Αριθμός 647/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Χολέβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 266/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1617/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 01-07-2020 και με αριθμό κατάθεσης 5188/686/02.07.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1617/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της, εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 266/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, αφού εξαφανίστηκε αυτή - εκκαλουμένη (που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 27.11.2018 και με αριθμό κατάθεσης 111450/2939/2018 αγωγή), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, περί καταψήφισης διαφοράς δεδουλευμένων μισθών, αμοιβής υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, απασχόλησης και υπερωριακής Κυριακών, αργιών και Σαββάτων, αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας, Πάσχα και Χριστουγέννων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008), από τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 8/2016), για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 978/2020 ΑΠ 2192/2013) Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νομίμως, για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του ότι δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα προκύπτουν αμφιβολίες αν το εφετείο έλαβε υπόψη: 1) τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτόν από 22-5-2018 υπεύθυνες δηλώσεις κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 των τρίτων Α. Ξ., Θ. Κ. και Χ. Α., 2) τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τόσο ανταπόδειξης Χ. Σ., όσο και απόδειξης Α. Μ., 3) την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσίβλητο 1323/30-1-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Β., 4) την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ίδιο από 26-11-2018 βεβαίωση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, 5) τους προσκομιζόμενους μετ' επικλήσεως από τον ίδιο πίνακες προσωπικού της επιχείρησης του πατέρα του και 6) τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τον ίδιο (σχετ. ...-…) τιμολόγια αγοράς από την ατομική επιχείρηση του πατέρα του των εξοπλιστικών μηχανημάτων της επιχείρησής του. Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλέον των άλλων (αναφερόμενων ρητώς ενόρκων βεβαιώσεων και υπευθύνων δηλώσεων) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης Α. Μ. και Χ. Σ. αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) 1323/30-1-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ν. Β., τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) υπεύθυνες δηλώσεις κατά τον τύπο του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 των τρίτων Α. Ξ., Θ. Κ. και Χ. Α.. Από τη βεβαίωση, αυτή (ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα) σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, η ρητώς αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων και έγγραφα) που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Μάλιστα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση (μεταξύ των άλλων και) των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης Α. Μ., συζύγου του ενάγοντος και ανταπόδειξης Χ. Σ., ιδιοκτήτη γειτονικής επιχείρησης του εναγομένου και της ένορκης βεβαίωσης του Ν. Β., για τις οποίες ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις ότι δεν λήφθηκαν υπόψη (ανωτέρω υπ' αριθμ. 2 και 3 αιτίαση αντιστοίχως), χωρίς βέβαια τούτο να αναιρεί την, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, βεβαιότητα, ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του Εφετείου, περί της ύπαρξης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και της παροχής εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην πραγματικότητα υπό την επίφαση προβολής του αναιρετικού αυτού λόγου επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο άνω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1259/2019, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 74/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΑΠ 849/2020, ΑΠ 997/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου διατελεί άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης όπου απασχολείται ο μισθωτός και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 898/2018, ΑΠ 12/2018, ΑΠ 10/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ο πατέρας του εναγομένου Ν. Σ. ήταν φίλοι και κουμπάροι, καθώς ο πρώτος πάντρεψε το δεύτερο και βάφτισε και το ένα του τέκνο (αδελφό του εναγομένου). Ο Ν. Σ. διατηρούσε από το έτος 1990 ατομική επιχείρηση κατασκευής, εμπορίας και εφαρμογής αεραγωγών, ειδών κλιματισμού-θέρμανσης και μονωτικών ειδών, με έδρα στο ... και υποκατάστημα στον ... (οδός ... και ...). Περί το έτος 2013 η επιχείρηση του Ν. Σ. αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και είχε δημιουργήσει μεγάλα χρέη σε ασφαλιστικά ταμεία και ΔΟΥ. Στη συγκυρία αυτή, συμφώνησε με τον ενάγοντα περί τα μέσα του 2013 να τον βοηθήσει με την εργασία του στην επιχείρησή του ως οδηγός και ως εργάτης, συνάπτοντας μαζί του προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς, λόγω της φιλικής τους σχέσης, να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένο μισθό και χωρίς ασφάλιση, καταβάλλοντάς του όμως έναντι των αποδοχών του διάφορα ποσά. Τον Οκτώβριο 2013 ο Ν. Σ. αδρανοποίησε την επιχείρησή του και άνοιξε επιχείρηση με το ίδιο αντικείμενο ο εναγόμενος γιός του, σε γειτονικό μισθωμένο ακίνητο στον ... (... 18), συνέχισε δε ο ενάγων από το Νοέμβριο 2013 να προσφέρει στον τελευταίο την εργασία του, είτε οδηγώντας τα με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ μάρκας ... (τύπου τζιπ) και με αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ μάρκας ... αυτοκίνητα που ανήκαν στην ιδιοκτησία του Ν. Σ., ο οποίος τα είχε παραχωρήσει κατά χρήση στον γιό του, διενεργώντας μεταφορές υλικών και εμπορευμάτων από προμηθευτές και πελάτες, είτε βοηθώντας στην παραγωγή των εμπορευμάτων και τη μεταφορά και τοποθέτησή τους σε οικοδομές. Το γεγονός της παροχής εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο προκύπτει κυρίως: α) από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Α. Μ., συζύγου του ενάγοντος και τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων Ν. Β. και Α. Μ., οι οποίες κρίνονται πειστικές, καθώς αντλούν τη γνώση τους από την άμεση επαφή τους με τους διαδίκους και αναφέρουν λεπτομέρειες σχετικά με τη σχέση που τους συνέδεε και οι οποίες δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Χ. Σ., ιδιοκτήτη γειτονικής επιχείρησης του εναγομένου, η κατάθεση του οποίου είναι γενικόλογη και όχι πειστική, καθώς δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει με πειστικό τρόπο την "τακτική" παρουσία του ενάγοντα στην επιχείρηση του εναγομένου (..για βόλτα..) β) από τις καταθέσεις στο λογαριασμό της συζύγου του ενάγοντος στην τράπεζα Alpha Bank με ημερομηνία 6-2-2015 και 20-2-2015, ποσού 150 ευρώ αντίστοιχα, από τον εναγόμενο, για τις οποίες ο τελευταίος δεν προβάλει κάποια άλλη αιτιολογία, συνεπώς αφορούν καταβολή έναντι των δεδουλευμένων του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται γ) από το δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών του Τ.Τ. Καλλιθέας, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων στις 14-3-2014 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της η επιχείρηση του εναγομένου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι συμφωνία για το ύψος του μισθού του ενάγοντος, ενόψει της προϋπάρχουσας σχέσης, δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, ο δε εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των οφειλομένων αποδοχών του, που στην προκειμένη περίπτωση θα υπολογιστούν βάσει των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών υπαλλήλου έγγαμου, άνω των 23 ετών (ο ενάγων ήταν ηλικίας 56 ετών, γεννηθείς το 1957) με προϋπηρεσία άνω των 9 ετών (βλ. προσκομιζόμενες καρτέλες ενσήμων) σύμφωνα με την από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ όπως διαμορφώθηκε με το Ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/28-2-2012, ήτοι βάσει του ποσού των 820,51 ευρώ. Η επιχείρηση του εναγομένου λειτουργούσε κατά τις καθημερινές και τα Σάββατα, όχι όμως και τις Κυριακές, οπότε παρέμενε κλειστή. Ο ενάγων προσέφερε την εργασία του κατά τις καθημερινές και τα Σάββατα επί οκτάωρο ημερησίως ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, ενόψει του ότι έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε συναφθεί σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και απέρριψε την ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 651, 652 και 653 του ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή των άνω διατάξεων, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων, τόσο ως προς την παροχή εξαρτημένης εργασίας από τον ήδη αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) προς τον ήδη αναρεσείοντα (εναγόμενο) στην υπηρεσία του οποίου διατελούσε και εντεύθεν της ύπαρξης μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όσο και ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη, αφού ειδικότερα από το Εφετείο γίνεται δεκτό, ότι από το Νοέμβριο του 2013 ο αναιρεσίβλητος προσέφερε στον αναιρεσείοντα την εργασία του, είτε οδηγώντας τα αναφερόμενα αυτοκίνητα που ανήκαν κατά χρήση στον τελευταίο, διενεργώντας μεταφορές υλικών και εμπορευμάτων από προμηθευτές και πελάτες, της, στον ... (... 18), επιχείρησής του κατασκευής, εμπορίας και εφαρμογής αεραγωγών, ειδών κλιματισμού-θέρμανσης και μονωτικών ειδών, είτε βοηθώντας στην παραγωγή των εμπορευμάτων και τη μεταφορά και τοποθέτησή τους σε οικοδομές, κατά τις καθημερινές και τα Σάββατα επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι μισθού, για το ύψος του οποίου δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ενόψει της προπεριγραφείσας προϋπάρχουσας σχέσης, ο δε αναιρεσείων (εναγόμενος) κατέβαλε τμηματικά στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των οφειλομένων αποδοχών του (τις οποίες η απόφαση υπολόγισε βάσει των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών υπαλλήλου έγγαμου, άνω των 23 ετών με προϋπηρεσία άνω των 9 ετών σύμφωνα με την από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ όπως διαμορφώθηκε με το Ν. 4046/2012 και την ΠΥΣ 6/28-2-2012). Επίσης από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση όλα τα στοιχεία που είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, αναγκαία για τον απαρτισμό των άνω εννοιών της παροχής εξαρτημένης εργασίας και του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση αυτών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1199/2018). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 247/2012). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία για το ύψος του μισθού, δέχθηκε ως πράγμα χωρίς απόδειξη το ότι από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο "ελάμβανε (ενν ο ενάγων) ως αμοιβή τα χρηματικά (ποσά) που παραθέτει στη σελ. 4 της αγωγής του". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων την επίδραση του φερόμενου ως πράγματος που λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ είναι και αβάσιμος ενόψει του ότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση' σε κάθε δε περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό της πόρισμα στηρίχθηκε στην εκτίμηση των εν γένει προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους και αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του, για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 721/2020, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 533/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ... κοινού καταθετικού λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου και της συζύγου του της τράπεζας ALPHA BANK, εκτύπωση του οποίου προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως από τον αντίδικό του ήδη αναιρεσίβλητο ως σχετικό έγγραφο υπ' αριθμ. 7, εκ του οποίου εμφαίνεται ότι πιστώθηκαν στον λογαριασμό αυτό ποσό 150 € στις 6-2-2015 και ποσό 150 € στις 20-2-2015 με αναγραφόμενο όνομα εντολέως "...", αποδίδοντας σε αυτό προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχει με το να αποδώσει την καταβολή του ως άνω ποσού στο ίδιο τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Δ. Σ. (χωρίς να αναγράφεται στο άνω έγγραφο το πήρες όνομά του) αν και αρνήθηκε τούτο, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτόν αποδεικτικό πόρισμα ότι "το γεγονός της παροχής εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο προκύπτει κυρίως: [α)...] β] από τις καταθέσεις στο λογαριασμό της συζύγου του ενάγοντος στην τράπεζα Alpha Bank με ημερομηνία 6-2-2015 και 20-2-2015, ποσού 150 ευρώ αντίστοιχα, από τον εναγόμενο, για τις οποίες ο τελευταίος δεν προβάλει κάποια άλλη αιτιολογία, συνεπώς αφορούν καταβολή έναντι των δεδουλευμένων του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται [γ)...]". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος καθόσον ο αναιρεσείων, παρά την αντίστοιχη υποχρέωσή του, δεν προσκομίζει το συγκεκριμένο έγγραφο, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενό του και να διαπιστωθεί, εάν υπήρξε πράγματι η επικαλούμενη παραμόρφωσή του. Σε κάθε όμως περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (αναφορικά με την παροχή εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο) αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, αλλά το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, καθώς, σε κάθε περίπτωση το συνεκτίμησε ως στοιχείο β με τα αναφερόμενα υπό στοιχεία α και γ αποδεικτικά μέσα προς θεμελίωση "κυρίως" του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (3ος), κατά της σ' αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, περιλαμβανόμενης αιτιάσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση καθώς αυτή δεν αιτιολογεί επαρκώς πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφενός τα ποσά αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω έγγραφο κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο και αφετέρου αφορούν καταβολές έναντι δεδουλευμένων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, καταλήγοντας στο πόρισμα ότι μεταξύ αυτών υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το από τις αποδείξεις πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, εν σχέσει με την ύπαρξη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση (όπως επίσης αναφέρεται και κατά την απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως) και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκαν τα ανωτέρω, ενόψει του ότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, όπως πράγματι συμβαίνει εν προκειμένω, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019 ΑΠ 1265/2017, ΑΠ 74/2016). Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας -δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα (ΟλΑΠ 8/2005)- για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008) και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1270/2017, ΑΠ 518/2017). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει, πέραν των άλλων, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1108/2020). Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι μεταξύ του αναρεσείοντος (εναγομένου) και του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς αντίκειται σ' αυτά, α) η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού επί δύο έτη δεν αμειβόταν και δεν ασφαλιζόταν για την εργασία του στην επιχείρηση του πατέρα του αναιρεσείοντος, δέχτηκε να συνεχίσει να εργάζεται στην δική του επιχείρηση, β) ότι ο αναιρεσίβλητος εμπιστεύθηκε την πορεία της επαγγελματικής του ζωής σε έναν νέο 19 ετών, ο οποίος προέβη στην ίδρυση μίας επιχείρησης με όμοιο αντικείμενο δραστηριότητας με την επιχείρηση του πατέρα του, στην οποία απασχολείτο προηγουμένως χωρίς αμοιβή και ασφάλιση και μολαταύτα, επέλεξε να συμφωνήσει στην σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, γ) ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού δεν είχε συμφωνήσει προφορικά ή εγγράφως τους όρους της εργασιακής σχέσης με τον πατέρα του αναιρεσείοντος, γεγονός που του επέφερε προβλήματα στην πορεία της απασχόλησής του, επέλεξε να απασχοληθεί ακριβώς υπό το ίδιο άτυπο καθεστώς και στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος χωρίς καμία συμφωνία για το χρόνο παροχής της εργασίας του, την αμοιβή και την ασφάλισή του, δ) ότι η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου μεσολάβησε για να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση με τον πατέρα του αναιρεσείοντος, ενώ ο εργοδότης του, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ο αναιρεσείων και ε) το γεγονός της παροχής της συνδρομής της συζύγου του αναιρεσιβλήτου για την εξυπηρέτηση στην Εφορία του αναιρεσείοντος και του πατέρα του περί της διαδικασίας της έναρξης εργασιών της επιχείρησής του (αναιρεσείοντος), ενώ μέχρι τότε, ο πατέρας του απασχολούσε τον αναιρεσίβλητο χωρίς αμοιβή και ασφάλιση. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος, ενόψει του ότι, πέραν της αοριστίας του, διότι, εκτός από το ανωτέρω στοιχείο α, δεν παρατίθενται οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση, στοιχείο αναγκαίο για το ορισμένο αυτού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της προβαλλόμενης αιτιάσεως αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την έννοια που παρατέθηκε στη νομική σκέψη, τα οποία όμως δεν συγκροτούν αυτή, αλλά και διότι, από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του λόγου σαφώς προκύπτει, ότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση των φερόμενων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη για την εφαρμογή της. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διότι απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτή αναπτύχθηκε με τις προτάσεις του (αναιρεσείοντος εναγομένου) [σελ. 1-4] και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου [σελ. 13], κρίνοντας ότι: "[..] Επομένως, η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντα, με το περιεχόμενο που αναγράφεται στην υπό κρίση έφεση, δεν προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν είναι παραδεκτή η προβολή της για πρώτη φορά με λόγο ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον δεν συντρέχουν οι παραπάνω αναγραφόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ούτε και ο εκκαλών επικαλείται κάποιον σχετικό λόγο, εκ του οποίου να δικαιολογείται η προβολή της ένστασης για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος" και έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ και όφειλε να ερευνήσει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως αυτός επαναφέρθηκε με τον δεύτερο λόγο έφεσής του και να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τότε εφεσιβλήτου και μάλιστα με την προπαρατιθέμενη αιτιολογία ως απαραδέκτως προβληθέντα, ενώ, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτής, δεν συντρέχει κάτι τέτοιο, καθώς το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε αιτιολογία και δη απορριπτική του άνω ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος και τότε εφεσιβλήτου, ήτοι δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό αυτό, πέραν του σημείου όπου απέρριψε τον όγδοο λόγο της έφεσης του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου), με τον οποίο αυτός παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281) που προέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, διότι η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη και όχι επειδή έγινε δεκτή η εν λόγω ένσταση. Κατά το μέρος δε που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού ο σχετικός ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν προτάθηκε (επαναφέρθηκε) στο Εφετείο όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εφεσιβλήτου στο Εφετείο. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01-07-2020 και με αριθμό κατάθεσης 5188/686/02.07.2021 αίτηση αναίρεσης της 1617/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ