Αριθμός 1802/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Πατρών (ΔΕΥΑΠ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Παπαγεωργίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων:1) ….. και 7) Π. Τ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 227/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 10/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-03-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 13 Μαρτίου 2023 και με αριθ. κατάθ. 14/13.3.2023 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 10/12.1.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 30.9.2021 με αριθ. καταθ. 316/30.9.2021 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 227/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 15.3.2020 με αριθ. καταθ. 865/28.5.2020 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την ως άνω αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσλήφθηκαν στους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Ότι, το εναγόμενο δεν τους αναγνώρισε την προϋπηρεσία που είχαν πριν την πρόσληψή τους, που ορίζεται με το άρθρο 51 παρ.2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, με συνέπεια να μην ενταχθούν στο ανάλογο μισθολογικό κλιμάκιο αλλά σε κατώτερο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι ο οφειλόμενος βασικός μηνιαίος μισθός, μετά και τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας εκάστου από αυτούς ανέρχεται για τα αναγραφόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα στα εκτιθέμενα για έκαστο από αυτούς ποσά και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης και κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτή κατ'ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α' 107), ορίζεται ότι "1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α'114) έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α 87). 2. Οι Δ.Ε.Υ.Α. καταρτίζουν κανονισμούς εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 1876/1990 (Α 27), το άρθρο 12 παράγραφοι 1,2 και 4 του ν. 1767/ 1988 (Α` 63) και το ν.δ. 3780/1958 (Α` 21)....". Κατά την παρ.1 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Δι` Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένον δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, ή κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ` ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσληψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν της επιχειρήσεως συνδέεται μετ` αυτής δια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου...". Εξάλλου, με το άρθρο 252 παρ.1,4,5 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114), ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις... 4. Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου..." και με το άρθρο 257 παρ.1 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού. β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης....". Με το Π.Δ. 612/1988 (Α 300), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 1609/1980, συστάθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πατρών" (ΔΕΥΑΠ). Με το άρθρο 51 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του ως άνω νομικού προσώπου, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980 και εγκρίθηκε με την 29777/24-9-1991 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας (ΦΕΚ Β 856), όπως ο ως άνω Οργανισμός τροποποιήθηκε-αντικαταστάθηκε με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Στερεάς και Ιονίου (ΦΕΚ Β' 3801/04.09.2018), και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 508/2018, πρβλ. ΑΠ 271/2021), ορίζεται ότι "1.Οι εργαζόμενοι της Δ.Ε.Υ.Α.Π. αμείβονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας της ειδικότητας των, ή με ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις, ή με επιχειρησιακή σύμβαση, μετά από συμφωνία Διοίκησης και εργαζομένων, όπου και καθορίζονται τα μισθολογικά κλιμάκια αυτών, ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού, τα επιδόματα η μισθολογική εξέλιξη, οι διάφορες παροχές, οι ηθικές και υλικές αμοιβές καθώς και κάθε είδους παροχές που προβλέπεται μέσα από αυτή. Οι εν λόγω αποδοχές δεν θα υπολείπονται των αποδοχών που προκύπτουν από οποιαδήποτε άλλη Σ.Σ.Ε. ή επιχειρησιακή σύμβαση ή συλλογική σύμβαση ειδικότητας. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται εκτός αν άλλως προβλέπεται από γενικές ή ειδικές διατάξεις νόμων. 2. Για την κατάταξη του προσωπικού σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο λαμβάνεται υπόψη για μεν τις ειδικότητες που απαιτείται άδεια άσκησης επαγγέλματος ο χρόνος απόκτησης διπλώματος και της άδειας άσκησης επαγγέλματος για δε τους υπόλοιπους ο χρόνος που τους είχε αναγνωρισθεί στις πρώην ΔΕΥΑ ή στους Δήμους από τους οποίους προέρχονται, καθώς και ο τυχόν ζητούμενη προϋπηρεσία στις προκηρύξεις πρόσληψης". Από την ως άνω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 51 του Ο.Ε.Υ. προκύπτει ότι για τους εργαζόμενους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος που αμείβονται με συλλογικές, ή με ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις, ή με επιχειρησιακή σύμβαση, στις οποίες καθορίζονται τα μισθολογικά κλιμάκια αυτών, ο τρόπος αμοιβής του προσωπικού, τα επιδόματα κλπ, οι διατάξεις αυτών έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που δεν προβλέπεται διαφορετικά από γενικές ή ειδικές νόμων. Αντίθετα, από τη διάταξη της παρ.2 του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι ως προς την κατάταξη του προσωπικού σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο λαμβάνεται υπόψη για μεν τις ειδικότητες που απαιτείται άδεια άσκησης επαγγέλματος ο χρόνος απόκτησης διπλώματος και της άδειας άσκησης επαγγέλματος για δε τους υπόλοιπους ο χρόνος που τους είχε αναγνωρισθεί στις πρώην ΔΕΥΑ ή στους Δήμους από τους οποίους προέρχονται, καθώς και η τυχόν ζητούμενη προϋπηρεσία στις προκηρύξεις πρόσληψης, χωρίς να υπάρχει στη διάταξη αυτή επιφύλαξη εφαρμογής της στις περιπτώσεις που προβλέπεται διαφορετικά από άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις νόμων. Περαιτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α 222) υπήχθη από 1.1.2013 στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κεφαλαίου δεύτερου του ν. 4024/2011 και το προσωπικό των ως άνω δημοτικών επιχειρήσεων (Ολ.ΑΠ 5/2022, 1/2021, ΑΠ 2084/2022, 2040/2022, 626/2021). Ακόμη, με το ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α 176) ορίζεται με το άρθρο 9 παρ.1 ότι "1. Τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπάλληλων των κατηγοριών: -Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Πανεπιστημίου ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών αλλοδαπής, -Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, -Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) και -Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.) ορίζονται ως εξής: Σε δεκαεννέα (19) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. και σε δεκατρία (13) για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. Οι υπάλληλοι των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. εξελίσσονται σε αυτά με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 19, ενώ των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 13", με το άρθρο 11 ότι "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. β. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικά κλιμάκιο. 2.... 3.....4. α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου....", με το άρθρο 14 ότι "1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ. 1 της Υ.Ε. κατηγορίας ορίζεται σε επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών Μ.Κ. της κατηγορίας αυτής διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των 780 ευρώ με το συντελεστή 0,0551. Το προστιθέμενο ποσό στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο ευρώ. 2. Οι βασικοί μισθοί των Μ.Κ. 1 των κατηγοριών Δ.Ε., Τ.Ε. και Π.Ε. προσδιορίζονται με βάση το ποσό των 780 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενοι στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Δ.Ε. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 1,10, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Τ.Ε. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 1,33, ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Π.Ε. ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ 1,40...." και με το άρθρο 26 παρ.1 ότι "1. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9 πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα που υπηρετούν, καθώς και το χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί από το φορέα αυτόν, μέχρι και στις 31.12.2015.". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 4354/2015 προκύπτει ότι κατά την έναρξη εφαρμογής των μισθολογικών διατάξεων του (1.1.2016) η μισθολογική κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων Δημοσίου ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των λοιπών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στις διατάξεις του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, πραγματοποιείται σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα, το χρόνο υπηρεσίας στο φορέα όπου υπηρετούν καθώς και το χρόνο υπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί από τον ως άνω φορέα μέχρι στις 31.12.2015 (άρθρο 26 παρ.1), ότι μετά την αρχική κατάταξη των υπαλλήλων είναι δυνατή η αναγνώριση προϋπηρεσίας που έχει προσφερθεί σε φορείς που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 7 αυτού (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΔΕΚΟ κεφ. Α ? του ν. 3429/2005) των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου (ΑΠ 476/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022, 790/2020) δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, 1545/2022). Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 409/2022, 268/2020, 517/2019) ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019). Δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 1472/2021, 1265/2019, 108/2014). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν το αιτιολογικό της απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση". Μόνο το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός εάν το δεδικασμένο, που παράγεται από τις "νέες" αιτιολογίες, δεν έχει την ίδια έκταση και, έτσι, επέρχεται βλάβη του διαδίκου, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναίρεσης (ΑΠ 226/2021, 314/2014, 845/2011, 519/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι προσλήφθηκαν και απασχολούνται στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αρίστου χρόνου. Πλέον συγκεκριμένα: Ο πρώτος εφεσίβλητος απασχολείται ως Ηλεκτρολόγος ΔΕ ,προσελήφθη στις 12-2-2007, τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Ύδρευσης ως Ηλεκτρολόγος ΔΕ και διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Τ και ΣΤ ειδικότητας που είναι σε ισχύ από 29-10-2003. Την 1-1-2013 με την ατομική διαπιστωτική πράξη της Προϊσταμένης της Διοικητικής Υπηρεσίας κατατάχθηκε σύμφωνα με την κατηγορία, τον κλάδο/ειδικότητα και με χρόνο υπηρεσίας 6 έτη και 10 μήνες και 20 ημέρες στον βαθμό κατάταξης Ε, ενώ με το από 16-6-2017 ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου η συνολική υπηρεσία του για κατάταξη ήταν 9 έτη 10 μήνες 19 ημέρες πλεονάζων χρόνος 10 μήνες και 19 ημέρες και κλιμάκιο κατάταξης την 1-1-2016: ΜΚ 4 με βασικό μηνιαίο μισθό 1.038 ευρώ. Ο δεύτερος εφεσίβλητος απασχολείται από τις 12-2-2007 ως Ηλεκτρολόγος ΔΕ ,τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Ύδρευσης ως Ηλεκτρολόγος ΔΕ και διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Γ ειδικότητας που είναι σε ισχύ από 29-10-2003, καθώς και ΣΤ ειδικότητας που είναι σε ισχύ από 22-3-2004. Την 1-1-2013 με την ατομική διαπιστωτική πράξη της Προϊσταμένης της Διοικητικής Υπηρεσίας κατατάχθηκε σύμφωνα με την κατηγορία, τον κλάδο/ ειδικότητα και με χρόνο υπηρεσίας 6 έτη και 10 μήνες και 20 ημέρες στον βαθμό κατάταξης Ε ,ενώ με το από 16-6-2017 ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου η συνολική υπηρεσία του για κατάταξη την 1-1-2016 ήταν 9 έτη 10 μήνες 19 ημέρες πλεονάζων χρόνος 10 μήνες και 19 ημέρες και κλιμάκιο κατάταξης την 1-1-2016: ΜΚ 4 με βασικό μηνιαίο μισθό 1.038 ευρώ. Ο τρίτος εφεσίβλητος απασχολείται από 16-5-2016 ως Χειριστής Μηχανημάτων Έργων ΔΕ και διαθέτει άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή από τις 23-3-2009 . Με την με αριθμό ... απόφαση του ΔΣ εγκρίθηκε η αναγνώριση προϋπηρεσίας του εργαζομένου αυτού στο Δημόσιο χρονικής διάρκειας 8 μηνών. Ακολούθως με το ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου η συνολική υπηρεσία του για κατάταξη ήταν 0 έτη 0 μήνες 0 μέρες και κλιμάκιο κατάταξης την 16-5-2016 ΜΚ1 και βασικό μηνιαίο μισθό 858,00 ευρώ. Ο τέταρτος εφεσίβλητος απασχολείται από τις 16-5-2016 ως Χειριστής Μηχανημάτων Έργων ΔΕ και διαθέτει άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή από τις 31-1-2005 . Βάσει του από 16-5-2016 ατομικού δελτίου κατάταξης υπαλλήλου η συνολική υπηρεσία για κατάταξη ήταν 0 έτη 0 μήνες 0 μέρες και κλιμάκιο κατάταξης στις 16-5-2016 ΜΚ1 και βασικό μηνιαίο μισθό 858,00 ευρώ. Ο πέμπτος εφεσίβλητος απασχολείται από τις 16-5-2016 ως Ηλεκτρολόγος ΔΕ ενώ διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων Γ και ΣΤ ειδικότητας από 2-10-2006. Με την με αριθμό ... απόφαση του ΔΣ του εκκαλούντος εγκρίθηκε η αναγνώριση προϋπηρεσίας του εργαζομένου αυτού στο Δημόσιο χρονικής διάρκειας 8 μηνών. Βάσει του από 16-5-2016 Α.Δ.Κ.Υ. η συνολική υπηρεσία για κατάταξη ήταν 0 έτη 0 μήνες 0 ημέρες και κλιμάκιο κατάταξης την 16- 05-2016 ΜΚ1 με βασικό μηνιαίο μισθό τα 858,00 ευρώ. Ο έκτος εφεσίβλητος απασχολείται από τις 16-5-2016 ως Χειριστής Μηχανημάτων Έργων ΔΕ και διαθέτει άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια Θερμική μηχανή από 21-4-2005. Βάσει του από 16-5-2016 ατομικού δελτίου κατάταξης υπαλλήλου συνολική υπηρεσία για κατάταξη ήταν 0 έτη ο μήνες ο μέρες και κλιμάκιο κατάταξης την 16-5-2016 ΜΚ 1 και βασικό μηνιαίο μισθό 858,00 ευρώ. Τέλος, ο έβδομος εφεσίβλητος απασχολείται από τις 16-12-2003 ως Μηχανουργός ΔΕ και διαθέτει άδεια οξυγονοκολλητή Β τάξης από 23-10-2003. Με το από 26-6-2017 ατομικό δελτίο κατάταξης υπαλλήλου η συνολική του υπηρεσία για κατάταξη ήταν την 1-1-2016 14 έτη 0 μήνες 20 μέρες πλεονάζων χρόνος 2 έτη 0 μήνες και 20 μέρες και κλιμάκιο κατάταξης ΜΚ 5 με βασικό μηνιαίο μισθό 1098 ευρώ . Μετά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εκκαλούντος (4-9- 2018) οι εφεσίβλητοι με την από 13-4-2019 εξώδικη δήλωση-όχληση τους προς το τελευταίο ζήτησαν την κατάταξή τους σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νέου Κανονισμού και ιδία του άρθρου 51 του ΟΕΥ και ειδικότερα ζήτησαν την αναγνώριση της προϋπηρεσίας εκάστου εξ αυτών από τον χρόνο απόκτησης της επαγγελματικής άδειας για τον καθένα και την αναδρομική από τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΟΕΥ αναπροσαρμογή των αποδοχών τους, πλην όμως το εκκαλούν παρέλειψε να προβεί στις ανωτέρω νόμιμες ενέργειες, σύμφωνα με τις οποίες κατ'εφαρμογή του αρθρ. 51 του ΟΕΥ, του άρθρ. 14 του Ν. 4354/2015 και της υπ αριθμ. 2/31029/ΔΕΠ/6-5-2016 Εγκυκλίου του Υπουργείου Οικονομικών: Ο πρώτος εφεσίβλητος θα εντασσόταν στο 5° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 12 έως 15 και ο βασικός μηνιαίος μισθός του για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 29-10-2018 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.098 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 29-10-2018 μέχρι 28-10-2021 θα εντασσόταν στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 15 έως 18 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανερχόταν στο ποσό των 1.158 ευρώ. Ο δεύτερος εφεσίβλητος, θα εντασσόταν στο 5° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 12 έως 15 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 29-10-2018 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.098 ευρώ ενώ για το χρονικό διάστημα από 29-10-2018 μέχρι 28-10-2021 θα εντασσόταν στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 15 έως 18 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανερχόταν στο ποσό των 1.158 ευρώ. Ο τρίτος εφεσίβλητος θα εντασσόταν στο 4° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 9 έως 12 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 5-9-2018 έως 22-3-2021 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.038 ευρώ. Ο τέταρτος εφεσίβλητος, θα εντασσόταν στο 5° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 12 έως 15 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 30-1-2020 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.098 ευρώ, ενώ για το χρονικό διάστημα από 31-1-2020 μέχρι 30-1-2023 θα εντασσόταν στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 15 έως 18 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανερχόταν στο ποσό των 1.158 ευρώ. Ο πέμπτος εφεσίβλητος θα εντασσόταν στο 4° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 9 έως 12 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 2-10-2018 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.038 ευρώ ,ενώ για το χρονικό διάστημα από 3-10-2018 μέχρι 2-10-2021 θα εντασσόταν στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 12 έως 15 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανήρχετο στο ποσό των 1.098 ευρώ. Ο έκτος εφεσίβλητος, θα εντασσόταν στο 5° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 12 έως 15 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 30-1-2020 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.098 ευρώ ενώ για το χρονικό διάστημα από 31-1-2020 μέχρι 30-1-2023 θα εντασσόταν στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 15 έως 18 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανερχόταν στο ποσό των 1.158 ευρώ. Τέλος, ο έβδομος εφεσίβλητος θα εντασσόταν στο 10° κλιμάκιο με έτη υπηρεσίας από 27 έως 30 και ο βασικός μηνιαίος μισθός για το χρονικό διάστημα από 4-9-2018 έως 14-2-2020 θα ανερχόταν στο ποσό των 1.398 ευρώ ενώ για το χρονικό διάστημα από 15-2-2020 και εφεξής θα εντασσόταν στο 11° μισθολογικό κλιμάκιο με έτη προϋπηρεσίας 30 έως 33 και ο βασικός μηνιαίος μισθός θα ανερχόταν στο ποσό των 1.458 ευρώ. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), καθόσον η διαφορετική αιτιολογία δεν συνιστά καθεαυτήν λόγο έφεσης όταν το όταν το διατακτικό είναι ορθό και ως εκ τούτου οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος ότι με αυτήν ελήφθησαν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν από τους εφεσιβλήτους , είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. (....). Εξάλλου, με τους πέμπτο και έκτο λόγους έφεσης, το εκκαλούν διατείνεται ότι στην εκκαλουμένη εμφιλοχώρησε εσφαλμένος υπολογισμός του βασικού μισθού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 51 του ισχύοντος ΟΕΥ αντί των διατάξεων του Ν 2024/2011 από 1-1-2013 και του Ν.4354/2015 από 1-1-2016. Και οι λόγοι αυτοί όμως πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, από την έναρξη ισχύος του κανονιστικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας στις 4-9-2018 και εφεξής, εφαρμόζεται το άρθρο 51 του Κανονισμού αυτού ως προς την αναγνώριση της υπηρεσίας του προσωπικού της ΔΕΥΑΠ και συνεπώς ορθώς προέβη στον σχετικό υπολογισμό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατόπιν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει την προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις α) ότι με το να κρίνει ότι ως προς την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων τυγχάνει εφαρμογής η κανονιστικής ισχύος διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 51 του Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας Δ.ΕΥ.Α.Π., αντικαθιστώντας την αιτιολογία της υπ'αριθμ. 227/2021 πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε κρίνει ότι στην ένδικη υπόθεση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ως άνω Οργανισμού, δεχόμενο ότι το διατακτικό της ήταν ορθό και απορρίπτοντας την έφεση, εσφαλμένα δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, καθότι δεν ασκήθηκε έφεση ή αντέφεση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ως προς την ως άνω κρίση της πρωτόδικης απόφασης και β) ότι εσφαλμένα αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, κατ'άρθρο 534 του ΚΠολΔ καθότι έπρεπε να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να δικάσει την υπόθεση κατ'ουσία, έστω και αν το διατακτικό της παραμένει αλώβητο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, βάσει της αρχής "Jura novit Curia", ανεξαρτήτως, δηλαδή, της ενώπιόν του προβολής σχετικών ισχυρισμών (ΑΠ 518/2022), υπήγαγε τα υπό των διαδίκων προταθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου με συνέπεια να μην ιδρύεται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να αντικαταστήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, υπάγοντας τα πραγματικά περιστατικά σε άλλον κανόνα δικαίου από αυτόν που δέχθηκε αυτή (πρωτόδικη απόφαση), εφόσον η υπαγωγή αυτή απέληξε σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό αυτής, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εφόσον δεν συνέτρεχε για το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, δεδομένου ότι η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν ήταν δυσμενέστερη για το νομικό αυτό πρόσωπο (ΑΠ 1005/2023, 1317/2021, 1389/2019). Με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με το να κρίνει ότι από την έναρξη ισχύος στις 4.9.2018 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εφαρμόζεται το άρθρο 51 αυτού ως προς την αναγνώριση της υπηρεσίας του προσωπικού του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 11, 14, 26 και 34 του ν. 4354/2015 και του άρθρου 51 του ως άνω Οργανισμού, ενώ, κατ'ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έπρεπε να δεχθεί ότι αυτό (αναιρεσείον) ορθά δεν εφάρμοσε κατά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναιρεσίβλητων και την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του Ο.Ε.Υ. της ΔΕΥΑΠ, καθότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο αν δεν ορίζεται άλλως από ειδικές ή γενικές διατάξεις όπως οριζόταν άλλως από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, την οποία αυτό (αναιρεσείον) ορθά εφάρμοσε. Ότι, επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται την εφαρμογή των διατάξεων του ν.4354/2015 ως προς το μισθολογικό καθεστώς που διέπει τους αναιρεσίβλητους, εν τούτοις χωρίς καμία αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, κρίνει ότι κατ'εφαρμογή του άρθρου 51 του Ο.Ε.Υ., του άρθρου 14 του Ν. 4354/2015 και της υπ' αριθμ. 2/31029/ΔΕΠ/6-5-2016 Εγκυκλίου του Υπουργείου Οικονομικών θα έπρεπε να αναγνωρισθεί σε έκαστο αναιρεσίβλητο προϋπηρεσία από το χρόνο κτήσεως της αδείας ασκήσεως επαγγέλματος. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ., όπως τροποποιήθηκε-αντικαταστάθηκε με την υπ'αριθμ.... απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου Δυτικής Στερεάς και Ιονίου, κατά το μέρος που ρυθμίζει την κατάταξη του προσωπικού του σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ορίζοντας ότι λαμβάνεται υπόψη "για μεν τις ειδικότητες που απαιτείται άδεια άσκησης επαγγέλματος ο χρόνος απόκτησης διπλώματος και της άδειας άσκησης επαγγέλματος για δε τους υπόλοιπους ο χρόνος που τους είχε αναγνωρισθεί στις πρώην ΔΕΥΑ ή στους Δήμους από τους οποίους προέρχονται, καθώς και η τυχόν ζητούμενη προϋπηρεσία στις προκηρύξεις πρόσληψης", τυγχάνει εφαρμογής, από την έναρξη ισχύος του (4.9.2018) ως ειδική και νεώτερη κανονιστικής ισχύος διάταξη, σε σχέση με την προγενέστερη και γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015. Η δε διάταξη του άρθρου 34 παρ. δ του ν. 4354/2015 με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργείται "Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή κατά το μέρος που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από αυτόν" αναφέρεται σε προϊσχύουσες του ως άνω νόμου διατάξεις που ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από το νόμο αυτό και συνεπώς δεν εφαρμόζεται, ως προς την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, που, όπως προεκτέθηκε, είναι μεταγενέστερη του ως άνω νόμου. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2 του Ο.Ε.Υ. εφαρμόζεται μόνο αν δεν ορίζεται άλλως από γενικές ή ειδικές διατάξεις, όπως εν προκειμένω ορίζεται "άλλως" από το άρθρο 11 του ν. 4354/2015, είναι αβάσιμος καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι ενώ στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 51 του Ο.Ε.Υ. ορίζεται ότι για τους εργαζόμενους του εναγομένου που αμείβονται με συλλογικές, ή με ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις, ή με επιχειρησιακή σύμβαση οι διατάξεις αυτών έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που δεν προβλέπεται διαφορετικά από γενικές ή ειδικές διατάξεις νόμων, αντίθετα, στη διάταξη της παρ.2 του ως άνω άρθρου, με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις κατάταξης σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο του προσωπικού του αναιρεσείοντος, δεν διαλαμβάνεται ανάλογη πρόβλεψη με αυτή της παρ.1 ως προς την εφαρμογή της (ότι δηλαδή έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που δεν προβλέπεται διαφορετικά από γενικές ή ειδικές διατάξεις νόμων). Συνεπώς, η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 51 του Ο.Ε.Υ. είναι εφαρμοστέα ως προς τους μισθωτούς του αναιρεσείοντος από την έναρξη ισχύος του (4.9.2018), ανεξαρτήτως του ότι με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 προβλέπονται διαφορετικοί όροι και προϋποθέσεις αναγνώρισης προϋπηρεσίας του προσωπικού των υπαγομένων στο νόμο αυτό νομικών προσώπων και υπερισχύει της τελευταίας, όπως προεκτέθηκε, ως νεώτερη και ειδική διάταξη. Τέλος το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι για την κατάταξη των αναιρεσίβλητων σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο, υπό τις ειδικότητες που ο καθένας τους έχει προσληφθεί και απασχολείται στο αναιρεσείον, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος απόκτησης του διπλώματος και της άδειας άσκησης επαγγέλματος εκάστου, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του Ο.Ε.Υ. του αναιρεσείοντος. Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι είναι αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που δέχεται την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4354/2015 ως προς το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσίβλητων, σε σχέση με την παραδοχή της ότι κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 51 Ο.Ε.Υ., του άρθρου 14 του ν. 4354/2015 και της υπ'αριθμ. 2/31029/ΔΕΠ/6.5.2016 εγκυκλίου θα έπρεπε να αναγνωρισθεί σε έκαστο από αυτούς προϋπηρεσία από το χρόνο κτήσεως άδειας επαγγέλματος, είναι, επίσης, αβάσιμος, καθότι ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση για την κατάταξη τους σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του Ο.Ε.Υ. και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη διάταξη αυτή και ορθά επίσης εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 4354/2015 (στο μισθολογικό καθεστώς των διατάξεων του οποίου υπάγεται το προσωπικό του αναιρεσείοντος) προκειμένου να υπολογίσει για το επίδικο χρονικό διάστημα το μηνιαίο μισθό εκάστου αναιρεσίβλητου ανάλογα με τη κατηγορία (Υ.Ε., Μ.Ε., Τ.Ε. και Π.Ε.) και το μισθολογικό κλιμάκιο εκάστου. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 4354/2015 και του άρθρου 51 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας ΔΕΥΑΠ (αναιρεσείοντος) και ορθά, επίσης, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, που δεν ήταν εφαρμοστέες και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με το άρθρο 7 του ν. 1876/1990 ορίζεται ότι: "1. Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ. 2. Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. 3. Όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με αμφιμερή ενέργεια". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των εργαζομένων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση (ΑΠ 832/2019, 464/2012). Από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 1876/1990 και του άρθρου 3 του ΑΚ προκύπτει ότι η ως άνω γενική αρχή δεν εφαρμόζεται επί κανόνων αναγκαστικού δικαίου (δηµοσίας τάξης) µε αµφιµερή ενέργεια, δηλαδή νόµων που δεν δύναται να αποκλειστούν µε τη βούληση των ενδιαφερομένων και που τείνουν κυρίως στην προστασία του γενικότερου συμφέροντος και των πολιτών (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, ΑΠ 832/2019, 464/2012, 433/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να κρίνει ότι ως προς την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναιρεσίβλητων τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2 του Ο.Ε.Υ. παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 του ν. 4354/2015 καθότι οι ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, που κατατείνουν στην περαιτέρω μείωση και τον εξορθολογισμό των αποδοχών των μισθωτών, υπαγορεύθηκαν από εξαιρετικούς λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος ρυθμίζοντας κατά τρόπο αναγκαστικό τους όρους των συμβάσεων εργασίας του ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Ν.Π.Ι.Δ που ανήκουν στους ΟΤΑ και ως εκ τούτου φέρουν χαρακτήρα αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.3 του ν. 1876/1990 και υπερισχύουν των διατάξεων του Ο.Ε.Υ. της Δ.Ε.Υ.Α.Π. Ο λόγος αυτός ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 11 παρ.4 του ν. 4354/2015, με την οποία ορίζεται η υπηρεσία που λαμβάνεται υπόψη για την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των υπαλλήλων νομικών προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του, δεν συνιστά ρύθμιση αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Και είναι μεν αληθές ότι με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 καταργήθηκε, όπως προεκτέθηκε, κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του ή κατά το μέρος που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από αυτόν (διάταξη που εμπεριέχεται σε πολλούς νόμους προς αποφυγή της πολυνομίας), πλην, όμως, η ως άνω κατάργηση αφορά προγενέστερες της ισχύος του ως άνω νόμου διατάξεις, κατά το μέρος που αντίκεινται σ'αυτές. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι στο άρθρο 26 παρ.3 του σχεδίου νόμου (ήδη ν. 4354/2015) οριζόταν ότι "Τα θέματα του νόμου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπόμενων στο νόμο αυτόν επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του" και στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου οριζόταν ως προς το άρθρο 26 ότι "..Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ότι τα θέματα του μισθολογικού νόμου δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπόμενων στο μισθολογικό αυτό νόμο επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του παρόντος, προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο διάσπαρτων μισθολογικών διατάξεων που οξύνουν το φαινόμενο της πολυνομίας και την έλλειψη κωδικοποίησης σχετικών διατάξεων", ρύθμιση που αν συμπεριλαμβανόταν στο ν. 4354/2015 θα καθιστούσε, πράγματι, τις μισθολογικές διατάξεις αυτού διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, η οποία, όμως, δεν συμπεριελήφθη στο κείμενο του ψηφισθέντος από τη Βουλή ως άνω νομοθετήματος και ως εκ τούτου οι διατάξεις του (ν. 4354/2015) δεν κατέστησαν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια. Συνεπώς, εφόσον η ως άνω διάταξη του άρθρου 11 παρ.4 του ν. 4354/2015 που ρυθμίζει την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του προσωπικού των φορέων που υπάγονται στις διατάξεις του, υπό τις καθοριζόμενες σ'αυτή προϋποθέσεις, δεν συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, ορθά το Εφετείο, για την κατάταξη των αναιρεσίβλητων σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του αναιρεσίβλητου, από την έναρξη ισχύος του, ως νεώτερη και ειδική κανονιστικής ισχύος διάταξη, σε σχέση με αυτή του άρθρου 11 παρ.4 του ν. 4354/2015, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε. Τέλος το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι για την κατάταξη των αναιρεσίβλητων σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο, υπό τις ειδικότητες που ο καθένας τους έχει προσληφθεί και απασχολείται στο αναιρεσείον, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος απόκτησης διπλώματος και της άδειας άσκησης επαγγέλματος εκάστου, κατά τις προαναφερθείσες σ'αυτή διακρίσεις. Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2023 με αριθμ. καταθ. 14/13.3.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 10/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ