητή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, που τοποθετείται, με δεδομένο το πλάτος αυτού, στα 4,70 μέτρα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος αφού η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν μετωπική. Λόγω της μεγάλης διαφοράς της μάζας των δύο οχημάτων, όπως προαναφέρθηκε, το όχημα του οδηγού M. G., αμέσως μετά την σύγκρουση αρχικά εκτινάχτηκε και στη συνέχεια ανατράπηκε στο οδόστρωμα, όπου και το μικρό σκάψιμο έκτοτε δε σύρθηκε μέχρι την τελική του θέση. Στο σημείο της ανατροπής του στο οδόστρωμα, που απέχει από το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως, λόγω της εκτίναξής του κατά τα προαναφερόμενα, κτυπήθηκε ο κινητήρας, με συνέπεια την διαρροή λαδιών που εμφαίνονται πράγματι στο σχεδιάγραμμα, αμέσως μετά το προαναφερόμενο μικρό σκάψιμο. Συνακόλουθα το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως δεν ταυτίζεται με το σημείο του οδοστρώματος όπου βρέθηκε το μικρό σκάψιμο, αλλά πριν απ' αυτό, στο ρεύμα πορείας του οδηγού Α.. Η δε μοτ/τα του τελευταίου, ανατραπείσα στο οδόστρωμα από την επίδικη πρόσκρουση, δημιουργεί σ' αυτό το βαθύ σκάψιμο, που απέχει από το πεζοδρόμιο δεξιά της πορείας του, 4,45 μ., ήτοι βρίσκεται εντός του ρεύματος του. Με δεδομένο δε ότι η ανατροπή της στο οδόστρωμα έλαβε χώρα με την αριστερή της πλευρά, αφού σ' αυτή υπάρχουν ζημίες απ' αυτή και το σύρσιμο μετά την ανατροπή, οι τροχοί της πριν την ανατροπή της κινούνταν πιο δεξιά προς το κράσπεδο, ήτοι σε απόσταση μικρότερη των 4,45 μ., ήτοι εντός του ρεύματος της πορείας του. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η προσκομιζόμενη έκθεση ανάλυσης του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος του Κ. Γ., που προσδιορίζει το σημείο της επιδίκου συγκρούσεως στη θέση όπου βρίσκεται το προαναφερόμενο μικρό σκάψιμο, ήτοι εντός του ρεύματος της πορείας της μοτ/τας του οδηγού M. G., ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω μοτ/τα έπεσε στο οδόστρωμα αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση αφού στην ίδια έκθεσή του σημειώνει με έμφαση αντιφάσκοντας με τα ανωτέρω ότι η μοτ/τα του οδηγού M. G., εκτινάχτηκε προς τα δεξιά, λόγω της μεγαλύτερης ορμής της μοτ/τας του οδηγού Α., που οφείλεται στην διαφορά μάζας και ταχύτητας των δύο οχημάτων, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση τα ανωτέρω το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού M. G., ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε, υπό τις ίδιες συνθήκες, να επιδείξει ο μέσος συνετός οδηγός και την οποία, εάν επιδείκνυε, θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, η αμέλεια του συνίσταται στο ότι, ενώ οδηγούσε μοτοσικλέτα νύκτα, σε οδό διπλής κυκλοφορίας, βρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα της μοτοσικλέτας του και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο του δικού του ρεύμα πορείας και να παρεμβληθεί στην πορεία της κανονικά κινούμενης σ' αυτό μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Ι. Α. (άρθρ. 12 παρ.1, 16 παρ.4, 35, 42 ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η ταχύτητα του δικύκλου του οδηγού Ι. Α. ήταν μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ την ώρα και ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω συντέλεσαν αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας του θανόντος οδηγού M. G. με σβηστά φώτα στο αντίθετο γι'αυτόν ρεύμα πορείας και παρεμβολή στην πορεία της μοτ/τας του οδηγού Α., δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει, πέραν του ενστικτώδους αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, με άλλο τρόπο, λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Συνακόλουθα η προβληθείσα παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη από την εναγόμενη της πρώτης των ανωτέρω κυρίας αγωγής νόμιμη ένσταση, περί συνυπαιτιότητας του οδηγού Α. στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω και εφόσον αποκλειστικά υπαίτιος της επιδίκου συγκρούσεως και των ζημιών που προκλήθηκαν απ'αυτή στους ενάγοντες της εν λόγω αγωγής από τον θάνατο του συγγενούς τους οδηγού M. G., είναι ο ανωτέρω οδηγός M. G. καμία δε υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο της αγωγής αυτής οδηγό Ι. Α.... . πρέπει η δεύτερη των ανωτέρω αγωγών, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της επιδίκου συγκρούσεως και των ζημιών που προκλήθηκαν απ' αυτή τον οδηγό M. G., απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού Ι. Α. και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω αγωγή, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον μοναδικό λόγο της πρώτης των ανωτέρω εφέσεων..., κρίνονται αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την αγωγή τους, περί αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 του ΑΚ καθώς και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 16 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του M. G., οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας -οικείου των αναιρεσειόντων και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του Ι. Α., οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, πρώτου αναιρεσιβλήτου, η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." ασφαλιστική εταιρία, στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι η εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού, υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 30 χλμ/ώρα και η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος) δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 30 χιλιόμετρα την ώρα του οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθώς, η ταχύτητά του κατά το χρόνο πριν τη σύγκρουση, ήταν 80 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα, ως και η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπομένης ταχύτητας να κινούνταν δεν θα είχε αποφευχθεί τόσο η σύγκρουση όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της απώλειας του ελέγχου του οδηγού (M. G.), της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας και της αιφνίδιας εισόδου του με σβηστά τα φώτα (της δίκυκλης μοτοσικλέτας του) στο αντίθετο του δικού του (από Δ. προς Χ.) ρεύματος κυκλοφορίας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, καθόσον δεν υπήρχε διαγράμμιση επί της οδού, ήτοι αυτό από Χ. προς Δ., στο οποίο κινούνταν κανονικά ο οδηγός της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία κίνηση (του θανόντος οδηγού M. G.) γίνονταν χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να μην εισέλθει στο αντίθετο του δικού του ρεύματος πορείας και παρεμβληθεί στην πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο Ι. Α. και να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτήν. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1310/2014). Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος κατά 30 χλμ/ώρα καθώς και της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους και κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδ. α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παράβασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 του ΑΚ και 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 16 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ΧΑΑ-... δίκυκλης μοτοσικλέτας M. G.. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός M. G., στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης αυτού και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο M. G., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι, ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του νύκτα, επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ..., στην περιοχή Δ. της Χ. Ε., με κατεύθυνση από Δ. προς Χ., υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον ανιχνεύτηκε στο αίμα του ποσοστό 2,03 γραμμ. ανά λίτρο αίματος, γεγονός που επέδρασε στην οδηγική συμπεριφορά του και χωρίς να έχει θέσει σε λειτουργία τα φώτα της μοτοσικλέτας του, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, με βάση τη νοητή γραμμή διαχωρισμού του οδοστρώματος σε δύο κατευθύνσεις, καθόσον δεν υπήρχε διαγράμμιση επί της οδού, δηλ. αυτό από Χ. προς Δ. και, αιφνιδίως, παρεμβλήθηκε στη πορεία της κινούμενης σε αυτό δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Α., με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του τελευταίου, κινούμενη στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας της, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος της μοτοσικλέτας του M. G., την οποία, λόγω της διαφοράς ταχύτητας, όγκου και βάρους των δύο οχημάτων, εκτίναξε και εξέτρεψε προς τα αριστερά, δηλ. προς το ρεύμα πορείας της οδού που οδηγεί προς Χ., εντός του οποίου η μοτοσικλέτα του M. G. ανατράπηκε, δημιουργώντας ένα μικρό σκάψιμο στο οδόστρωμα, όπου και υπέστη ζημίες στο κάρτερ του κινητήρα της, με συνέπεια στο σημείο αυτό να εμφαίνονται λάδια που χύθηκαν από τον κινητήρα και στη συνέχεια σύρθηκε στο οδόστρωμα καθ' όλο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Χ. με το αριστερό της μέρος και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος αυτού, η δε μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκτράπηκε προς τα δεξιά εντός του ρεύματος πορείας της, δηλ. αυτού προς Δ., ανατράπηκε, δημιουργώντας στο εν λόγω οδόστρωμα ένα βαθύ σκάψιμο και στη συνέχεια σύρθηκε με το αριστερό της μέρος στο οδόστρωμα, μαζί με τον οδηγό της, με διαγώνια δεξιά κλίση σε μήκος 18,5 μέτρων και κατέληξε στο άκρο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της, εξειδικεύοντας δηλαδή και τα σημεία σύγκρουσης επί της οδού καθώς και τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι: α) δεν προσδιορίζεται η αρχική και προ της συγκρούσεως πορεία των οδηγών των οχημάτων και ποια ακριβώς η θέση των εν λόγω οχημάτων επί της οδού, β) δεν διευκρινίζεται αν η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλάγια ή μετωπική, γ) δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σημείο, στο οποίο έλαβε χώρα η σύγκρουση, δ) δεν δικαιολογείται για ποιο λόγο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αν και υπήρχε τεχνητός φωτισμός επί της οδού δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του αντιθέτως κινούμενου οχήματος του M. G. επί της οδού, ε) δεν διευκρινίζεται αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε αναμμένα τα φώτα του οχήματός του και στη σωστή θέση και στ) δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων τη στιγμή κατά την οποία ο M. G. απώλεσε τον έλεγχό της μοτοσυκλέτας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ούτε πόσος χρόνος μεσολάβησε από τη στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αντιθέτως κινούμενου οχήματος μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού M. G.. Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και προσδιορίζεται η, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ακριβής θέση αυτών επί του οδοστρώματος καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου συγκρούσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο ο αναιρεσίβλητος, οι χαραγές επί του οδοστρώματος από το σύρσιμο των δικύκλων, τα σημεία του οδοστρώματος στα οποία βρέθηκαν θραύσματα και λάδια και δύο "σκαψίματα", ένα μικρό και ένα βαθύ, οι τελικές θέσεις των οχημάτων επί της οδού, όπως και ότι ο αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε "ως σκιά" την είσοδο του οδηγού M. G. στο ρεύμα πορείας του σε πολύ κοντινή απόσταση και άμεσα επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως, λόγω της πολύ κοντινής απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν απετράπη η σύγκρουση αυτών, ενώ διαλαμβάνονται παραδοχές περί της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του οδηγού M. G. και της επιδράσεως αυτής στην προεκτεθείσα οδηγική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, όπως και η παντελής έλλειψη φωτισμού σε αυτό. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας ΕΗΡ ... δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, διέλαβε το Εφετείο ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι: α) η υπέρβαση κατά 30 χλμ/ώρα του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας (των 50 χλμ/ώρα) και β) η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό 0,80 gr/lt αίματος), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας του θανόντος οδηγού M. G. με σβηστά φώτα στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα πορείας και παρεμβολή στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει διαφορετικά, πέραν του ενστικτώδους και επιτρεπτού αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, λόγω της πολύ μικρής απόστασης των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακόλουθα οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, εσφαλμένα, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αντιθέτως κινούμενου επί της οδού και εντός κατοικημένης περιοχής οχήματος του M. G., αν και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός επί της οδού, η οποία στο συγκεκριμένο σημείο ήταν ευθεία και χωρίς περιορισμό της ορατότητας, που επέτρεπε στο μέσο οδηγό να αντιληφθεί την κίνηση των κινούμενων ακόμη και με σβηστά τα φώτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας οχημάτων, καθώς και ότι η ανάπτυξη εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπερβολικής ταχύτητας σε συνδυασμό με τον περιορισμό των αντανακλαστικών του, που επέφερε σ' αυτόν η οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεν συνδέονταν αιτιωδώς με το ατύχημα, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά το οικείο μέρος του αναιρετικού λόγου, αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, όγδοο, δέκατο και ενδέκατη των αναιρεσειόντων. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 10-3-2020, αιτήσεως αναιρέσεως [αριθμ. καταθ. 2537/259/2020] κατά της 1872/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, όγδοο, δέκατους και ενδέκατους των αναιρεσειόντων. Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση, ως προς τους πρώτη, δεύτερο, έκτο, έβδομο και ένατη των αναιρεσειόντων. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους ως άνω αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ